© Alberto Saiz / AP
ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Πώς η κλιματική κρίση αλλάζει τις ζωές μας

Πυρκαγιές που δε σβήνουν, πλημμύρες που δε σταματούν, καύσωνες που λιώνουν τα τσιμέντα, χλωρίδα και πανίδα που εξαφανίζεται ταχύτατα. Είμαστε κοντά στο τέλος του κόσμου μας και δεν το έχουμε καταλάβει; Συνομιλήσαμε με αρμόδιους φορείς αλλά και ανθρώπους οι οποίοι ζουν από τη φύση με σκοπό να δούμε αν υπάρχει φως στο τούνελ της κλιματικής αλλαγής.

«Θα στο πω απλά: είναι σαν να περνά το πρωί μία μπουλντόζα πάνω από το σπίτι σου και να ξαναπερνά το απόγευμα» λέει ο Μιχάλης Μανουσάκης, ερασιτέχνης ψαράς από την περιοχή των Φούρνων, σέρνοντας τις συλλαβές για να τονίσει το μείζον πρόβλημα της υπεραλίευσης. Πίσω του ακούγεται ο ήχος από παιδιά που παίζουν σε παραλία. Απλά κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά αν τα συγκεκριμένα πιτσιρίκια θα κολυμπήσουν στις ίδιες θάλασσες με εμάς. Εκείνος πάλι, ένας άνθρωπος που ζει εδώ και έξι δεκαετίες μέσα στο θαλάσσιο στοιχείο, νιώθει ότι τα πράγματα έχουν φτάσει σε ένα κομβικό σταυροδρόμι.

«Το μεγαλύτερο πρόβλημα στο Αιγαίο είναι η υπεραλίευση με τις ανεμότρατες, οι οποίες δουλεύουν αλόγιστα καταστρέφοντας σε μία μέρα οικοσυστήματα που η φύση έχει φτιάξει μέσα σε αιώνες» αναφέρει χαρακτηριστικά στο τηλέφωνο, πριν συνεχίσει: «Δεν είναι μόνο ότι πιάνουν τον γόνο, είναι ότι δημιουργούν και σοβαρά θέματα στην κατοίκηση των συγκεκριμένων περιοχών από τη θαλάσσια ζωή, αφού σέρνοντας τα εργαλεία τους καταστρέφουν τους υδροβιότοπους. Τα ψάρια δεν μπορούν να βρουν σπίτι να ηρεμήσουν».

Τα τελευταία χρόνια, και καθώς η κλιματική αλλαγή παίρνει τη μορφή κλιματικής κρίσης, στεκόμαστε όλο και περισσότερο στις παράλογες για την εποχή θερμοκρασίες και τα πρωτόγνωρα καιρικά φαινόμενα. Είναι όμως άραγε μόνο αυτό το πρόβλημα; Για τους ανθρώπους που ζουν από τη γη και τη φύση, φαίνεται να υπάρχουν πιο άμεσα και πιεστικά προβλήματα.

«Η αύξηση της θερμοκρασίας και η αλόγιστη χρήση πλαστικού έχει αλλάξει πάρα πολύ την εικόνα που συναντάμε στη θάλασσα. Κάποια πράγματα, όμως, δεν εξαρτώνται μόνο από την κλιματική αλλαγή· εξαρτώνται και από την υπεραλίευση ορισμένων ειδών και με ορισμένα εργαλεία» προσπαθεί να μου εξηγήσει ο Μιχάλης Μανουσάκης. «Σχεδόν κανείς δε γνωρίζει το τι γίνεται στα νερά του Αιγαίου. Απλά, ορισμένοι ενδιαφέρονται για το οικονομικό κομμάτι της θάλασσας, μιας και έχουν βρει τον τρόπο να τη λυμαίνονται. Δυστυχώς, το σύστημα υπολειτουργεί χωρίς καμία προστασία».

Όσο, λοιπόν, ετοιμαζόμαστε για τα μπάνια μας στα ελληνικά παράλια, λίγο πιο βαθιά, στο βασίλειο του Ποσειδώνα παρουσιάζεται ένα τελείως διαφορετικό τοπίο από ό,τι παλιότερα. Βέβαια, μας είχαν προειδοποιήσει από πολύ νωρίς για τις τεράστιες αλλαγές φέτος το καλοκαιρί· για φαινόμενα δυστοπίας και καύσωνες πέρα από κάθε φαντασία. Υπερβολές, μύθοι ή πραγματικότητα;

Τι θα συμβεί φέτος το καλοκαίρι

«Επειδή έχουν ακουστεί πολλά αυτό το καλοκαίρι -και μάλιστα αρκετά νωρίς- θα ήθελα καταρχάς να τονίσω ότι είναι πολύ δύσκολο έως αδύνατον να γίνει ακριβής πρόγνωση των μετεωρολογικών συνθηκών που θα επικρατήσουν τους επόμενους μήνες» αναφέρει ο Δρ. Κωνσταντίνος Λαγουβάρδος, διευθυντής του Ινστιτούτου Ερευνών και Βιώσιμης Ανάπτυξης του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, βάζοντας κάποια πράγματα στη θέση τους.

