Γιατί οι γυναίκες αγαπούν τόσο πολύ τις ταινίες τρόμου;
Από τα Final Girls μέχρι τις δημιουργούς που επαναπροσδιορίζουν το είδος, ο κινηματογράφος τρόμου έχει μια ιδιαίτερη σχέση με τη γυναικεία εμπειρία.
- 21 ΟΚΤ 2026
Μόνο που το κοινό τους αφηγείται μια διαφορετική ιστορία.
Οι γυναίκες αποτελούν εδώ και δεκαετίες σημαντικό μέρος των θεατών του κινηματογραφικού τρόμου. Το 2013, για παράδειγμα, το 53% του κοινού του The Conjuring ήταν γυναίκες, όπως και το 56% του The Purge και το εντυπωσιακό 61% του Mama, σύμφωνα με στοιχεία που είχε δημοσιεύσει τότε το TheWrap. Πρόκειται για ποσοστά συγκεκριμένων αμερικανικών κυκλοφοριών, όχι για συνολική αποτύπωση του κοινού του είδους, αρκούν όμως για να αμφισβητήσουν την παγιωμένη εικόνα του τρόμου ως αποκλειστικά ανδρική υπόθεση.
Άλλωστε, όπως έχει επισημάνει η ιστορικός κινηματογράφου Shelley Stamp, οι ταινίες τρόμου προωθούνταν εμπορικά και σε γυναικείο κοινό ήδη από τις δεκαετίες του 1930 και του 1940. Η παρουσία των γυναικών στις κινηματογραφικές αίθουσες δεν αποτελεί επομένως κάποια πρόσφατη ανακάλυψη του Hollywood.
Το παράδοξο, ωστόσο, παραμένει. Γιατί ένα είδος που έχει συνδεθεί τόσο στενά με τη βία εναντίον των γυναικών, εξακολουθεί να ασκεί πάνω τους τόσο μεγάλη γοητεία;
Ένας κόσμος όπου οι γυναίκες έχουν δίκιο να φοβούνται
Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες ερμηνείες της σχέσης των γυναικών με τον τρόμο ξεκινά από μια φαινομενικά απλή παρατήρηση: στις ταινίες τρόμου, οι γυναικείοι φόβοι πολύ συχνά αποδεικνύονται δικαιολογημένοι.
Στην καθημερινότητα, οι γυναίκες έρχονται συχνά αντιμέτωπες με την αμφισβήτηση της εμπειρίας τους. Η ανησυχία τους μπορεί να χαρακτηριστεί υπερβολική, η επιφυλακτικότητά τους παράλογη και η αίσθηση κινδύνου αποτέλεσμα υπερευαισθησίας. Η ιστορία του όρου «υστερία», άλλωστε, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη μακρόχρονη ιατρικοποίηση και απαξίωση της γυναικείας συμπεριφοράς.
Στον κινηματογράφο τρόμου, όμως, η γυναίκα που υποψιάζεται ότι κάτι δεν πάει καλά, συχνά έχει απόλυτο δίκιο. Ο παράξενος θόρυβος δεν είναι απλώς το πάτωμα που τρίζει. Η αίσθηση ότι κάποιος την παρακολουθεί δεν είναι απαραίτητα αποκύημα της φαντασίας της. Και ο άνθρωπος που όλοι τη διαβεβαιώνουν ότι είναι ακίνδυνος μπορεί πράγματι να αποτελεί τη μεγαλύτερη απειλή.
Στο The Invisible Man του Leigh Whannell για παράδειγμα, η Cecilia που υποδύεται η Elisabeth Moss προσπαθεί να ξεφύγει από τον κακοποιητικό σύντροφό της, μόνο για να διαπιστώσει ότι η παρουσία του συνεχίζει να στοιχειώνει τη ζωή της. Όταν επιχειρεί να προειδοποιήσει τους γύρω της, οι ισχυρισμοί της αντιμετωπίζονται με δυσπιστία. Η ίδια η ταινία, ωστόσο, παίρνει στα σοβαρά την οπτική της.
Η αορατότητα του ανταγωνιστή λειτουργεί ως μία εύστοχη μεταφορά για την κακοποίηση που δεν γίνεται αντιληπτή από το κοινωνικό περιβάλλον του θύματος. Ο πραγματικός τρόμος δεν βρίσκεται μόνο στην απειλή, αλλά και στην αδυναμία της πρωταγωνίστριας να πείσει τους άλλους ότι αυτή υπάρχει.
