Illustré/RDB/ullstein bild via Getty Images/Ideal Image
ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

«6€ πλοίο, 23€ δίκλινο, 3€ ξιφίας»: Οι τιμές στη Μύκονο, 40 χρόνια πριν

Βρίσκεσαι στη Μύκονο τη δεκαετία του ’80 και ξοδεύεις κάτι λιγότερο από 20 ευρώ τη μέρα σύνολο για να μείνεις και να φας. Δεν είναι παραμύθι, αλλά ταξιδιωτικός οδηγός του 1986.

Πάντα μας άρεσε να λέμε ότι «έχει χαλάσει το νησί». Είναι στο ταμπεραμέντο μας, στο διαβατήριο του Έλληνα. Από την Αμοργό του σήμερα μέχρι την Μύκονο του 1986, παραθεριστές παραμιλούν για τις αλλαγές του αγαπημένου τους τόπου.

Πολύ πριν γεννηθούν οι travel vloggers, η Beverly Beyer μαζί με τον σύντροφό της, Ed Rabey μετέτρεπαν εικόνες σε λέξεις από τα ελληνικά νησιά που είχαν πρωτοανακαλύψει στα μέσα του 20ου αιώνα.

Ναι, πηγαίνουμε πολύ πίσω. Το ζεύγος γνώρισε την Μύκονο στα μέσα της δεκαετίας του 1950 και 30 χρόνια μετά, πίστευε πως ακόμα «είχε την χάρη και το χρώμα» παρά τον «υπερβολικό τουρισμό και την εμπορευματοποίησή του», όπως γράφουν σε κείμενο που δημοσιεύτηκε στους Los Angeles Times, στις 19 Ιανουαρίου του 1986.

«Η Μύκονος εξακολουθεί να έχει το χρώμα και τη γοητεία που ανακαλύψαμε εδώ πριν από τρεις δεκαετίες. Κατάλευκα, κυβόσχημα σπίτια που μοιάζουν να γαντζώνονται στις άγονες, ώχρινες πλαγιές πάνω από τη Χώρα, ένας μικρός γαλάζιος κόλπος για να γράψεις ποιήματα, δαιδαλώδη σοκάκια, τόσο στενά που απλώνεις το χέρι και σχεδόν αγγίζεις τον απέναντι τοίχο, που μετατρέπουν το χωριό σε λαβύρινθο.

Κάθε δρόμος είναι γεμάτος με ακόμη περισσότερα ασβεστωμένα σπίτια, πολλά από τα οποία έχουν σκαλοπάτια βαμμένα σε πορτοκαλί, μπορντό, βασιλικό μπλε και θαλασσί-πράσινο», περιγράφουν οι συντάκτες.


Στις κάπως αμήχανες εγχώριες τηλεοπτικές ανταποκρίσεις από το νησί των ανέμων στα 2000s, ο Πέτρος έπαιζε πολύ. Οι Αμερικανοί γραφιάδες δεν τρελαίνονται πάντως για τη μασκότ του νησιού. «Το μόνο πράγμα που, έπειτα από τόσα χρόνια, μας φαίνεται λιγότερο γοητευτικό είναι ο Πέτρος ο Πελεκάνος. Στέκεται, παραμονεύοντας πίσω από ένα δίχτυ ψαρά, και μας κοιτάζει με ένα βλέμμα γεμάτο κατήφεια, χωρίς ούτε μία σταγόνα περισσότερης φιλικότητας απ’ όση μας είχε δείξει στις προηγούμενες επισκέψεις μας», αναφέρουν.

Ας περάσουμε στο κυρίως πιάτο. Οι τιμές στο νησί σήμερα απευθύνονται σε μια κατηγορία που παραθερίζει αμέτρητα ναυτικά μίλια από το μπάτζετ του μέσου νοικοκυριού.

Ένας στους δύο Έλληνες φέτος δεν πήγαν διακοπές.

Πίσω στο θέμα μας όμως.

