
«Οι Ταλιμπάν φοβούνται τις μορφωμένες γυναίκες»: Η ζωή στο Αφγανιστάν, μέσα από τον φακό του BBC
- 24 ΑΥΓ 2026
Μια νεαρή γυναίκα, κρυμμένη πίσω από το νικάμπ που καλύπτει το πρόσωπο της και με γυαλιά ηλίου, στέκεται μπροστά σε έναν πρώην διοικητή των Ταλιμπάν και σημερινό υψηλόβαθμο αξιωματούχο στο βόρειο Αφγανιστάν. Είναι μόλις 18 ετών και επιθυμεί να πάρει διαζύγιο από τον σύζυγό της, κατηγορώντας τον για πολύμηνη σωματική και ψυχολογική κακοποίηση.
«Αν υπήρχε οποιαδήποτε πιθανότητα να ζήσουμε μαζί, δεν θα βρισκόμουν εδώ. Έχω πάρει την απόφασή μου», αναφέρει. Μια σκηνή μέσα από την κλειδαρότρυπα του κόσμου των Ταλιμπάν, φέρνει στο φως έρευνα του BBC, παρουσιάζοντας το πώς μοιάζει η ζωή στο Αφγανιστάν πέντε χρόνια μετά την επιστροφή τους στην εξουσία.
Η καθημερινότητα των καταπιεσμένων γυναικών βρίσκεται στο επίκεντρο του ντοκιμαντέρ.
Απέναντι στη νεαρή γυναίκα, βρίσκεται ο Αμπντουλάχ Σαρχάντι, πρώην στρατιωτικός διοικητής των Ταλιμπάν, που προσπαθεί να της αλλάξει τα μυαλά και την προτρέπει να αναρωτηθεί «ποιος θα με παντρευτεί αφού πάρω διαζύγιο;», χτίζοντας ένα αφήγημα στο οποίο εκείνη κινδυνεύει να χάσει την αξιοπρέπεια της.
«Κύριε κυβερνήτη, η τιμή και η αξιοπρέπειά μου έχουν ήδη καταστραφεί», του απαντά αφοπλιστικά.
Το BBC την βαφτίζει Τούμπα. Ο Σαρχάντι ενισχύει την ρητορική του σχολιάζοντας μπροστά σε άλλους αξιωματούχους ότι οι γυναίκες είναι ανεγκέφαλες και «υστερούν σε νοημοσύνη» και σκορπά γέλια στο ακροατήριο του, από παρευρισκόμενους που μπορεί να μην βρίσκουν καν αστεία τα όσα λέει. Μικρή σημασία έχει αυτό, στο κήρυγμα του ανωτέρου.
Ο σύζυγος της 18χρονης ζητά ως αντάλλαγμα για να συναινέσει στο διαζύγιο ένα ποσό τετραπλάσιο από εκείνο που είχε δοθεί κατά τον γάμο, με την οικογένειά της Τούμπα να αρνείται να το καταβάλει. Ο ανώτερος αξιωματούχος προτείνει να παραχωρηθεί στη γυναίκα ένα ξεχωριστό δωμάτιο και προειδοποιούν τον σύζυγο να μην την αγγίξει ξανά, για να μην οδηγηθεί στη φυλακή.
Ο πατέρας της δηλώνει στην κάμερα του BBC ότι θα προσφύγει στα δικαστήρια. Στο δικαστικό σύστημα των Ταλιμπάν, μοιάζει απίθανο μια γυναίκα να καταφέρει να πάρει διαζύγιο, χωρίς τη συγκατάθεση του συζύγου της.
Το story του Σαρχάντι αποτελεί μια χαρακτηριστική διαδρομή αρκετών από τους ανθρώπους που βρίσκονται σήμερα στην εξουσία. Υπήρξε στρατιωτικός διοικητής κατά την πρώτη περίοδο εξουσίας των Ταλιμπάν τη δεκαετία του 1990 και παραδόθηκε το 2001, όταν ο υπό τις ΗΠΑ συνασπισμός ανέτρεψε το καθεστώς, και παρέμεινε κρατούμενος επί χρόνια στο Γκουαντάναμο προτού τελικά αφεθεί ελεύθερος.
Η επιστροφή των Ταλιμπάν στην εξουσία το 2021 τον έφερε και πάλι σε θέση κυβερνήτη, αρχικά στην επαρχία Μπαμιγιάν και στη συνέχεια στην Τζοουζτζάν. Πρόσφατα ανέλαβε καθήκοντα υποδιοικητή στρατιωτικού σώματος στην Κουντούζ.
