ΦΑΣΑΙΟΜΕΤΡΟ

Από την Ασκληπιού ως το Kingston, ένας Μαζώ δρόμος

Η Ζωή Παρασίδη κυκλοφορεί (πολύ) στην Αθήνα και παρακολουθεί πού, ποιοι και τι είναι φάση τώρα.

– «Ρε σεις, πέθανε ο Μαζωνάκης;»

Είναι απόγευμα της 9ης Σεπτεμβρίου και, όπως κοιτάζω το φανάρι για να περάσω απέναντι στην Πανεπιστημίου, μου έρχεται το παραπάνω μήνυμα σε ένα group chat. Δεν δίνω σημασία, πιστεύω πως είναι ράδιο αρβύλα.

– «Ζώζα μου, καλά είσαι αγάπη μου;»

–«Πολύ καλά, εσύ;»

–«Μάλλον δεν έχεις δει τι έχει συμβεί, ε;»

Ντρέπομαι να φανώ έκπληκτη και σοκαρισμένη στο τηλεφώνημα που μου γίνεται από έναν φίλο λίγα λεπτά αργότερα, γιατί η αλήθεια είναι πως και μόνο από επαγγελματική διαστροφή θα μπορούσα να είχα μπει στα sites, προκειμένου να επιβεβαιώσω ή να διαψεύσω το μήνυμα που είχα λάβει.

Είχαν φτάσει ήδη λοιπόν τα νέα μέχρι τους σεζονίστες της Δονούσας, κι ας μην έχει καν καλό σήμα σε κάποια σημεία του νησιού, ακόμα και στο ίδιο της το λιμάνι. Και εγώ είχα πάθει άρνηση στο καράκεντρο της Αθήνας και του 5G.

Με καλεί και εκείνη η φίλη με την οποία όλες αυτές τις μέρες ανταλλάζουμε βίντεο και παλιές του φωτογραφίες, που τα τελευταία Σαββατόβραδα τού τα έχουμε αφιερώσει. Τη μια μέρα αφήνουμε να παίζει αυτή την «This is τάδε» playlist που φτιάχνει το Spotify για κάθε καλλιτέχνη, ενώ μετά περάσαμε στην «Best of», που είναι γεμάτη πεντάωρο μουσικής. Και καθώς τις ακούμε και σκρολάρω σε αυτές, κάτι δεν μου πάει καλά: δεν βλέπω ούτε το «Βαριέμαι», το πιο τζαζίζον κομμάτι που του έχουν δώσει ποτέ, σε στίχους Πάνου Φαλάρα και μουσική Τάκη Μπουγά, ούτε καν τα «Τελειώσαμε εδώ» και «Τρεις το πρωί», πάλι σε στίχους του Φαλάρα και μουσική του Νίκου Τερζή.

Προφανώς, η απουσία τους από τις λίστες έχει να κάνει με κάποιον συνδυασμό δεδομένων ακρόασης. Ο αριθμός αναπαραγωγών ενός κομματιού μαζί με την καταμέτρηση των αποθηκεύσεων στις βιβλιοθήκες των χρηστών της πλατφόρμας δίνουν το τι θεωρείται αντιπροσωπευτικό για έναν καλλιτέχνη, γι’ αυτό και τέτοιου τύπου λίστες παρουσιάζονται ως «τα αγαπημένα» και τα «καλύτερα». Το «αγαπημένα», ας το δεχτώ. Σε κάθε άλμπουμ υπάρχουν εκείνα τα κομμάτια που αναδεικνύονται περισσότερο από άλλα, τα λεγόμενα B-sides.

Με το «καλύτερα», ωστόσο, δεν συντάσσομαι.

Στη δεύτερη και τελευταία μέρα του Αγοραφοβικού φεστιβάλ, και μετά το καλοκουρδισμένο live του Pan Pan, ο οποίος έκανε μια καλά κρυμμένη μνεία στον Γιώργο Μαζωνάκη που ούτε εγώ συνειδητοποίησα εκείνη τη στιγμή, καθίσαμε για πατάτες τηγανητές και καλαμάκια στο καλτ καφενείο απέναντι από το ΠΛΥΦΑ, στον Γαρούφο, όπου δεν καταλαβαίνεις αν οι θαμώνες πίνουν νερό ή ποτό σε ποτήρι μπύρας και που κάθε Σεπτέμβρη, τις μέρες του φεστιβάλ, έχει την πιο ενδιαφέρουσα ετερόκλητη πελατεία – το όλο σκηνικό είναι η επιτομή της συμπερίληψης, του «όλοι χωράνε».

Και ενώ μέσα η τέταρτη διοργάνωση του ανεξάρτητου Αγοραφοβικού έκλεινε με την avant pop της VASSIŁINA, έξω ένας ψήστης έριχνε φωτιστικό οινόπνευμα και άναβε φωτιά στην άσφαλτο, ενώ από τα ηχεία γινόταν ένα tribute στον Γιώργο Μαζωνάκη που έσπαγε με μια δόση Καρρά και μια κουταλιά Αντύπα – και ξανά Μαζώ.