Κάπως έτσι, το σινεμά τρόμου μπορεί να προσφέρει μια σπάνια μορφή αναγνώρισης. Μπορεί οι υπόλοιποι χαρακτήρες να αμφισβητούν την ηρωίδα, η αφήγηση όμως επιβεβαιώνει τον φόβο της. Εκεί όπου η κοινωνία μπορεί να απαιτεί αποδείξεις, το κοινό γίνεται μάρτυρας της αλήθειας της.
Από το θύμα στην ηρωίδα: Η επανάσταση του Final Girl
Η σχέση των γυναικών με τον κινηματογραφικό τρόμο δεν εξαντλείται στην αναγνώριση του φόβου. Εξίσου σημαντικό είναι το γεγονός πως το είδος έχει προσφέρει στις γυναίκες μερικούς από τους πιο δραστήριους και αναγνωρίσιμους ρόλους του εμπορικού κινηματογράφου.
Σε αντίθεση με τις ταινίες δράσης ή κατασκοπείας, όπου οι γυναικείοι χαρακτήρες έχουν συχνά περιοριστεί στον ρόλο της ερωτικής συντρόφου ή του κινήτρου για τις περιπέτειες ενός άνδρα, στον τρόμο μπορούν να αποτελέσουν το απόλυτο κέντρο της αφήγησης. Η γυναίκα καλείται να παρατηρήσει, κατανοήσει, σχεδιάσει και τελικά να αντιμετωπίσει την απειλή.
Από τη Laurie Strode του Halloween και τη Nancy Thompson του A Nightmare on Elm Street μέχρι τη Sidney Prescott του Scream, οι γυναίκες του τρόμου δεν περιμένουν απαραίτητα κάποιον να έρθει να τις σώσει. Μαθαίνουν να επιβιώνουν σε κόσμους όπου κανένας θεσμός, καμία εξουσία και καμία υπόσχεση ασφάλειας δεν μπορεί να τις προστατεύσει.
Αυτή τη φιγούρα μελέτησε η θεωρητικός κινηματογράφου Carol J. Clover, που εισήγαγε τον όρο “Final Girl” σε μελέτη της το 1987 και τον ανέπτυξε στο επιδραστικό βιβλίο της Men, Women, and Chain Saws: Gender in the Modern Horror Film, το 1992. Το Final Girl είναι η τελευταία επιζήσασα ενός slasher, εκείνη που βρίσκεται αντιμέτωπη με τον δολοφόνο όταν όλοι οι υπόλοιποι έχουν χαθεί.
Η φιγούρα αυτή, βέβαια, υπήρξε εξαρχής αντιφατική. Στις κλασικές εκδοχές της, η επιβίωση συνδεόταν συχνά με τη σεξουαλική εγκράτεια, τη σύνεση και την προσήλωση σε ένα συγκεκριμένο πρότυπο «καλής» γυναικείας συμπεριφοράς. Οι πιο σεξουαλικά απελευθερωμένες ηρωίδες συχνά πέθαιναν πρώτες, αναπαράγοντας τη συντηρητική αντίληψη ότι η γυναικεία επιθυμία πρέπει να τιμωρείται.
Η Clover, ωστόσο, ανέδειξε και κάτι σημαντικό: το κοινό μπορούσε να ταυτιστεί με μία γυναίκα που βίωνε φόβο και πόνο, πριν μετατραπεί σε ηρωίδα της δικής της επιβίωσης.
Με την πάροδο των χρόνων, το αρχέτυπο του Final Girl εξελίχθηκε. Το Scream (1996) του Wes Craven αξιοποίησε τη γνώση του κοινού γύρω από τις συμβάσεις των slashers για να τις σατιρίσει και να τις ανατρέψει. Η Sidney Prescott δεν είναι απλώς η ενάρετη κοπέλα που ανταμείβεται επειδή ακολούθησε τους κανόνες. Είναι μια ηρωίδα που προσπαθεί να επιβιώσει μέσα σε μια αφήγηση, γνωρίζοντας πόσο αυθαίρετοι είναι αυτοί οι κανόνες.
Η επιβίωση, επομένως, παύει σταδιακά να αποτελεί αποκλειστικά ανταμοιβή της γυναικείας «αγνότητας» και μετατρέπεται σε πεδίο διεκδίκησης της αυτονομίας.