Τους τελευταίους μήνες δεν ήταν λίγα τα δημοσιεύματα που θύμιζαν κήρυκα της Αποκάλυψης. Επικεφαλίδες με μεγάλα γράμματα να λένε -λίγο έως πολύ- ότι «θα πεθάνουμε όλοι». Βασίστηκε άραγε όλος αυτός ο πανικός σε ουσιαστικά στοιχεία ή απλά στη διάθεση για εύκολα κλικ και αλόγιστη διασπορά πανικού; «Το μόνο που μπορεί να γίνει είναι αποτύπωση κάποιων τάσεων, δηλαδή αν για παράδειγμα η θερμοκρασία θα είναι παραπάνω ή παρακάτω από τα κανονικά για την εποχή επίπεδα» ξεκαθαρίζει ο Δρ. Λαγουβάρδος. Μαζί με άλλους συναδέλφους του έχουν ιδρύσει τον κόμβο πληροφόρησης climatebook.gr, ο οποίος έχει ως σκοπό να ρίξει φως στο θολό τοπίο της ενημέρωσης γύρω από το περιβάλλον. Δυστυχώς, μέχρι στιγμής δεν έχουν βρει καθόλου υποστήριξη από το κράτος.

Τι θα πρέπει λοιπόν να περιμένουμε εμείς οι απλοί πολίτες φέτος το καλοκαίρι;«Επειδή πλέον είμαστε στην καρδιά του καλοκαιριού, αυτό που βλέπουμε είναι ότι το διάστημα 13 με 20 Ιουλίου θα έχουμε έναν ισχυρό καύσωνα μεγάλης διάρκειας σε ολόκληρη τη χώρα και όχι μόνο. Το θερμό κύμα θα επηρεάσει όλη την Κεντρική και Ανατολική Μεσόγειο και τα Βαλκάνια» αναφέρει ο καθηγητής για το άμεσο επόμενο διάστημα.

Είμαστε όμως ακόμα στη μέση του καλοκαιριού. «Από κει και μετά όμως είναι αδύνατο να κάνουμε οποιαδήποτε επιστημονικά αποδεκτή πρόγνωση για το αν θα έχουμε επανάληψη ενός μεγάλου καύσωνα και αργότερα μέσα στον Ιούλιο ή τον Αύγουστο. Να τονίσω εδώ ότι οι καύσωνες είναι, κατά τη γνώμη, του το μεγαλύτερο περιβαλλοντικό πρόβλημα που συνδέεται με την κλιματική αλλαγή και θα πρέπει να πάρουμε άμεσα μέτρα για το μετριασμό των επιπτώσεων τους, ειδικά στα μεγάλα αστικά κέντρα».

Είναι δεδομένο ότι ένας καύσωνας στην Αθήνα μπορεί να είναι από αφόρητος έως αβίωτος. Είχαν όμως καμία βάση οι προβλέψεις που αναπαράχθηκαν στο ελληνικό ίντερνετ και έκαναν λόγο ακόμα και για 50 βαθμούς Κελσίου; «Οι φήμες για τους 50 βαθμούς Κελσίου ανέκυψαν τη φετινή άνοιξη, ίσως από παρερμηνεία κάποιων δηλώσεων. Τόσο ακραία υψηλές θερμοκρασίες είναι σχεδόν αδύνατον να σημειωθούν, είναι μία ακραία κατάσταση που δεν έχουμε δει ποτέ στη Μεσόγειο ως τώρα. Αυτό που διαπιστώνουμε βέβαια στη Μεσόγειο αλλά και στην περιοχή μας είναι ότι οι καύσωνες γίνονται συχνότεροι, έχουν μεγαλύτερη διάρκεια ενώ επίσης εμφανίζονται και σε περιόδους εκτός του διμήνου Ιουλίου-Αυγούστου με εμφάνισή καυσώνων τον Ιούνιο και σχετικά πρόσφατα και τον Μάιο».

Τελικά, η κλιματική αλλαγή είναι κάτι που έχει ήδη δημιουργήσει αλλαγές στη ζωή μας ή αποτελεί ένα απειλητικό φαινόμενο για το άμεσο -ή και πολύ άμεσο- μέλλον; «Η κλιματική αλλαγή έχει ήδη φέρει αλλαγές στη ζωή μας» ξεκαθαρίζει ο Δρ. Λαγουβάρδος χωρίς να αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης. «Καταρχάς, η θερμοκρασία στη χώρα μας τα τελευταία 30 χρόνια έχει ανέβει κατά 1 με 1.5 βαθμούς».

