
Η χαμένη τέχνη της παραγωγικής πλήξης στις διακοπές
- 28 ΙΟΥΛ 2026
Το «Μεγανήσι ΙΙ» είχε μόλις λύσει τους κάβους. Μετά το αγροτικό των οικογενειακών διακοπών, για τους ορκισμένους ενήλικους παραθεριστές, το πάνε (ή και «πήγαινε», για το αθηναϊκό ακροατήριο) είναι η μισή εκδρομή. Αδυνατώ να θυμηθώ τον λόγο που ο ανήλικος εικονιζόμενος ήταν μουτρωμένος, ή περφόρματιβ κατσούφης, παρ’ ότι γνωριζόμαστε καλά με το παιδί. Το μπουκλωτό αγόρι στο κατάστρωμα είμαι εγώ, σε μία από τις τελευταίες εκτός έδρας θερινές εμφανίσεις με τη φαμίλια.
Δεν ξέρω γιατί κουβάλησα τα σύννεφα από το Νυδρί, αλλά στη Σπηλιά έβγαλε ήλιο. Ούτε μπορώ να θυμηθώ αν ποζάρω στον φακό του πατέρα μου, παρότι μοιάζω στημένος. Σε κάθε περίπτωση, δεν του είπα ποτέ να μου στείλει με Viber την εικόνα για να μη χαλάσει η ανάλυση. Ούτε smartphone είχα, ούτε και σόσιαλ να την ανεβάσω. Το MSN ήταν κάτι άλλο, δεν είχε τη ματαιοδοξία των ΜΚΔ.
Ας μη συζητάμε πάλι για το Instagram όμως, κούρασε.
Η διαδικτυακή αλληλογραφία φυλάσσονταν στα κιτάπια της κεντρικής μονάδας του σταθερού υπολογιστή. Ήταν το καλοκαίρι που πέρασα από το trap phone στο πολυπόθητο Sony Ericsson και τα πρώτα μουσικά νταλαβέρια όταν ανοίγαμε bluetooth.
Δεν υπήρχαν πλατφόρμες, μόνο αγνό κατέβασμα από Limewire. Αν υπήρχε Wrapped πάντως, Akcent, Edward Maya και Νίκος Γκάνος θα ήταν σίγουρα στο βάθρο, με τους Ρουμάνους πιθανότατα στη δυάδα. Το “Stereo love” ήταν μάλλον το soundtrack της εποχής, κερδίζοντας το “That’s Μy Name” στα σημεία. Από κοντά και “In And Out Of Love”.
Hoo-ooh-ooh-ooh.
Το κινητό πάρκαρε το MP3 σπίτι, στέλναμε και κανένα SMS με κάτι αδιανόητα πακέτα 1500 + 1500 με πέντε ευρώ και το είχαμε στην τσέπη για ώρες ανάγκης. Στη Λευκάδα μπορεί και να χαθείς, στο Μεγανήσι έλεγες Κατωπόδης και έπιανες σήμα ακόμα κι αν η συσκευή ήταν σε λειτουργία πτήσης. Πριν 16 χρόνια έτσι; Τώρα μπορεί να βρίσκονται όλοι σε Sicko Mode, ποιος ξέρει.
Ήταν αρχές Αυγούστου, 2010. Κάτι λιγότερο από ένα μήνα μετά το σπουδαίο ημίχρονο του τελικού Ισπανία – Ολλανδία. Η τηλεόραση έδειχνε διαφημίσεις, αλλά εμείς γιορτάζαμε, κάτι δικά μας. Πρέπει να είχα διαβάσει στις εφημερίδες κάθε λέξη που είχε γραφτεί για τη μετακίνηση του Σπανούλη στον Ολυμπιακό. Είχε άλλη αίγλη να μαθαίνεις τα μεταγραφικά ετεροχρονισμένα και όχι σε λάιβ χρόνο. Τα πιστόλια των Nene, Ben Arfa και Ze Roberto σερβίρονταν στα πρωτοσέλιδα και όχι στα sites.