Χώρος στον γυναικείο θυμό
Ο κινηματογράφος τρόμου, ωστόσο, δεν επιτρέπει στις γυναίκες μόνο να φοβούνται ή να επιβιώνουν. Τους προσφέρει επίσης κάτι που άλλες κινηματογραφικές αφηγήσεις συχνά αντιμετωπίζουν με αμηχανία: το δικαίωμα στον θυμό.
Η Carrie (1976) του Brian De Palma, με βάση αυτή του Stephen King φυσικά, αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα. Η νεαρή πρωταγωνίστρια, εγκλωβισμένη ανάμεσα στον θρησκευτικό φανατισμό της μητέρας της και τη σκληρότητα των συμμαθητών της, βιώνει την εφηβεία ως μία διαρκή διαδικασία ταπείνωσης. Το σώμα της γίνεται πηγή ντροπής, η σεξουαλική της ωρίμανση αντιμετωπίζεται ως αμαρτία και η διαφορετικότητά της την καθιστά εύκολο στόχο.
Όταν η καταπιεσμένη της οργή εκδηλώνεται μέσα από τις υπερφυσικές της δυνάμεις, το αποτέλεσμα είναι καταστροφικό. Η Carrie δεν μετατρέπεται σε συμβατική ηρωίδα που απονέμει δικαιοσύνη, αλλά σε τραγική φιγούρα που αδυνατεί πλέον να ελέγξει τον πόνο της.
Ο γυναικείος θυμός δεν χρειάστηκε να είναι ευγενικός στην ταινία, μετρημένος ή κοινωνικά αποδεκτός, ώστε να αποκτήσει κινηματογραφική υπόσταση. Ο τρόμος μπορεί να επιτρέψει στις γυναίκες να υπάρξουν ως αντιφατικοί χαρακτήρες, χωρίς την υποχρέωση να είναι πάντοτε συμπαθείς. Να αισθανθούν επιθυμία, ζήλια, απέχθεια, εκδικητικότητα. Να διαπράξουν λάθη ή ακόμη και φρικτές πράξεις.
Όταν οι γυναίκες περνούν πίσω από την κάμερα
Η εξέλιξη του κινηματογραφικού τρόμου συνδέεται και με τη σταδιακή διεύρυνση του χώρου που καταλαμβάνουν οι γυναίκες δημιουργοί. Όχι επειδή οι γυναίκες ανακάλυψαν πρόσφατα το είδος, αλλά επειδή η μεγαλύτερη ορατότητα σκηνοθετριών έφερε στο προσκήνιο διαφορετικές εμπειρίες και αφηγηματικές προτεραιότητες.
Η συμβολή των γυναικών στον τρόμο, άλλωστε, έχει βαθιές ιστορικές ρίζες. Από το Frankenstein της Mary Shelley και το The Haunting of Hill House της Shirley Jackson, μέχρι τη γοτθική λογοτεχνία και τις ιστορίες βρικολάκων της Anne Rice, γυναίκες συγγραφείς έχουν διαμορφώσει μερικά από τα σημαντικότερα έργα του φανταστικού και του μακάβριου.
Στον κινηματογράφο, δημιουργοί όπως η Kathryn Bigelow και η Mary Harron είχαν ήδη αποδείξει πως η γυναικεία σκηνοθετική ματιά μπορούσε να αναμετρηθεί με τη βία, την επιθυμία και την τερατώδη πλευρά της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Η νεότερη αναγνώριση του γυναικείου horror δεν προέκυψε, προφανώς, από το μηδέν.
Το Jennifer’s Body (2009) της Karyn Kusama είναι χαρακτηριστική περίπτωση ταινίας που χρειάστηκε χρόνο για να εκτιμηθεί. Παρά το σενάριο της Diablo Cody και το ξεκάθαρο ενδιαφέρον της για τη γυναικεία φιλία, τη σεξουαλική εκμετάλλευση και την ανδρική βία, η αρχική προώθησή της επικεντρώθηκε σε μεγάλο βαθμό στη σεξουαλικοποιημένη εικόνα της Megan Fox. Η μετέπειτα επανεκτίμησή της ως φεμινιστικό cult φαινόμενο αποκαλύπτει πόσο διαφορετικά μπορεί να διαβαστεί μια ταινία όταν απομακρυνθούμε από τις εμπορικές προσδοκίες που την περιέβαλαν.