Είναι μόνο αυτό ή υπάρχουν και άλλα πράγματα που πρέπει να προσέξουμε; «Αλλαγές επίσης βλέπουμε και στις βροχοπτώσεις. Παρόλο που το συνολικό ύψος βροχής μέσα στο έτος δεν έχει αλλάξει σημαντικά τα τελευταία 30 χρόνια στη χώρα μας, διαπιστώνουμε όμως κάποιες ποιοτικές διαφορές: ο αριθμός των ημερών βροχής μειώνεται με αποτέλεσμα να αυξάνονται οι περίοδοι ξηρασίας ενώ όταν βρέχει, βρέχει με εντονότερο ρυθμό. Το τελευταίο αυτό χαρακτηριστικό έχει προφανώς σημαντικές συνέπειες γιατί μπορεί να προκαλέσει πλημμυρικά επεισόδια, ενώ επίσης μπορεί να είναι καταστροφικό για τη γεωργική παραγωγή».

«Είναι σκληρό να βλέπεις τα μελίσσια σου να καίγονται μέσα σε λίγα λεπτά, ανήμπορος να αντιδράσεις» | © Thodoris Nikolaou, AP

Προβλήματα σε στεριά και θάλασσα

«Πριν τρία χρόνια είχαμε πολύ έντονες βροχοπτώσεις τον Αύγουστο στην Εύβοια και τη Βοιωτία. Πνίγηκαν πολλά μελίσσια, μαζί και τα δικά μου. Είναι απίστευτα σκληρό να είσαι κολλημένος στις λάσπες με το φορτηγό, στις 4 η ώρα το πρωί, και να προσπαθείς να σώσεις τα πνιγμένα σου μελίσσια. Ή να τα βλέπεις να καίγονται και να χάνεις τα πάντα μέσα σε λίγα λεπτά, ανήμπορος να αντιδράσεις» θυμάται ο Βαγγέλης Παπαγεωργίου. Αντίστοιχα, οι προπέρσινοι καύσωνες και η καταστροφή δασών που έδιναν πολύ μέλι από μεγάλες πυρκαγιές κόστισαν πολύ ακριβά στον κλάδο της μελισσοκομίας.

Ο 39χρονος μελισσοκόμος πέρασε όμως και φέτος δύσκολα, για τελείως διαφορετικούς λόγους αυτήν τη φορά. «Τη φετινή χρονιά είχαμε 40% έως 60% μείον σε όλα τα ανοιξιάτικα μέλια, αφού η άνοιξη δεν ήρθε ποτέ. Πολλές βροχές, απότομες αλλαγές θερμοκρασίας, χαμηλές νυχτερινές μέχρι τα τέλη Μαΐου· ουσιαστικά μετά από “καιρό Μαρτίου” πήγαμε κατευθείαν σε μέρες με πάνω από 30 βαθμούς Κελσίου. Τα μελίσσια δεν έγιναν ποτέ πλήρως παραγωγικά, η μελιτοσυλλογή ήταν πολύ μειωμένη».

Κάθε χρόνο ζουν το άγχος για το πώς θα πάει ο καιρός, ενώ οι πιο παλιοί στο επάγγελμα συνηθίζουν να λένε ιστορίες γύρω από το «πόσο πιο εύκολα έβγαιναν τα μέλια» στην εποχή τους. Σύμφωνα όμως με τον Βαγγέλη Παπαγεωργίου, αυτό δεν έχει να κάνει τόσο με το κλίμα όσο με το πολύ χαμηλότερο κόστος παραγωγής. Υπάρχουν άραγε επιστημονικές καταγραφές για τα προβλήματα και τους κινδύνους που βιώνει η χλωρίδα και η πανίδα στην Ελλάδα από την καταστροφή του περιβάλλοντος;

«Οι επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης στη βιοποικιλότητα είναι, αναμφίβολα, ιδιαίτερα σημαντικές» λέει, χωρίς υπεκφυγές, ο Γιώργος Μελισσουργός, υπεύθυνος πολιτικής για τη βιοποικιλότητα και τον χωρικό σχεδιασμό της WWF Ελλάς.

