© Aris Oikonomou / SOO
ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ

Η Πάολα Ρεβενιώτη έμεινε στην ιστορία για λόγους εκδίκησης. Όπως ακριβώς το ήθελε

Μια τεράστια απώλεια για τους κοινωνικούς αγώνες και την ελληνική κοινωνία. Έφυγε από τη ζωή η αφοπλιστική Πάολα Ρεβενιώτη.

«Δεν με ενδιαφέρει – δεν με ενδιαφέρει πώς θα ήθελα να με γράψει η ιστορία», είχε απαντήσει με τη γνωστή αφοπλιστική ειλικρίνεια από το πρώτο λεπτό στην πολύωρη προφορική μαρτυρία που έδωσε στο Ιστόρημα, το πληρέστερο βιογραφικό τεκμήριο που άφησε πίσω της, η Πάολα Ρεβενιώτη.

Για να συνεχίσει ακόμη πιο αιχμηρά, λέγοντας ότι «αν υπάρχει ένας λόγος που πρέπει να με ενδιαφέρει, είναι για λόγους καθαρά εκδίκησης· γιατί μια κοινωνία που σε θέλει να είσαι σκουπίδι, να κάνεις μόνο την πουτάνα, να μη σου δίνει τις δυνατότητες, κι εγώ να τους έχω σπάσει τόσα χρόνια όλα τα στερεότυπα, αυτό είναι μια νίκη προσωπική δική μου. Δεν μου την κέρδισε κανένα κίνημα. Μόνο γι’ αυτό τον λόγο θα ήθελα να με γράψει η ιστορία, για λόγους εκδίκησης».

Όλη η ζωή της υπήρξε ένα φωτεινό και ελπιδοφόρο παράδειγμα αντίστασης.

Πάντα με τσαμπουκά, πάντα με αλληλεγγύη προς τον αδύναμο, πάντα με ταξική συνείδηση. Έτσι επιβίωσε σε όλες τις δυσκολίες και τα σκληρά σκηνικά – στο πεζοδρόμιο, στα κρατητήρια, στα δικαστήρια, στους αγώνες, σε έναν κόσμο μονίμως εχθρικό, τον οποίο δεν δίστασε να αντιμετωπίσει από μικρό παιδί, αποδεχόμενη την τρανς ταυτότητά της. Με όλα αυτά τα εφόδια, κι επειδή «ήμουν κοινωνικιά και ομορφούλα», αλλά και σίγουρα «από τύχη, πολλές από τύχη ζούμε», όπως συμπλήρωνε συχνά στις συνεντεύξεις της, έδειχνε πάντα ένα έντονο αίσθημα συλλογικής ευθύνης για τις τρανς γυναίκες της γενιάς της που δεν στάθηκαν το ίδιο τυχερές ή θαρραλέες, τότε ή και τώρα.

Το τέλος της έγραψε τελικά ο καρκίνος.

Άφησε την τελευταία της πνοή χθες βράδυ (8/7) στο Σισμανόγλειο, σε ηλικία 68 ετών, όπως γνωστοποίησαν με ανάρτησή τους οι δημοσιογράφοι Δανάη Μαραγκουδάκη, Ελίζα Τριανταφύλλου και Βασίλης Θανάσης. Κάπως έτσι, τόσο άδικα και στενάχωρα, σίγησε η αγαπημένη βραχνή φωνή της Ρεβενιώτη, αφήνοντας ένα τεράστιο και δυσαναπλήρωτο κενό στην ελληνική κοινωνία και στους κοινωνικούς αγώνες του ΛΟΑΤΚΙ+ κινήματος, που υποστήριξε με τις πράξεις και τη στάση της πριν καν αυτό υπάρξει ως κίνημα με τους όρους που το γνωρίζουμε σήμερα.

Ήρθε στην Αθήνα στα τέλη της δεκαετίας του 1970, σε ηλικία 15-16 ετών, ψάχνοντας έναν τρόπο να υπάρξει.

Είχε αποχωρήσει (με άσχημο τρόπο) από το Πολεμικό Ναυτικό, αισθανόταν ντροπή να επιστρέψει στο πατρικό της στο Κερατσίνι κι έτσι ένα βράδυ βρέθηκε στην πλατεία Συντάγματος «χωρίς να ξέρει πού πηγαίνει». Αλλά δεν μάσησε. Βρήκε τον τρόπο να επιβιώσει, ξεκινώντας μια πορεία που θα έμενε ανεξίτηλη στα χρονικά των διεκδικήσεων για την ορατότητα και τη διαφορετικότητα.

