iStock
ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ

Το Objection είναι το νέο ΑΙ εργαλείο που εκφοβίζει τους δημοσιογράφους

Μπορεί η τεχνητή νοημοσύνη να κρίνει τη δημοσιογραφία; Μια νέα ΑΙ πλατφόρμα λέει «ναι».

Κάθε χρόνο, οι σχετικές έρευνες παρουσιάζουν τα ευρήματά τους για το επίπεδο της εμπιστοσύνης των πολιτών στα ΜΜΕ και κάθε χρόνο καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα.

Ο κόσμος γυρίζει την πλάτη στα παραδοσιακά ΜΜΕ, αυτά χάνουν διαρκώς έδαφος, σε αντίθεση με τις πλατφόρμες και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που έχουν μετατραπεί σε βασική πηγή ενημέρωσης. Την ίδια στιγμή, όπως αποκάλυψε η έκθεση του ινστιτούτου του Reuters για τη μελέτη της δημοσιογραφίας, παρατηρήθηκε μια μαζική στροφή σε μηχανές AI, όπως το ChatGPT και το Gemini, με τους χρήστες να παρακάμπτουν εντελώς τις παραδοσιακές μηχανές αναζήτησης.

Μέσα σε αυτό το τοπίο, όπου clickbait τίτλοι και περιεχόμενο, fake news και μια γενικευμένη καχυποψία πως όλα εξυπηρετούν κάτι, εμφανίζονται startups που υπόσχονται να λύσουν το πρόβλημα της αξιοπιστίας με τον πιο δυστοπικό τρόπο: δίνοντας στην ίδια την Τεχνητή Νοημοσύνη ρόλο δικαστή.

Αφού βοήθησε να στηθεί η δικαστική υπόθεση που οδήγησε στη χρεοκοπία του μέσου Gawker, ο Aron D’Souza λέει πως συνειδητοποίησε κάτι βαθιά προβληματικό στο αμερικανικό μιντιακό σύστημα: όσοι θεωρούν ότι αδικήθηκαν ή στοχοποιήθηκαν από ένα δημοσίευμα έχουν ελάχιστους τρόπους να αντιδράσουν.

Η λύση που προτείνει είναι μια νεοφυής επιχείρηση, με την ονομασία Objection.ai, η οποία παρουσιάζεται ως πλατφόρμα επαλήθευσης γεγονότων.


Πώς λειτουργεί;

Με 2.000 δολάρια, ο καθένας θα μπορεί να ζητήσει την έναρξη επίσημης «έρευνας» για ένα δημοσιευμένο άρθρο. Στη συνέχεια, ένα σύστημα τεχνητής νοημοσύνης μέσω γλωσσικών μοντέλων της OpenAI, του Anthropic, του xAI, του Mistral και της Google, θα αξιολογεί το ρεπορτάζ, αξιολογώντας τους ισχυρισμούς του δημοσιογράφου, ενώ παράλληλα θα εμφανίζονται στα social media προειδοποιήσεις ότι το θέμα βρίσκεται «υπό διερεύνηση» — πριν καν υπάρξει οποιοδήποτε συμπέρασμα. Από τη στιγμή που ξεκινά η διαδικασία, ενεργοποιείται και ένα δημόσιο χρονόμετρο που μετρά αντίστροφα μέχρι την τελική «ετυμηγορία».

Με άλλα λόγια, θα παρακολουθούμε σε ζωντανή μετάδοση να «δικάζεται» η αλήθεια.

Πίσω από το συγκεκριμένο εγχείρημα βρίσκεται μεταξύ άλλων και ο Peter Thiel, ο οποίος δεν χρειάζεται και πολλές συστάσεις. Αλλά ας φρεσκάρουμε τη μνήμη σου: Είναι συνιδρυτής του PayPal και της Palantir — της εταιρείας τεχνολογίας παρακολούθησης, της οποίας οι συμβάσεις παροχής δεδομένων με την ICE την έχουν καταστήσει αναπόσπαστο μέρος της επιβολής της μεταναστευτικής νομοθεσίας και στόχο συνεχούς ελέγχου από οργανώσεις για τα ατομικά δικαιώματα, υποστήριξε την προεκλογική εκστρατεία του Vance για τη Γερουσία, όταν ο Βανς είχε χαμηλά ποσοστά στις δημοσκοπήσεις και βρισκόταν σε πολιτικό αδιέξοδο. Χωρίς την υποστήριξη του Thiel, ο Vance πιθανότατα δεν θα είχε γίνει αντιπρόεδρος ούτε θα είχε καμία ρεαλιστική προοπτική να διαδεχθεί τον σημερινό πρόεδρο.