Το βραζιλιάνικο σίριαλ του Diogo θυμάμαι να το παρακολουθώ στο ένα και μοναδικό περίπτερο του Αρμενιστή στο δεύτερο πόδι Χαλκιδικής, με συνδρομή 1,20 ευρώ την ημέρα. Χίλιες φορές καλύτερα από το να με ψάρωναν clickbait άρθρα που δεν λένε τίποτα σε 500 λέξεις.
Έπαιρνα κάθε μέρα εφημερίδα και την διάβαζα όλη, ξεκινώντας πάντα από το τέλος, ίδιον των μπασκετόφιλων. Οι γονείς μου ευτυχώς δεν είχαν κανένα καϊλέ με τα ανιαρά σχολικά βοηθήματα. Sportday, Άλκη Ζέη και Ζωρζ Σαρή. Είχαμε μεγαλώσει για Ευγένιο Τριβιζά.
Ή τουλάχιστον έτσι νομίζαμε.
Ρακέτες, κολύμπια και κουβεντούλες, όχι απαραίτητα σε αυτή την σειρά, σε κάτι μαραθώνιους αράγματος, χωρίς κανένα κατοστάρι για να προλάβεις την κράτηση στο ταβερνάκι. Τώρα πια όταν αρχίζεις να βαριέσαι στην παραλία, αρχίζεις να μαζεύεις, πατάς κάπως νευρικά πάνω στην άμμο και ρωτάς με αυτό το ενοχλητικό κελάηδισμα, «για πού είμαστε;».
Οι καλοκαιρινές διακοπές χρειάζεται να στηριχθούν σαν βάση στην γλυκιά αίσθηση της παραγωγικής πλήξης, εκεί που το μυαλό ζωγραφίζει στον ουρανό την τέχνη του να μη κάνεις τίποτα.
Δεν είναι εύκολο, αλλά δεν ξέρω και πώς αλλιώς μπορούμε να αναμετρηθούμε με τον εαυτό μας το χειμώνα, αν δεν βρούμε ένα τρόπο να πιλοτάρουμε αυτόματα σε αποστάσεις χωρίς κενά αέρος.
Υπάρχει ένα ινσέψιον στον επιδημικό σαμγιουκιλισμό, από τον οποίο ας παραδεχτούμε ότι όλοι και όλες κάπως πάσχουμε. Λοκάρουμε στο μπιζ μπιζέ της γηραιάς γαλαρίας του χωριού, με διδακτορικό στη μουργέλα και κινηματογραφούμε κάθετα ένα φαινόμενο, που δεν αποτελεί στ’ αλήθεια τίποτα πιο σύνθετο από την καθημερινότητα τους.
Δεν κάνουν κάτι σπουδαίο. Σε κάποιες στιγμές μάλιστα, βαριούνται υπερβολικά.
Αντί να θέλουμε να φτάσουμε κάπως σε αυτά τα επίπεδα σπαρίλας, αναζητάμε τα επόμενα εκθέματα που θα κοσμήσουν το μεγάλο καρουζέλ της επιστροφής. Δε μπορείς παράλληλα να αράζεις και να βιντεοσκοπείς στιγμούλες; Φυσικά.
Αν όμως είναι η γλυκιά ραθυμία το έργο τέχνης, τότε η απουσία ανάγκης να την καλύψεις, σε φέρνει πιο κοντά στο θέμα της έκθεσης. Το καλοκαίρι του 2010 στο Μεγανήσι δεν φοβόμουν μη πέσει ο ουρανός στο κεφάλι μου, όπως έλεγε η Αρλέτα στην Εύη Κυριακοπούλου το 2009.
Ίσως να μας λείπει μάλλον λίγο να μπορούμε να τον κοιτάζουμε και να χάνουμε σκέψεις στον ορίζοντα.
Μάλλον αυτή είναι και η πραγματική νοσταλγία που κρύβεται πίσω από το χιλιοφορεμένο αναλογικό φίλτρο στα στοράκια του Insta.
Aκολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.