Στο The Babadook (2014), η Αυστραλή Jennifer Kent στρέφει τον φακό της σε μία μητέρα που προσπαθεί να μεγαλώσει μόνη το παιδί της, ενώ παλεύει με το πένθος και την ψυχική εξάντληση. Η μητρότητα απογυμνώνεται από την εξιδανικευμένη εικόνα της και παρουσιάζεται ως εμπειρία που μπορεί να περιλαμβάνει απομόνωση, αγανάκτηση και συναισθήματα κοινωνικά ανεπίτρεπτα. Το τέρας γίνεται η μορφή που αποκτούν όσα η πρωταγωνίστρια αδυνατεί να αντιμετωπίσει.
Η Julia Ducournau, με το Raw (2016), χρησιμοποιεί τον κανιβαλισμό ως μεταφορά για τη σωματική ενηλικίωση, τη σεξουαλική αφύπνιση και τη συγκρουσιακή σχέση μιας νεαρής γυναίκας με την επιθυμία της. Το γυναικείο σώμα δεν αποτελεί απλώς θέαμα προς κατανάλωση, αλλά τον πυρήνα μίας ιστορίας για τη μεταμόρφωση, την ταυτότητα και την απώλεια ελέγχου.
Αντίστοιχα, στο ασπρόμαυρο A Girl Walks Home Alone at Night (2014), η Ana Lily Amirpour ανατρέπει μια από τις πιο αναγνωρίσιμες εικόνες του τρόμου: τη γυναίκα που περπατά μόνη τη νύχτα. Εδώ, η μυστηριώδης γυναίκα με το τσαντόρ δεν είναι απαραίτητα το ευάλωτο πρόσωπο της ιστορίας. Είναι μία βρικόλακας, στο πρώτο ιρανικό western horror, απειλή για όσους θεωρούν ότι μπορούν να ασκούν ανεμπόδιστα τη δική τους εξουσία.
Αυτές οι ταινίες δεν μοιράζονται κάποια ενιαία φεμινιστική ατζέντα, ούτε αντιμετωπίζουν τις γυναίκες με τον ίδιο τρόπο. Εκείνο που τις συνδέει είναι η προθυμία τους να εξερευνήσουν εμπειρίες οι οποίες συχνά απουσιάζουν από τον εμπορικό κινηματογράφο ή παρουσιάζονται μέσα από εξωραϊσμένες αφηγήσεις.
Όταν αλλάζει το βλέμμα πίσω από την κάμερα, αλλάζει και το τι θεωρούμε τρομακτικό.
Ο φόβος που επιλέγουμε και ο φόβος που μας επιβάλλεται
Υπάρχει μία ακόμη διάσταση στη σχέση των γυναικών με τον κινηματογράφο τρόμου που ξεπερνά τις αναπαραστάσεις και τις αφηγηματικές συμβάσεις.
Για πολλές γυναίκες, τις περισσότερες από εμάς για την ακρίβεια αν όχι όλες, ο φόβος δεν αποτελεί κάποια ασυνήθιστη εμπειρία που αναζητάμε αποκλειστικά στην ψυχαγωγία. Είναι μέρος της καθημερινής μας πραγματικότητας.
Είναι η διαδρομή προς το σπίτι αργά το βράδυ. Είναι τα βήματα πίσω μας που μας τρομάζουν σε έναν άδειο δρόμο. Τα κλειδιά που κρατάμε σφιχτά στο χέρι. Η επιλογή μιας φωτισμένης διαδρομής αντί για τη συντομότερη, το μονό ακουστικό που επιλέγουμε να φορέσουμε αντί για τα δύο, το μήνυμα προς τη φίλη μας ότι φτάσαμε ασφαλείς.
Αυτές είναι συμπεριφορές που δεν προκύπτουν απαραίτητα από έναν συγκεκριμένο, άμεσο κίνδυνο, αλλά από τη συνεχή επίγνωση ότι αυτός ενδέχεται να υπάρξει. Για τις γυναίκες, η πρόληψη του κινδύνου είναι αόρατη εργασία που εκτελείται σχεδόν αυτόματα.
Ο φόβος που μας επιβάλλεται όμως είναι διαφορετικός από τον φόβο που επιλέγουμε.