Εκτός των άλλων, ο Thiel, ο οποίος χρηματοδότησε την αγωγή κατά του Gawker εν μέρει για να υπερασπιστεί το ατομικό δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή – το μέσο είχε αποκαλύψει τη σεξουαλικότητά του το 2007 – ασκεί εδώ και καιρό κριτική στα μέσα ενημέρωσης. Ο D’Souza δηλώνει ότι στόχος του είναι να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη στην «Τέταρτη Εξουσία», η οποία, όπως υποστηρίζει, έχει καταρρεύσει τις τελευταίες δεκαετίες.

Ωστόσο, αυτό ακούγεται πολύ καλό για να είναι αληθινό.


Οι επικριτές, μεταξύ των οποίων και δικηγόροι ειδικευμένοι στα μέσα ενημέρωσης, προειδοποιούν ότι το Objection ενδέχεται να δυσχεράνει τη δημοσίευση εκείνου του είδους των ρεπορτάζ που καλούν τους ισχυρούς θεσμούς να λογοδοτήσουν, ιδίως αν τα ρεπορτάζ αυτά βασίζονται σε εμπιστευτικές πηγές.

Για το Objection, οι whistleblowers, τα άτομα δηλαδή που έχουν διακινδυνεύσει τη θέση εργασίας τους, τη φήμη τους και, ενίοτε, τη σωματική τους ακεραιότητα για να φέρουν πληροφορίες στο φως της δημοσιότητας, θεωρούνται ως ύποπτα δομικά μειονεκτήματα.

Ο ίδιος ο D’Souza υποστηρίζει πως η χρήση πλήρως ανώνυμων πηγών που δεν έχουν επαληθευτεί ανεξάρτητα θα οδηγεί αυτομάτως σε χαμηλότερη βαθμολογία αξιοπιστίας και τεκμηρίωσης μέσα στην πλατφόρμα. Στη λογική της πλατφόρμας, τα επίσημα έγγραφα, τα regulatory filings και τα εταιρικά emails θεωρούνται οι πιο ισχυρές αποδείξεις, ενώ οι ανώνυμες καταγγελίες και οι whistleblowers κατατάσσονται σχεδόν στο χαμηλότερο επίπεδο αξιοπιστίας.

Το υλικό αυτό θα συγκεντρώνεται εν μέρει από δίκτυο freelancers, ανάμεσά τους πρώην αστυνομικοί και ερευνητικοί δημοσιογράφοι, και στη συνέχεια θα τροφοδοτεί αυτό που η εταιρεία ονομάζει “Honor Index”: έναν αριθμητικό δείκτη που, σύμφωνα με το Objection, αποτυπώνει την ακεραιότητα, την ακρίβεια και συνολικά το «ιστορικό αξιοπιστίας» κάθε δημοσιογράφου.

«Η προστασία των πληροφοριών μιας πηγής είναι απαραίτητη για την παρουσίαση μιας σημαντικής ιστορίας, αλλά υπάρχει μια σημαντική ανισορροπία ισχύος σε αυτό το πλαίσιο», δήλωσε ο D’Souza στο TechCrunch. «Το θέμα γίνεται αντικείμενο δημοσιογραφικής κάλυψης, αλλά δεν υπάρχει τρόπος να ασκηθεί κριτική στην πηγή».

Άρα, αυτό που περιγράφει είναι μια κατάσταση όπου οι δημοσιογράφοι είναι έτσι κι αλλιώς χαμένοι: είτε θα πρέπει να αποκαλύπτουν ευαίσθητες πληροφορίες για τις πηγές τους, είτε θα τιμωρούνται βαθμολογικά επειδή προστατεύουν ανθρώπους που συχνά ρισκάρουν την καριέρα ή και την ασφάλειά τους για να μιλήσουν.

Εδώ λοιπόν, βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη ένσταση απέναντι σε πλατφόρμες όπως το Objection: αν τέτοιες τεχνολογίες καθιερωθούν, μπορεί να λειτουργήσουν αποτρεπτικά για whistleblowers και ανώνυμες πηγές, δηλαδή ακριβώς για τους ανθρώπους πάνω στους οποίους έχει στηριχθεί διαχρονικά η ερευνητική δημοσιογραφία.

