iStock
TRUE CRIME

Το κορίτσι που πέθανε τρεις φορές

Η τραγική υπόθεση της δολοφονίας της Shiori Ino, η οποία απλά ήθελε να λήξει τη σχέση της με τον επικίνδυνο σύντροφό της.

Okegawa, Saitama, 1999

«Θα με σκοτώσει».

Τον Ιανουάριο του 1999, η Shiori Ino, φοιτήτρια είκοσι ενός ετών, γνώρισε τον Kazuhito Komatsu σε ένα game center κοντά στον σταθμό Ōmiya της Saitama. Ο Komatsu ήταν 26 ετών και ισχυρίστηκε πως ήταν 23. Παρόλο που είπε στην Ino πως ήταν επιχειρηματίας που εμπορευόταν αυτοκίνητα, ακίνητα και πολύτιμα μέταλλα, στην πραγματικότητα, διατηρούσε μια σειρά από οίκους ανοχής μαζί με τον αδερφό του Takeshi, πυροσβέστη στο επάγγελμα.

Ο Komatsu τα παρουσίαζε ως «σαλόνια μασάζ». Η Shiori δεν είχε κανέναν λόγο να αμφιβάλλει. Βγήκαν τέσσερα ή πέντε ραντεβού και μέχρι εκείνο το σημείο, η συμπεριφορά του δεν την ξένιζε. Μέχρι που άρχισαν τα δώρα.

Τσάντες Louis Vuitton, κοστούμια Gucci, πανάκριβα δώρα που ο Komatsu της προσέφερε σε δημόσιους χώρους. Όταν η Shiori αρνιόταν να τα πάρει, εκείνος προκαλούσε σκηνές μπροστά στον κόσμο. Παράλληλα, άρχισε να τηλεφωνεί στο σταθερό της σπιτιού της, παρόλο που η Shiori του είχε δώσει μόνο τον αριθμό του κινητού της. Όταν εκείνη προσπάθησε να διακόψει κάθε επαφή, ο Komatsu την απείλησε μέχρι που εκείνη εν τέλει δέχτηκε να συνεχίσει να βλέπονται.

Στις 24 Μαρτίου, η Shiori εκμυστηρεύτηκε σε μια φίλη ότι φοβόταν για τη ζωή της και στις 30 του ίδιου μήνα έκανε κάτι που κανένα άτομο είκοσι ενός ετών δεν θα έπρεπε να κάνει: έγραψε τη διαθήκη της.


Προσπάθησε ξανά να χωρίσει τον Komatsu, αλλά υποχώρησε αφού εκείνος απείλησε την οικογένειά της. Ο εφιάλτης συνεχίστηκε ως τα μέσα Ιουνίου. Στις 14 του μήνα η Shiori συνάντησε τον Komatsu σε μια καφετέρια και του είπε ξεκάθαρα ότι σκόπευε να ξεκόψει. Την ίδια μέρα ο Komatsu, ο Takeshi και ένας φίλος τους εμφανίστηκαν στο σπίτι των Ino. Απείλησαν τη Shiori και τη μητέρα της, παρουσιάζοντας ψεύτικες κατηγορίες για δήθεν υπεξαιρέσεις χρημάτων στις οποίες η Shiori είχε εμπλοκή.

Όταν ο πατέρας της, Kenichi, γύρισε από τη δουλειά, τους είπε ατάραχος να φύγουν από το σπίτι του, αφού πρώτα πάρουν μαζί τους τα δώρα που ο Komatsu είχε επιβάλει στη Shiori. Οι τρεις αποχώρησαν, δηλώνοντας ρητά ότι δεν σκόπευαν να πάρουν πίσω τα δώρα. Δίχως όμως να το γνωρίζουν, η Shiori είχε ηχογραφήσει ολόκληρο το επεισόδιο.

Την επόμενη μέρα πήγε στο αστυνομικό τμήμα της Ageo στην επαρχία Saitama και κατέθεσε την ηχογράφηση. Παρά την αγανάκτηση ενός νερού αξιωματικού, οι ανώτεροι αστυνομικοί της είπαν ότι δεν μπορούσαν να κάνουν κάτι για να τη βοηθήσουν. Ένας ντετέκτιβ, μάλιστα, που άκουσε την ιστορία της αντέδρασε: «Αν χωρίζεις αφού δέχτηκες τόσα δώρα, είναι φυσικό ο φίλος σου να θυμώσει». Στις 16 Ιουνίου η Shiori πήγε ξανά στην αστυνομία, αυτή τη φορά μαζί με τους γονείς της.