«Για παράδειγμα, οι παρατεταμένες περίοδοι υψηλών θερμοκρασιών και ξηρασίας συντελούν σε αύξηση της συχνότητας και της έντασης των δασικών πυρκαγιών. Με αυτόν τον τρόπο όχι μόνο πλήττεται ένα φυσικό οικοσύστημα και οι οικολογικές του λειτουργίες, αλλά και στερούμαστε τα πολύτιμα αγαθά και υπηρεσίες που μας προσφέρει (π.χ. ξυλεία ή αναψυχή)». Την ίδια στιγμή, όπως σημειώνει στην ιντερνετική μας συνομιλία, χάνουμε έναν πολύτιμο σύμμαχο απέναντι στην κλιματική κρίση, αφού τα δάση περιορίζουν σημαντικά τις επιπτώσεις των ακραίων καιρικών φαινομένων όπως οι πλημμύρες αλλά και λειτουργούν ως φυσικές αποθήκες άνθρακα.

Αυτά όσον αφορά τη στεριά, μιας και οι επιπτώσεις είναι σοβαρές και για το θαλάσσιο περιβάλλον. Ορίστε, ένα απλό παράδειγμα που μας δίνει το μέλος της WWF Ελλάς: «Η άνοδος της θερμοκρασίας του νερού και της στάθμης της θάλασσας απειλεί τα λιβάδια ποσειδωνίας, αυτό το σπουδαίο οικοσύστημα των “μπλε δασών” που αποτελούν βιότοπο για δεκάδες είδη και δεσμεύουν έως και 40% των εκπομπών CO2 στις μεσογειακές χώρες». 

Σε παρόμοιο τόνο είναι και όσα μοιράζεται μαζί μας η Αναστασία Μήλιου, διευθύντρια ερευνών στο Ινστιτούτο Θαλάσσιας Προστασίας Αρχιπέλαγος: «Η βιοποικιλότητα των θαλασσών μας αλλάζει. Αυτό οφείλεται σε ένα βαθμό στην κλιματική αλλαγή, αλλά και σε ανθρώπινες παρεμβάσεις όπως για παράδειγμα η διάνοιξη παλαιότερα και πιο πρόσφατα η διαπλάτυνση της διώρυγας του Σουέζ. Τον σημαντικότερο ρόλο όμως για την εξάπλωση των ξενικών και εισβολικών ειδών στις θάλασσές μας παίζει η υπεραλίευση – δηλαδή το εντατικό και αλόγιστο άδειασμα και τελικά η ερημοποίηση πολυάριθμων περιοχών, κυρίως αυτών στις οποίες υπάρχει εύκολη πρόσβαση».

Τι όμως λένε οι άνθρωποι που ζουν από τη θάλασσα; «Δεν είναι λίγες φορές που έχουμε σηκώσει λαγοκέφαλους στο παραγάδι» εξομολογείται τηλεφωνικά ο Μιχάλης Μανουσάκης από τους Φούρνους. «Είναι ένας είδος που μετανάστευσε στη Μεσόγειο μέσω της Διώρυγας του Σουέζ και δεν έχει φυσικό εχθρό. Έχει κατακλύσει σχεδόν όλα τα παράλια όλων των νησιών. Μάλιστα, επειδή η βασική διατροφή του είναι το καλαμάρι και το χταπόδι, τα είδη αυτά κινδυνεύουν να εξαφανιστούν από τις θάλασσές μας. Επίσης, έχει αυξηθεί πάρα πολύ το λεοντόψαρο, το οποίο αφανίζει τον γόνο όλων των υπόλοιπων ψαριών».

Πριν κλείσει το τηλέφωνο, ακούγεται να χαμογελά σαν να μοιράζεται κάποιο μυστικό: «Εμείς έχουμε μάθει και το τρώμε, αφού είναι πολύ νόστιμο». Σε τι βαθμό όμως παρατηρούνται διαφοροποιήσεις από παλιότερα; «Οι θάλασσές μας αλλάζουν ως αποτέλεσμα της υπερεκμετάλλευσης, της ανθρώπινης επιβάρυνσης και της κλιματικής αλλαγής» αναφέρει η Αναστασία Μήλιου, πριν δώσει μία πιο συγκεκριμένη εικόνα: «Σύμφωνα με αρχαιοζωολογικές έρευνες πριν από περισσότερα από 3.500 χρόνια στο Αιγαίο ψάρευαν τα ίδια είδη που έως και πρόσφατα αποτελούσαν τη συνηθισμένη ψαριά. Τα τελευταία χρόνια όμως, όλο και περισσότερα είναι τα νέα είδη – ξενικά και εισβολικά – που συναντάμε στις ελληνικές θάλασσες». 