Η Jane Kirtley, δικηγόρος και καθηγήτρια δικαίου και δεοντολογίας των μέσων ενημέρωσης στο Πανεπιστήμιο της Μινεσότα, λέει ότι το Objection εντάσσεται σε ένα μακροχρόνιο μοτίβο επιθέσεων που υπονομεύουν την εμπιστοσύνη του κοινού στον Τύπο.

«Αν το μήνυμα που περνάει είναι πως “ορίστε άλλο ένα παράδειγμα του πώς τα μέσα ενημέρωσης σας λένε ψέματα”, αυτό είναι ένα ακόμη χτύπημα που συμβάλλει στην καταστροφή της εμπιστοσύνης του κοινού στον ανεξάρτητο δημοσιογραφικό κλάδο», λέει.

Ο D’Souza σπεύδει να ξεκαθαρίσει ότι το Objection δεν έχει σκοπό να φιμώσει τους πληροφοριοδότες: «Είναι μια προσπάθεια επαλήθευσης των γεγονότων· είναι το ίδιο με τα Community Notes του X. Η σοφία του πλήθους σε συνδυασμό με τη δύναμη της τεχνολογίας για τη δημιουργία νέων μεθόδων διακήρυξης της αλήθειας».

Ο δικηγόρος Chris Mattei, ειδικός σε θέματα Πρώτης Τροπολογίας και δυσφήμισης, έχει άλλη γνώμη, καθώς υποστηρίζει πως η πλατφόρμα «μοιάζει με ένα είδος εκβιασμού υψηλής τεχνολογίας για την προστασία των πλουσίων και των ισχυρών».


«Σε μια εποχή που τόσοι πολλοί προσπαθούν να συγκαλύψουν την αλήθεια, θα έπρεπε να ενθαρρύνουμε τους πληροφοριοδότες που έχουν γνώση παρανομιών», δήλωσε ο Mattei. «Ο σκοπός αυτής της εταιρείας φαίνεται να είναι ακριβώς ο αντίθετος». Αρκεί να αναλογιστεί κανείς πως η χρήση της υπηρεσίας κοστίζει 2.000 δολάρια, ένα υψηλό ποσό για τους περισσότερους Αμερικανούς, αλλά σχετικά μικρό για πλούσιους ιδιώτες ή εταιρείες.  Ο D’Souza δήλωσε ότι αναμένει η πλατφόρμα να εξυπηρετήσει άτομα που αισθάνονται ότι δεν εκπροσωπούνται σωστά στα μέσα ενημέρωσης. Ωστόσο, οι επικριτές επισημαίνουν ότι όσοι έχουν τη μεγαλύτερη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν το Objection είναι πιθανότατα οι ίδιοι ισχυροί παράγοντες που διαθέτουν ήδη άλλους τρόπους να αντιδράσουν.

Ο Eugene Volokh, καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο UCLA με ειδίκευση στην Πρώτη Τροπολογία, εκτιμά ότι η ίδια η πλατφόρμα δύσκολα θα μπορούσε να θεωρηθεί απειλή για την ελευθερία του λόγου. Όπως λέει, μοιάζει περισσότερο με ένα είδος opposition research, μόνο που αντί για πολιτικούς στο στόχαστρο μπαίνουν δημοσιογράφοι.

«Κάθε μορφή κριτικής δημιουργεί αποτρεπτικό αποτέλεσμα», δήλωσε χαρακτηριστικά στο TechCrunch, απορρίπτοντας την άποψη ότι το Objection θα μπορούσε να αποθαρρύνει whistleblowers και ανώνυμες πηγές.

Το αν εργαλεία σαν αυτό θα αλλάξουν πράγματι τον τρόπο που λειτουργεί η δημοσιογραφία ή αν απλώς θα χαθούν μέσα στον ολοένα μεγαλύτερο θόρυβο των AI πλατφορμών που υπόσχονται να «διορθώσουν» την ενημέρωση, μένει να φανεί.

Η Jane Kirtley, πάντως, θέτει ίσως το πιο απλό και ουσιαστικό ερώτημα: «Γιατί να θεωρήσουμε δεδομένο ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα μπορεί να κρίνει την αλήθεια ή το ψέμα καλύτερα από έναν δημοσιογράφο που έκανε την έρευνα και έγραψε το ρεπορτάζ;».

Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.

Exit mobile version