Στην πραγματική ζωή, η απειλή μπορεί να είναι απρόβλεπτη, ασαφής και ανεξέλεγκτη. Στον κινηματογράφο, αντίθετα, η θεάτρια μπορεί να προσεγγίσει τον φόβο μέσα σε ένα περιβάλλον με σαφή όρια. Να τον εξερευνήσει, να παρακολουθήσει την εξέλιξή του, να βιώσει την ένταση χωρίς να βρίσκεται η ίδια σε πραγματικό κίνδυνο.
Η εμπειρία δεν είναι απαραίτητα θεραπευτική, ούτε λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο για όλες. Μπορεί, όμως, να προσφέρει μία αίσθηση ελέγχου απέναντι σε ένα συναίσθημα που στην καθημερινότητα συνδέεται συχνά με την απουσία του. Και υπάρχει μια επιπλέον δυνατότητα: μέσα από την ηρωίδα της οθόνης, η θεάτρια μπορεί να παρακολουθήσει μία εκδοχή αντίστασης που στην πραγματική ζωή δεν είναι πάντοτε εφικτή.
Ο κόσμος του τρόμου μπορεί να είναι ανελέητος. Ο πλούτος, η κοινωνική θέση, η σωματική δύναμη και η θεσμική εξουσία δεν εξασφαλίζουν πάντοτε την επιβίωση. Κανείς δεν έχει το προνόμιο της απόλυτης προστασίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ανισότητες εξαφανίζονται, αλλά ότι οι συνηθισμένες ιεραρχίες μπορούν να ανατραπούν.
Η πιο ευάλωτη ηρωίδα μπορεί τελικά να αποδειχθεί η πιο ικανή να επιβιώσει.
Η παρηγοριά του τρόμου
Φυσικά, τίποτα από τα παραπάνω δεν σημαίνει ότι ο κινηματογράφος τρόμου είναι εγγενώς φεμινιστικός. Η ιστορία του περιλαμβάνει άφθονη σεξουαλικοποίηση, στερεοτυπικές αναπαραστάσεις και βία που χρησιμοποιείται αποκλειστικά ως θέαμα. Ούτε υπάρχει κάποιος ενιαίος λόγος για τον οποίο οι γυναίκες επιλέγουν να παρακολουθούν ταινίες τρόμου. Η αισθητική απόλαυση, η αδρεναλίνη, η περιέργεια και η απλή αγάπη για το είδος παραμένουν εξίσου σημαντικές εξηγήσεις.
Η ιδιαίτερη, ωστόσο, σχέση του τρόμου με τη γυναικεία εμπειρία αποκαλύπτει κάτι για τη λειτουργία της κινηματογραφικής αφήγησης.
Ένα είδος που έχει κατηγορηθεί ότι εκμεταλλεύεται τον γυναικείο φόβο μπορεί, στις πιο ενδιαφέρουσες εκδοχές του, να γίνει και ο χώρος όπου αυτός αποκτά φωνή. Όπου η οργή δεν χρειάζεται να είναι ευγενική, το σώμα δεν οφείλει να ανταποκρίνεται σε κάποιο ιδανικό και η γυναίκα δεν είναι υποχρεωμένη να παραμένει συμπαθής για να αξίζει μια θέση στο επίκεντρο της ιστορίας.
Κυρίως, όμως, ο τρόμος μπορεί να προσφέρει κάτι που παραμένει πολύτιμο και έξω από την κινηματογραφική αίθουσα: την αναγνώριση ότι ο φόβος μιας γυναίκας αξίζει να αντιμετωπιστεί με σοβαρότητα.
Ο κινηματογράφος τρόμου δεν υπόσχεται ότι ο κόσμος είναι ασφαλής. Δεν εγγυάται ότι το τέρας θα νικηθεί ή ότι η ηρωίδα θα καταφέρει να επιβιώσει. Δεν επιμένει καν ότι ο φόβος είναι πάντοτε λογικός.
Αλλά μπορεί να τον μετατρέψει σε κάτι ορατό, να του δώσει μορφή και να τον τοποθετήσει στον πυρήνα μιας ιστορίας που αξίζει να ειπωθεί.
Ίσως, τελικά, οι γυναίκες να αγαπάμε τόσο πολύ τις ταινίες τρόμου όχι επειδή μας αρέσει να φοβόμαστε, αλλά επειδή είναι από τις λίγες ιστορίες που δεν μας ζητούν να απολογηθούμε γι’ αυτό.
Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.