Δεν εμφανίζεται μετανιωμένος ούτε για μία από τις πιο εμβληματικές πράξεις καταστροφής των Ταλιμπάν, μπροστά στην κάμερα του BBC και αποφεύγει να απαντήσει στις ερωτήσεις. «Τα κατέστρεψα με τα ίδια μου τα χέρια», λέει για την ανατίναξη των γιγαντιαίων αγαλμάτων του Βούδα στο Μπαμιγιάν το 2001. «Ό,τι κάναμε και ό,τι κάνουμε είναι σύμφωνα με την καθοδήγηση και τον νόμο του Θεού. Εμείς συντρίβουμε τα είδωλα αντί να τα πουλάμε. Γιατί να μετανιώσω; Ήταν θέλημα Θεού», αναφέρει.
Το BBC συναντά στην Καμπούλ έναν ακόμη άνθρωπο που πέρασε από τον ένοπλο αγώνα στη διοίκηση του νέου καθεστώτος. Ο Χαμπιμπουλάχ Μπαντρ δεν κρύβει ότι ήταν «υπεύθυνος για τις επιχειρήσεις των βομβιστών αυτοκτονίας» στην αφγανική πρωτεύουσα. «Γνωρίζω όλους τους δρόμους και τα στενά πολύ καλά. Είχαμε όλες τις πληροφορίες που χρειαζόμασταν για την Καμπούλ», προσθέτει.
Οι επιθέσεις αυτοκτονίας των Ταλιμπάν στοίχισαν τη ζωή σε χιλιάδες ανθρώπους στο Αφγανιστάν, μεταξύ άλλων και αμάχου πληθυσμού. Ο Μπαντρ, ωστόσο, εμφανίζεται απρόθυμος να μιλήσει για συγκεκριμένες επιθέσεις, υποστηρίζοντας ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να «ξανανοίξει πληγές». Για τους θανάτους αμάχων, αναφέρει ότι στόχος των Ταλιμπάν ήταν οι αμερικανικές αυτοκινητοπομπές και ότι οι πολίτες είχαν προειδοποιηθεί να μένουν μακριά από ξένες στρατιωτικές βάσεις.
Στην πορεία του χρόνου ο Μπαντρ έγινε υποδιοικητής των φυλακών ολόκληρης της χώρας. Κατέληξε μάλιστα να διοικεί την ίδια φυλακή στην οποία ο ίδιος είχε κρατηθεί, όταν καταδικάστηκε σε θάνατο από την προηγούμενη κυβέρνηση.
Σε μια συγκέντρωση προς τιμήν του Μπαντρ, ένας άνδρας φέρνει με τόλμη δημόσια το ζήτημα της εκπαίδευσης των κοριτσιών. «Ο κύριος Μπαντρ είναι πηγή υπερηφάνειας για το Αφγανιστάν και μεγάλος μαχητής. Αλλά έχω και ένα παράπονο. Αν τα σχολεία και η εκπαίδευση ήταν ανοιχτά για όλους, θα ήταν σπουδαίο έργο για το Αφγανιστάν. Ελπίζω να μη σας προσβάλλω», λέει προσεκτικά ο Σουλτάν Μοχάμαντ Ταλάι και δημιουργεί μια άβολη σιωπή με την ερώτηση του.
Το μικρόφωνο απομακρύνεται. «Ζήτησα να ανοίξουν ξανά τα σχολεία για τα κορίτσια. Η αναζήτηση της γνώσης αποτελεί υποχρέωση στο Ισλάμ τόσο για τους άνδρες όσο και για τις γυναίκες», εξηγεί στο BBC. «Υπήρχαν κι άλλα πράγματα που ήθελα να πω, αλλά δεν με άφησαν να συνεχίσω», προσθέτει.
Πέντε χρόνια μετά την επιστροφή των Ταλιμπάν στην εξουσία, ο αποκλεισμένος γυναικείος πληθυσμός δεν βρίσκει θέση στους περισσότερους χώρους εργασίας, αδυνατεί να φοιτήσει σε πανεπιστήμια και βλέπει μόνο απαγορεύσεις, ακόμα και σε μοναχικές βόλτες, σε επισκέψεις σε πάρκα και λοιπούς χώρους αναψυχής.
«Είμαι άφωνη με το πώς μια ομάδα που δεν έχει καμία κατανόηση για τη ζωή βρίσκεται ξαφνικά στην εξουσία», λέει η Χόντα, που βρισκόταν στους δρόμους της διαμαρτυρίας όταν οι Ταλιμπάν επέστρεψαν για πρώτη φορά στην εξουσία.
«Οι γυναίκες δεν μπορούν να αποδεχτούν αυτή την κατάσταση. Μπορεί να επιβάλλουν περιορισμούς, αλλά αυτό δεν θα παραμείνει έτσι για πάντα», αναφέρει στην κάμερα του BBC.
«Πιστεύω ότι οι Ταλιμπάν φοβούνται τις μορφωμένες γυναίκες και γι’ αυτό τις περιορίζουν. Θέλουν αμόρφωτες γυναίκες, ώστε να μην μπορούν να μεγαλώσουν σοφούς άνδρες. Επειδή αυτό θα έβαζε τέλος στους Ταλιμπάν», σημειώνει.
Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.