Οι αστυνομικοί αρνήθηκαν και πάλι να αναλάβουν δράση, υποστηρίζοντας ότι η ίδια έφταιγε γιατί χώρισε τον φίλο της αφού πρώτα δέχτηκε ένα σωρό ακριβά δώρα και τους παρέπεμψαν σε ένα νομικό κλιμάκιο του Εμπορικού Επιμελητηρίου. Μετά από μια δεκαπεντάλεπτη διαβούλευση, ο δικηγόρος απέρριψε τις ανησυχίες τους και η Shiori κατάλαβε πως κανείς δεν θα τη βοηθούσε.

Στις 21 Ιουνίου η νεαρή έστειλε με κούριερ ό,τι της είχε χαρίσει ο Komatsu στη διεύθυνσή του. Την επόμενη μέρα ο Takeshi Komatsu πλησίασε τον 33χρονο Yoshifumi Kubota, πρώην διευθυντή ενός από τους οίκους ανοχής του, προσφέροντάς του ένα συμβόλαιο θανάτου της τάξης των 20 εκατομμυρίων γιεν. Ο Kubota δέχτηκε κι εν συνεχεία στρατολόγησε δύο γνωστούς του, τον Akira Kawakami και τον Yoshitaka Ito. Στις 5 Ιουλίου, ο Kazuhito Komatsu έφυγε στη Naha της Okinawa, ώστε να έχει άλλοθι για τη δολοφονία της πρώην συντρόφου του.

Τους επόμενους τέσσερις μήνες η οικογένεια Ino βίωσε μια κλιμακούμενη εκστρατεία τρόμου: εκατοντάδες αφίσες και επιστολές που δυσφημούσαν τη Shiori και τον πατέρα της διανεμήθηκαν στη γειτονιά και στη δουλειά του πατέρα.


Η οικογένεια πήγαινε επανειλημμένα στην αστυνομία, με κάθε στοιχείο που είχαν στη διάθεσή τους και κατέθεσαν μήνυση για δυσφήμηση, ωστόσο οι ανώτεροι αξιωματικοί του τμήματος παρεμπόδισαν συστηματικά την έρευνα, αφού ανησυχούσαν μήπως οι ανεξιχνίαστες υποθέσεις έχουν αρνητικές συνέπειες στην αξιολόγηση του τμήματος. Στο μεταξύ, ο Kubota, ο Kawakami και ο Ito παρακολουθούσαν το σπίτι της Shiori και τον τοπικό σιδηροδρομικό σταθμό, σχεδιάζοντας τη δολοφονία της.

Στις 26 Οκτωβρίου 1999, η Shiori έφυγε από το σπίτι της με ποδήλατο, κατευθυνόμενη στον σταθμό Okegawa για να παρακολουθήσει τα απογευματινά μαθήματα στη σχολή της. Ο Ito, που παρακολουθούσε το σημείο από ένα σταθμευμένο αυτοκίνητο, ειδοποίησε τον Kawakami, ο οποίος οδήγησε ως τον σταθμό. Καθώς η Shiori κατέβαινε από το ποδήλατο, ο Kubota πλησίασε και την μαχαίρωσε στο πλευρό. Όταν εκείνη γύρισε, τη μαχαίρωσε στην καρδιά. Ήταν λίγο πριν τη 1 το μεσημέρι όταν η Shiori Ino δέχτηκε τη δολοφονική επίθεση και στη συνέχεια εξέπνευσε.

Αμέσως μετά τη δολοφονία η αστυνομία της Saitama ξεκίνησε μια εκστρατεία παραπληροφόρησης, παρουσιάζοντας τη Shiori ως μια επιπόλαια κοπέλα που φλέρταρε τους πάντες και είχε αδυναμία στα ακριβά επώνυμα αξεσουάρ. Τα ταμπλόιντ, αλλά και ο δήθεν σοβαρός Τύπος, ακολούθησαν την ίδια γραμμή, κατασκευάζοντας χυδαίες ιστορίες για τη Shiori. Παράλληλα, χρησιμοποιώντας πλαστά έγγραφα, η αστυνομία προσπάθησε να αρνηθεί ότι η Shiori είχε καταθέσει καταγγελία εναντίον του πρώην φίλου της.

Το κορίτσι που είχε κάνει τα πάντα σωστά και παρόλα αυτά είχε δολοφονηθεί, τώρα έμελλε να πεθάνει ξανά. Ένα βιβλίο που γράφτηκε αργότερα για την υπόθεση φέρει τον υπότιτλο «Το κορίτσι που πέθανε τρεις φορές»: μία από τον δολοφόνο, μία από την αστυνομία και μία ακόμα από τα ΜΜΕ.