Δεν έχει υπάρξει τραπέζι στο οποίο να έχω βρεθεί τις τελευταίες είκοσι μέρες και να μην έχει συζητηθεί ο Γιώργος Μαζωνάκης και όλα όσα δημοσιεύονται καθημερινά γύρω από τον θάνατό του. Κάποια στιγμή ρώτησα όσους ήμασταν σε εκείνο το καφενείο αν έχουν σκεφτεί ποιο είναι το top 5 τους από τον συγκεκριμένο καλλιτέχνη και, όταν μου αντιγύρισαν την ερώτηση και άρχισα να τα απαριθμώ, κάποιος από την παρέα σχολίασε:

«Τώρα η Ζωή θέλει να μας πει τα ψαγμένα».

Καταλαβαίνω ότι το «Ώρες Μικρές» έγινε η δική του «Ρόζα», προφανώς το «Ανήκω σε μένα» είναι ένα all time classic του και κάπως μας γοητεύει αυτή η παραφιλολογία ότι είναι ένα τραγούδι – κουστουμάκι ραμμένο πάνω του, κάτι που βέβαια δεν επιβεβαιώνει ο Πάνος Φαλάρας σε πρόσφατη συνέντευξή του στο «Βήμα» και στη Σίντυ Χατζή, αν και λέει πως στη συνέχεια «εξέφρασε και την ψυχολογία του Μαζωνάκη και αμέτρητων άλλων ανθρώπων που είδαν τους εαυτούς τους στους στίχους».

Αλλά μια και η μουσική είναι η πιο κοντινή σε όλους μας τέχνη, αφού αυτές τις μέρες τον άκουσα δίσκο – δίσκο και απέναντί μου έχω έναν αλγόριθμο, καταλήγω στο ασφαλές συμπέρασμα ότι αυτές οι λίστες είναι χρήσιμες μόνο για ένα εντατικό μάθημα πριν από μια συναυλία που δεν καιγόσουν να πας, γιατί δεν ξέρεις και περί τίνος πρόκειται, αλλά θα ακολουθήσεις επειδή θα παρευρεθεί η υπόλοιπη παρέα σου.

Από τις λίστες λοιπόν που μας πασάρει το Spotify ως ενδεικτικές της δουλειάς του Γιώργου λείπει ένα σημαντικό κομμάτι της καριέρας του καλλιτέχνη, αυτό των mid ’90s, απ’ όταν δηλαδή έκανε το πρώτο του μπαμ, σε μια περίοδο που επικράτησε η δομή των τεσσάρων συγχορδιών και εκτοξεύτηκε η λαϊκόποπ, με αυτές τις λιτές μεν, κολλητικές δε μελωδίες, και μένα μου θυμίζουν ότι πήγαινα σε σχολείο με διπλή βάρδια και κάπως έτσι απέκτησα μια εικόνα του τι συνέβαινε στα πρωινάδικα της εποχής – όλα τα δημοφιλή ονόματα της εποχής εμφανίζονταν στο τέλος των εκπομπών αυτών, προκειμένου να τραγουδήσουν αταίριαστα συνήθως με την ώρα κομμάτια.

Εδώ και μια εβδομάδα ακούω στις διαδρομές μου σχεδόν μόνο τα παρακάτω. Και μόλις ανακάλυψα ότι υπάρχει reggae εκδοχή του «Εδώ», το οποίο κυκλοφόρησε το 1997 σε CD single με τίτλο «Εδώ – The Remixes».

Ναι, έχει συμβεί κι αυτό.

Και είναι, πιστεύω, χρήσιμη αυτή η ανακάλυψη γι’ αυτή την περίοδο που θα διανύσουμε, κατά την οποία θα ακούμε Μαζωνάκη στα πιο απρόσμενα μέρη, σε πάρτι που είναι άλλου στυλ, σε μέρη που διατείνονται ότι δεν τα αφορά αυτού του είδους η μουσική.

Έχει γίνει ήδη Μαζωnight στην Ασκληπιού, έχω ακούσει δις το «Ζηλεύω» στο πιο sui generis ρεμπετάδικο της Αθήνας, στη Ζωοδόχου Πηγής, ενώ στην τελευταία εμφάνιση των Nightstalker στην Τεχνόπολη ακούστηκε διασκευασμένο το «Παιδί της νύχτας» από τους The Steams, που τους άνοιγαν.

Ακόμα και ο φημισμένος για τα ποιοτικά του πράγματα αλλά και για τις ροκ προτιμήσεις του κρεοπώλης των Εξαρχείων, ο Γιάννης της Καλλιδρομίου, μπαλτάδιαζε το περασμένο Σάββατο ακούγοντας Μαζωνάκη.

Αν λοιπόν θέλετε να συμμετέχετε σε όλο αυτό που συμβαίνει στην πόλη, αλλά φοβάστε μην σας κακοχαρακτηρίσουν οι κήνσορες του indie, thank me later.

Exit mobile version