Είναι μία εικόνα την οποία επιβεβαιώνει και η WWF Ελλάς, αφού η αυξανόμενη θερμοκρασία προκαλεί εκτοπισμό ή και θάνατο ειδών της θαλάσσιας πανίδας. Έτσι, και για τον ίδιο λόγο, εισρέουν στις θάλασσές μας ξενικά είδη, τα οποία διαταράσσουν τα υφιστάμενα οικοσυστήματα και τους πληθυσμούς των ενδημικών ειδών. Αν κάνουμε μία προβολή στο μέλλον, η κλιματική αλλαγή δείχνει έτοιμη να αλλάξει το τοπίο όπως εκείνη νομίζει. Το θέμα είναι με τι ταχύτητα θα συμβεί όλο αυτό. Ή μήπως όχι;

«Μπορώ να βρίζω για όσα βλέπω: τις μολυσμένες μας θάλασσες και το αποψίλωμα παρθένων δασών για να γίνουν καλλιέργεια» | © Ντίνος Μιχάηλ (2ο φετινό βραβείο στον διαγωνισμό Natura 2000)

Η άλλη άποψη

«Αν πάμε ακόμα πιο πίσω, και φτάσουμε μέχρι τη δεκαετία του ‘80 και την καταστροφή του Τσέρνομπιλ, έχουμε βιώσει τρομερές αλλαγές: μολυσμένα ποτάμια να πέφτουν μέσα στη θάλασσα, εξαφάνιση θαλάσσιων ειδών (όπως οι πίννες και οι φούσκες) και υπερπληθυσμός σε κάποια άλλα (όπως η Καουλέρπα ρασεμόζα, ένα είδος από τοξικά φύκια που επικάθονται πάνω σε ζωντανούς οργανισμούς) είναι μερικά μόνο από αυτά.  Το μόνο καλό που μπορώ να φανταστώ είναι ότι τα έντονα ρεύματα του Ανατολικού Αιγαίου δεν αφήνουν τα μολυσμένα ιζήματα να επικαθίσουν στον βυθό με την ευκολία που επικάθονται σε άλλες θάλασσες» λέει χαρακτηριστικά ο Μιχάλης Μανουσάκης, ανατρέχοντας σε μνήμες δεκαετιών. Ήταν εκεί σε κάθε στροφή της πρόσφατης φυσικής ιστορίας.

Η καταστροφή του περιβάλλοντος και η αδιαφορία απέναντι στο μέλλον του πλανήτη δεν είναι κάτι που ξεκίνησε με το φαινόμενο το θερμοκηπίου. Δεν άρχισε χτες, δεν έγινε ξαφνικά. Περιβαλλοντικές καταστροφές έχουν συμβεί ακόμα και στην Αρχαιότητα: λέγεται πως οι λόφοι της Μασσαλίας, αρχαίας ελληνικής αποικίας των Φωκαέων, ήταν καταπράσινοι και γεμάτοι δέντρα, αλλά μετά την υπερ-υλοτόμηση αιώνων μεταμορφώθηκαν στο ξερό τοπίο του σήμερα.

Σύμφωνα, όμως, με τις προειδοποιήσεις των επιστημόνων η κλιματική κρίση πατάει το fast forward σε όλες τις εξελίξεις. Κανείς δεν έχει αμφιβολία ότι είμαστε οι βασικοί ένοχοι πίσω από τα περιβαλλοντικά εγκλήματα. Το ζήτημα είναι ποια είναι αυτά – ή μάλλον ποια είναι τα πιο σημαντικά.

Σε πρόσφατη ενημέρωση των δημοσιογράφων που διοργάνωσε το climatebook.gr στα γραφεία της WWF Ελλάς αναφέρθηκε ξανά και ξανά η δυσπιστία με την οποία αντιμετωπίζουν πολλές φορές οι άνθρωποι που εργάζονται στο πεδίο (ψαράδες, κτηνοτρόφοι, αγρότες) τις προειδοποιήσεις των ειδικών. Νιώθουν ότι κάποιος τους κουνά το δάχτυλο ενώ την ίδια στιγμή κανείς δεν τους ακούει· ότι ασφυκτιούν οικονομικά ενώ μεγάλα συμφέροντα παίζονται στην πλάτη τους· ότι δεν υπάρχει καμία, επί της ουσίας, κρατική στρατηγική επί του θέματος.

«Δεν μπορώ να πειστώ ότι μέσα σε μερικές δεκαετίες όμως καταφέραμε να αλλάξουμε κάτι που συνέχεια αλλάζει» λέει με επιφυλακτικότητα ο μελισσοκόμος Βαγγέλης Παπαγεωργίου, πριν συνεχίσει: «Πολύ θα ήθελα άλλον έναν λόγο για να βρίζω. Να βρω έναν αποδιοπομπαίο τράγο. Δεν είμαι σίγουρος όμως ότι τον έχω. Μπορώ όμως με σιγουριά να βρίζω για όλα αυτά που βλέπω να αλλάζουν: οι μολυσμένες μας θάλασσες που όλα τα ψάρια πλέον έχουν στο στομάχι τους μικροσωματίδια από πλαστικό, το αποψίλωμα εκατομμυρίων στρεμμάτων από παρθένα δάση για να γίνουν καλλιέργεια, το ξεγύμνωμα βουνών απίστευτης ομορφιάς για να βάλουν ΑΠΕ με πρόσχημα την κλιματική κρίση».