Σε μια εποχή που δεν υπήρχε ο όρος τρανς, ούτε ο όρος τραβεστί, μια εποχή που η θηλυπρέπεια αντιμετωπιζόταν με μίσος ακόμη και μέσα στη γκέι κοινότητα, η Πάολα έβαζε τη φουστίτσα της και έβγαινε βόλτα στη Συγγρού. «Η σεξεργασία ήταν μονόδρομος, δεν μπορούσες να κάνεις τίποτα εκείνη την εποχή».

Με την αναγνώριση που μετέπειτα θα απολάμβανε ως ιστορική μορφή των ΛΟΑΤΚΙ+ αγώνων, η ιστορία της Πάολας θα φώτιζε μια ολόκληρη γενιά τρανς σεξεργατριών που παρέμενε αόρατη και περιθωριοποιημένη. «Άλλες δεν άντεξαν, άλλες αυτοκτόνησαν, άλλες έπεσαν στα ναρκωτικά», είχε δηλώσει μεταξύ άλλων για εκείνα τα χρόνια, χωρίς ποτέ να ωραιοποιεί καταστάσεις ή να προσέχει τα λόγια της για να γίνει πιο εύπεπτη ή αρεστή. Ωμά και στακάτα, έλεγε πάντα την αλήθεια της. «Εμένα με έσωσε το ότι από μικρό παιδί δεν ένιωσα ποτέ θύμα».

Μέσα από αυτή την εμπειρία γεννήθηκε και η πολιτική της συνείδηση. Μια βαθιά πολιτική συνείδηση που αγκάλιαζε όλη της την ύπαρξη, κάθε ανάσα.

Το 1981 κυκλοφόρησε το περιοδικό «Κράξιμο», ένα εμβληματικό ανεξάρτητο έντυπο, από τα πρώτα που μίλησαν ανοιχτά για την ομοφυλοφιλία, την τρανς εμπειρία, τη σεξουαλικότητα και την κοινωνική καταπίεση. Για όνομα εκδότη αναγραφόταν αυτοσαρκαστικά «η εκδιδόμενη τραβεστί Πάολα», με ύφος που σήμερα θα χαρακτηρίζαμε ως πρωτοποριακό και camp, ενώ στην τότε συντηρητική Ελλάδα δέχθηκε μηνύσεις από πρώην διοικητή της Ασφάλειας και οδηγήθηκε σε καταδίκη, κάτι που τελικά αποφεύχθηκε χάρη στην άμεση κινητοποίηση των ομοφυλοφιλικών οργανώσεων του εξωτερικού, καθώς και οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της Διεθνούς Αμνηστείας.

Έτσι εξελίχθηκε από νωρίς σε σύμβολο για τον αγώνα ορατότητας της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας και της σεξουαλικής απελευθέρωσης, σε μια περίοδο μάλιστα που το ΑΚΟΕ είχε παρακμάσει.

Ήταν παρούσα, αλλά και διοργανώτρια, σε διαμαρτυρίες για την περιθωριοποίηση, την κρατική καταστολή και την αστυνομική βία. Έζησε στη «χρυσή εποχή» των Εξαρχείων, την εποχή της πολιτικής ζύμωσης και της αντίστασης. «Έγινα αποδεκτή αμέσως, πήγαινα σε διαδηλώσεις, ήμουν γνωστή». Εκεί, στον Λόφο του Στρέφη, διοργάνωσε το πρώτο Pride το 1992, συνδέοντας το όνομά της με ακόμη ένα σημαντικό ορόσημο που αργότερα οδήγησε στο Athens Pride. «Κάποιος έπρεπε να το κάνει».

Με την ίδια αντίληψη, ότι «κάποιος πρέπει να το κάνει», όλα τα επόμενα χρόνια της ζωής της διεκδικούσε χώρο όχι μόνο στη δημόσια και την καλλιτεχνική σφαίρα, αλλά και στην πολιτική.

Το 1990 συμμετείχε στις βουλευτικές εκλογές ως υποψήφια των Οικολόγων Εναλλακτικών και λίγο αργότερα αποτέλεσε το πρώτο τρανς άτομο που έθεσε υποψηφιότητα στις εθνικές εκλογές. Υπήρξε από τα ιδρυτικά μέλη της ACT UP Ελλάδας (για την καταπολέμηση του AIDS), αλλά και η πρώτη πρόεδρος του Σωματείου Αλληλεγγύης Τρανς Ελλάδας. Μετά το 2010, στράφηκε πιο συστηματικά στη δημιουργία ντοκιμαντέρ με επίκεντρο ανθρώπους του περιθωρίου, συνεχίζοντας έτσι την ακτιβιστική της δράση με την κάμερα (με πιο γνωστό έργο τα «Καλιαρντά»).

Τέλος, υπήρξε υποψήφια βουλεύτρια και ευρωβουλεύτρια με το ΜέΡΑ25.

Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.

Exit mobile version