Μόνο που ένας δημοσιογράφος δεν πίστεψε το αφήγημα: ο Kiyoshi Shimizu, ρεπόρτερ του εβδομαδιαίου περιοδικού FOCUS. Μίλησε με την οικογένεια της Shiori, εξέτασε τα πραγματικά στοιχεία και αυτό που διαπίστωσε ήταν το ακριβώς αντίθετο της ιστορίας που διέδιδε ο Τύπος. Το ρεπορτάζ του Shimizu στο FOCUS διέλυσε το επίσημο αφήγημα. Ο Shimizu δημοσίευσε τη φωτογραφία του stalker, ανέλυσε με κάθε λεπτομέρεια το χρονικό της παρενόχλησης, τις καταγγελίες στην αστυνομία και τη θεσμική αδράνεια σε κάθε πτυχή της υπόθεσης. Στις 19 Δεκεμβρίου 1999 ο Kubota συνελήφθη.

Την επόμενη μέρα συνελήφθησαν οι Takeshi Komatsu, Kawakami και Ito. Στις 16 Ιανουαρίου 2000 άλλα οκτώ άτομα συνελήφθησαν για συνέργεια στην παρενόχληση κι εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης για τον Kazuhito Komatsu, ο οποίος κατάφερε να διαφύγει στο Sapporo του Hokkaido. Στις 27 Ιανουαρίου 2000, το πτώμα του βρέθηκε σε λίμνη στο Teshikaga. Είχε αυτοκτονήσει και στο σημείωμα που άφησε στο ξενοδοχείο όπου διέμενε ανέφερε πως σχεδίαζε να αυτοκτονήσει λίγο μετά τη δολοφονία της Shiori.

Η κυβέρνηση προχώρησε σε σύσταση εξεταστικής επιτροπής, ώστε να διερευνηθεί η διαχείριση της υπόθεσης. Ο αρχηγός της αστυνομίας της Saitama ζήτησε επισήμως συγγνώμη από την οικογένεια Ino, έξι αστυνομικοί τιμωρήθηκαν πειθαρχικά και τρεις ανώτεροι αξιωματικοί απολύθηκαν και παραπέμφθηκαν για πλαστογράφηση εγγράφων.

Ο Takeshi Komatsu καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη, ο Kubota σε 18 χρόνια, οι Kawakami και Ito σε 15 χρόνια ο καθένας. Οι τρεις πρώην αστυνομικοί έλαβαν ποινές φυλάκισης, αλλά με αναστολή. Φυσικά, κανείς τους δεν πέρασε ούτε μια μέρα στη φυλακή.

Τον Ιούνιο του 2003 το Περιφερειακό Δικαστήριο της Saitama διέταξε την αστυνομία να καταβάλει 5,5 εκατομμύρια γιεν στην οικογένεια Ino για «προδοσία της εμπιστοσύνης» του θύματος, αλλά δεν αναγνώρισε ότι η αμέλεια της αστυνομίας οδήγησε στον θάνατό της.


Τον Νοέμβριο του 2000 τέθηκε σε ισχύ ο πρώτος νόμος κατά του stalking στην Ιαπωνία. Ο νόμος ορίζει δύο κατηγορίες παραβατικής συμπεριφοράς: την «καταδίωξη», δηλαδή κάθε ενέργεια που πιέζει κάποιον να ξεκινήσει ή να συνεχίσει μία σχέση και το «stalking», δηλαδή επαναλαμβανόμενες πράξεις που κάνουν το θύμα να αισθανθεί κίνδυνο.

«Θα συνεχίσω καθημερινά να λέω την ιστορία της Shiori», λέει ο Kenichi Ino, ο πατέρας της, 75 ετών σήμερα. Εδώ και 26 χρόνια δίνει διαλέξεις σε αστυνομικές ακαδημίες σε ολόκληρη τη χώρα. Τον Σεπτέμβριο του 2025, όταν μια 20χρονη φοιτήτρια, η Asahi Okazaki, βρέθηκε νεκρή στο Kawasaki αφού και εκείνη είχε καταγγείλει τον πρώην φίλο της στην αστυνομία δίχως να λάβει την παραμικρή προστασία, ο Kenichi δήλωσε: «Είμαι σοκαρισμένος». Είκοσι έξι χρόνια μετά, η ιαπωνική αστυνομία δεν είχε μάθει το παραμικρό από τα λάθη της.

Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.

Exit mobile version