Κανείς από τους ερευνητές με τους οποίους συνομιλήσαμε για το ρεπορτάζ δεν έθεσε ζήτημα περί ύπαρξης ή μη της κλιματικής κρίσης. Την ίδια όμως στιγμή, στην πρόσφατη ενημέρωση του climatebook.gr προς τους δημοσιογράφους τονίστηκε ότι πολύ συχνά τα Μέσα ονομάζουν τα πάντα -άκριτα και με ιδιαίτερη ευκολία- ως «κλιματική κρίση». Κάτι, δηλαδή, που πολλές φορές αποτελεί γρίφο ακόμα για τους εξειδικευμένους επιστήμονες, αφού το να ξεχωρίσουν αν ένα συγκεκριμένο ακραίο καιρικό φαινόμενο είναι αποτέλεσμα περιοδικότητας ή απόρροια της καταστροφής του περιβάλλοντος από ανθρώπινο χέρι μόνο εύκολο δεν είναι.

Πολλοί μελισσοκόμοι, όπως ο Βαγγέλης Παπαγεωργίου, νιώθουν ότι οι λύσεις που προτείνονται καταπατούν τα δικά τους δικαιώματα. «Πλέον σε όλα τα αιολικά πάρκα δε σου επιτρέπουν τοποθέτηση μελισσών. Ήρθαν έκλεψαν, βίασαν και σε διώχνουν.Το ίδιο και δίπλα τους α φωτοβολταϊκά. Εγκαταλείπεται όλη η ελληνική επαρχία, απαξιώνεται το αγροτικό προϊόν, χωράφια που καλλιεργούνταν γίνονται φωτοβολταϊκά και ανεμογεννήτριες. Έχουμε μειώσει τόσο δραματικά τους βιότοπους άγριων ζώων που πλέον κατεβαίνουν στα αστικά περιβάλλοντα για να τραφούν. Κόβουμε/καίμε/μολύνουμε» αναφέρει σε πολύ μαχητικό τόνο.

Για εκείνον υπάρχουν σοβαρές πολιτικές ευθύνες ενώ έχει την αίσθηση ότι τα τελευταία χρόνια λαμβάνει χώρα και ένα «ξεπούλημα» του φυσικού πλούτου.

Όλα αυτά δείχνουν το πόσο πολύπλοκο -σε επιστημονικό, κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο- είναι το ζήτημα του περιβάλλοντος. Την ίδια στιγμή που ένα σημαντικό ποσοστό από τους ανθρώπους οι οποίοι δουλεύουν στο πεδίο αντιμετωπίζουν καχύποπτα τις προτεινόμενες λύσεις, οι διεθνείς οργανισμοί κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου καθώς τα κράτη καθυστερούν να πάρουν ουσιαστικά μέτρα.

Σε κάθε περίπτωση ένα είναι σίγουρο: αν δε βρούμε συνεννόηση ως ανθρωπότητα σε αυτό το ζήτημα, τότε κινδυνεύουμε να βουλιάξουμε όλοι μαζί. Δεν πρόκειται να σωθεί η Ελλάδα και να πάει στον πάτο η Κίνα. Απλά, όπως συμβαίνει συνήθως, θα την πληρώσουν πρώτα οι πιο αδύναμοι.

Δυστοπικές εικόνες αναζητούν λύσεις

«Οι παράκτιες ζώνες αντιμετωπίζουν αυξημένους κινδύνους καταστροφών, συμπεριλαμβανομένων των πλημμυρών και της διάβρωσης των ακτών, καθώς και της αλάτωσης των δέλτα των ποταμών και των υδροφόρων οριζόντων που στηρίζουν τα μέσα διαβίωσης των τοπικών κοινοτήτων» λέει ο Αλέξανδρος Μουλόπουλος, υπεύθυνος τομέα κλίματος και ενέργειας της WWF Ελλάς. «Οι κίνδυνοι για τις παράκτιες πόλεις και οικισμούς προβλέπεται να αυξηθούν αν δεν επιτευχθούν σημαντικές δράσεις προσαρμογής στην κλιματική κρίση και μετριασμού των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου».

Η απάντηση του έρχεται στην ερώτηση για το πώς θα είναι η ανθρώπινη ζωή κοντά στη θάλασσα μέσα στα επόμενα χρόνια, αν η κλιματική κρίση συνεχίσει ακάθεκτη. Πώς όμως θα συμβεί αυτό;

«Στην Ευρώπη, η άνοδος της στάθμης της θάλασσας θα αποτελέσει πραγματική απειλή για τις παράκτιες κοινότητες και την πολιτιστική τους κληρονομιά. Η στάθμη της θάλασσας προβλέπεται να αυξηθεί σε όλες τις ευρωπαϊκές περιοχές, με ρυθμό που θα προσεγγίζει ή θα υπερβαίνει την παγκόσμια μέση στάθμη της θάλασσας» ξεκαθαρίζει ο Μουλόπουλος. «Επιπλέον, ακραία φαινόμενα, όπως έντονες καταιγίδες -που επηρεάζουν τη στάθμη της θάλασσας- εκτιμάται ότι θα γίνουν πιο συχνά και έντονα, οδηγώντας σε περισσότερες παράκτιες πλημμύρες ενώ οι ακτογραμμές κατά μήκος των αμμωδών ακτών θα υποχωρήσουν καθ’ όλη τη διάρκεια του 21ου αιώνα».

Δυστυχώς, οι εικόνες που περιγράφονται θυμίζουν δυστοπία. «Στη Μεσόγειο, όπου η θερμοκρασία αυξάνεται 20% γρηγορότερα από τον παγκόσμιο μέσο όρο, αναμένεται σημαντική απώλεια της λειτουργικότητας και της βιοποικιλότητας των παράκτιων οικοτόπων. Η διάβρωση των ακτών λόγω της κλιματικής κρίσης, σε συνδυασμό με ανθρώπινες πρακτικές, όπως η ανεξέλεγκτη ανάπτυξη του αστικού ιστού, η υπερβολική χρήση νερού και κατανάλωση ενέργειας καθώς και η μη βιώσιμη διαχείριση των στερεών αποβλήτων και λυμάτων, θέτουν σε σοβαρό κίνδυνο σημαντικούς τομείς οικονομικής δραστηριότητας των παράκτιων περιοχών, όπως για παράδειγμα του τουρισμού – ο οποίος αντιπροσωπεύει το 11% του ΑΕΠ των κρατών-μελών της ΕΕ στην περιοχή» συνεχίζει ο Μουλόπουλος για να μας δώσει μία πιο συγκεκριμένη εξήγηση.

Όσο για το τι πρέπει να περιμένουμε στην Ελλάδα; «Οι επιπτώσεις είναι παρόμοιες και για τις ελληνικές παραθαλάσσιες πόλεις, τον τουρισμό και τους οικοτόπους. Για παράδειγμα, προβλέπεται σημαντική αύξηση της θερμοκρασίας με επιπτώσεις στην υγεία, λόγω αυξημένης θερμοκρασίας όσο και ακραίων καυσώνων, αλλά και στην οικονομία καθώς θα αυξηθούν οι ανάγκες (και άρα τα έξοδα) ψύξης των υποδομών. Και φυσικά, οι επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης δε θα αφήσουν ανέγγιχτα και τα μοναδικά χαρακτηριστικά του τόπου μας, όπως είναι η φύση και ο πολιτισμός».

Παλιότερα υπήρχε ένα άγχος για το κατά πόσο η Ακρόπολη κινδυνεύει από το καυσαέριο της Αθήνας. Τώρα, τα πράγματα είναι πολύ πιο σοβαρά. Οι πλημμύρες του κοντινού μέλλοντος θα είναι ικανές να καταπιούν ολόκληρες περιοχές. Δεν είναι φυσικά μόνο τα αστικά τοπία που κινδυνεύουν, το ίδιο ισχύει και για τον φυσικό τοπίο της Ελλάδας.

«Καθώς οι 446 περιοχές του δικτύου Natura 2000 στη χώρα μας αποτελούν τις πιο πολύτιμες οικολογικά περιοχές, είναι σαφές ότι η λήψη αποτελεσματικών μέτρων προστασίας πρέπει να αποτελέσει προτεραιότητα» αναφέρει ο Γιώργος Μελισσουργός, υπεύθυνος πολιτικής για τη βιοποικιλότητα και τον χωρικό σχεδιασμό της WWF Ελλάς. «Σε ό,τι αφορά ειδικότερα την κλιματική κρίση, χρειάζεται να αυξήσουμε τις γνώσεις μας και να αναλάβουμε κάθε απαραίτητη δράση τόσο για να διαχειριστούμε την τρωτότητα των ειδών και των οικοτόπων που προστατεύουμε έναντι της κλιματικής κρίσης, όσο και για να διασφαλίσουμε τον ανεκτίμητο ρόλο των περιοχών Natura στο να μετριάσουμε τις επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης και να προσαρμοστούμε σε αυτήν».

Πώς ακριβώς θα γίνει αυτό, όταν ολόκληρα κράτη αδυνατούν να συνεννοηθούν στα πιο απλά περιβαλλοντικά ζητήματα; «Ένα πράγμα είναι βέβαιο: Χωρίς την άμεση λήψη ρυθμιστικών και διαχειριστικών μέτρων που θα είναι στοχευμένα και αποτελεσματικά, τα προστατευτέα στοιχεία της φύσης θα συρρικνώνονται από την άποψη του πληθυσμού τους, της έκτασής τους και της δυναμικής τους, ενώ συγχρόνως θα διαταράσσονται σημαντικές οικολογικές λειτουργίες που αποτελούν κρίσιμη προϋπόθεση για την επιβίωση τους».

© Channi Anand / AP

Τελειώνουν άραγε εκεί τα προβλήματά μας; «Υπάρχει όμως και ένας ακόμα παράγοντας που έχει μεγάλη σημασία: Ο συνδυασμός των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής με τις ανθρωπογενείς πιέσεις, ο οποίος θα εξακολουθεί να έχει άκρως δυσμενείς και ίσως απρόβλεπτες επιπτώσεις στην ίδια τη βιοποικιλότητα αλλά και να στερεί από την κοινωνία και την οικονομία μας τις ανεκτίμητες οικοσυστημικές υπηρεσίες της φύσης. Με λίγα λόγια, χωρίς μέτρα, θα συνεχίσουμε να έχουμε “προστασία στα χαρτιά” ενώ η πραγματική κατάσταση της φύσης ολοένα και θα επιδεινώνεται».

Παράκτιες πόλεις που πλημμυρίζουν, εκατομμύρια νεκρά ψάρια να επιπλέουν στον αφρό έχοντας καταπιεί τόνους μικροπλαστικών, δεκάδες εξαφανισμένα είδη, άνθρωποι να ψάχνουν ένα καταφύγιο από τις αφόρητες θερμοκρασίες και τα ακραία καιρικά φαινόμενα. Θα μπορούσε να είναι υπερβολικό, αλλά δεν είναι. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των ειδικών, η κλιματική κρίση μάς οδηγεί ακριβώς εκεί.

Πού ακριβώς βρισκόμαστε αυτήν τη στιγμή; Μάλλον, στο μηδέν. Τουλάχιστον ομως έχει ανοίξει μία συζήτηση. «Πρέπει το ελληνικό κράτος να πάρει κάποια μέτρα πριν να είναι αργά. Ας δώσει κάποιο οικονομικό κίνητρο στους ψαράδες να αλιεύουν τα συγκεκριμένα είδη» αναφέρει ο ερασιτέχνης ψαράς Μιχάλης Μανουσάκης, σχετικά με την τραγική κατάσταση των ελληνικών θαλασσών. «Προσωπικά πιστεύω ότι αν θέλουμε να αναπτυχθεί η αλιεία και να μακροημερεύσει, θα πρέπει να απαγορευτεί το ψάρεμα (ερασιτεχνικό και επαγγελματικό, δίνοντας στους επαγγελματίες κάποια αποζημίωση βέβαια) τον Μάιο. Είναι ο κλασικός μήνας που γεννάνε τα ψάρια – τότε, δηλαδή, που είναι πιο ευάλωτα και γίνονται εύκολος στόχος».

Η αλήθεια είναι ότι ακούγονται εκατοντάδες διαφορετικές απόψεις (και όχι από ανθρώπους ο Μιχάλης Μανουσάκης, ο οποίος ζει καθημερινά και από κοντά τη φύση) που αντί να ρίχνουν φως συσκοτίζουν περισσότερο το τοπίο.

Ίσως, η μόνη λύση είναι εκείνη που αναφέρει ο Δρ. Κωνσταντίνος Λαγουβάρδος: «Πρέπει να ενημερωνόμαστε για το πρόβλημα από έγκυρες πηγές (η γνώση σώζει), να επενδύουμε στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, να προσαρμόσουμε τις μετακινήσεις μας, να μειώσουμε τη σπατάλη στα τρόφιμα, και κυρίως να συνεχίσουμε να πιέζουμε για πολιτικές λύσεις στη μείωση των εκπομπών των αερίων θερμοκηπίου. Αν η ανθρωπότητα συνεχίσει να εκπέμπει θερμοκηπικά αέρια με το σημερινό ρυθμό, είναι πολύ πιθανό να προκληθούν αλλαγές στο κλίμα του πλανήτη μας οι οποίες θα είναι πολύ δύσκολα αναστρέψιμες».

Τελικά, ένα είναι σίγουρο: αν μείνουμε με σταυρωμένα τα χέρια, αργά ή (μάλλον) γρήγορα θα τρακάρουμε πάνω στον τοίχο της κλιματικής κρίσης. Με μεγάλη φόρα και ανυπολόγιστες συνέπειες.