40 χρόνια πριν, το εξάωρο ταξίδι από το λιμάνι του Πειραιά με προορισμό την Mykonos, κόστιζε μόλις 6,50€ (7,50$). Το ίδιο δρομολόγιο κοστίζει σήμερα 42,50€.

Οι συντάκτες θεωρούν ότι 24 ώρες αρκούν για να γυρίσεις το μεγαλύτερο μέρος του νησιού, ενώ χρειάζεται κι άλλη μία ημέρα για μια εκδρομή στη γειτονική Δήλο.

Δεν ξεχωρίζουν μέρα ή νύχτα στο νησί, αλλά προτείνουν μια εβδομάδα διαμονής για να προλάβεις να νιώσεις τον παλμό.

40 χρόνια πριν, «η διαμονή και το φαγητό ήταν ένα από τα φθηνότερα που θα βρείτε οπουδήποτε στον πολιτισμένο κόσμο, όπως συμβαίνει στα περισσότερα ελληνικά νησιά», γράφει το ζεύγος και σας μεταφέρουμε αυτούσια τα λόγια τους.


«Ο καιρός είναι εξαιρετικός από τις αρχές της άνοιξης μέχρι αργά, πολύ αργά το φθινόπωρο, όμως η κοινή λογική επιβάλλει να αποφεύγετε την πολυκοσμία του κατακαλόκαιρου», προτείνουν ενώ παράλληλα συνιστούν να μη μεταφέρουν οι εκδρομείς όχημα με το πλοίο.

«Προτιμήστε τα φθηνά ταξί και λεωφορεία για τις μετακινήσεις εκτός Χώρας ή νοικιάστε ένα κομψό μικρό μηχανάκι με 6,50€ το 24ωρο, ή ακόμη κι ένα ποδήλατο, ακόμη φθηνότερα». Το τιμολόγιο έχει σχεδόν τετραπλασιαστεί πλέον.

Το ζευγάρι έμενε σε κάτι ιστορικά δωμάτια πίσω από τους ανεμόμυλους, σε έναν λόφο πάνω από τη Χώρα, με 23 ευρώ το δίκλινο τη μέρα.

Επαναλαμβάνω. Με 23 ευρώ το δίκλινο τη μέρα. Με πρωινό και στο πιάτο από το μπαλκονάκι όλο το Αιγαίο.

«Πολλοί επισκέπτες αφήνουν την τύχη να αποφασίσει για τη διαμονή τους, ιδιαίτερα κατά την υψηλή σεζόν, όταν τα δωμάτια είναι δυσεύρετα. Απλώς περιφέρονται στη Χώρα αναζητώντας πινακίδες στα παράθυρα που προσφέρουν δωμάτια ή διαμερίσματα. Οι συνηθισμένες τιμές είναι 8,50 δολάρια για ένα δωμάτιο με κοινόχρηστο μπάνιο και 16 δολάρια για ένα κατάλυμα με υπνοδωμάτιο, κουζίνα και μπάνιο», σημειώνουν και περνάμε σιγά σιγά στα του greek tavern.

«Τα ελληνικά γεύματα ξεκινούν πάντα με μεζέδες, διάφορα ορεκτικά που συχνά έχουν τη μορφή αλοιφής. Τζατζίκι, με αγγούρι, γιαούρτι, σκόρδο και ελαιόλαδο, ταραμοσαλάτα, με αυγά ψαριού, πολτοποιημένες πατάτες, ελαιόλαδο και χυμό λεμονιού και σκορδαλιά, ξανά με πατάτες, λάδι και άφθονο σκόρδο. Αυτά είναι διαχρονικά τα πιο δημοφιλή και μαζί τους μπορείτε να επιλέξετε ρετσίνα ενώ κάποιοι τολμηροί ξεκινούν το γεύμα με ούζο, ένα διάφανο ποτό με γεύση γλυκάνισου που ασπρίζει όταν προστεθεί πάγος ή νερό», συμπληρώνουν οι συντάκτες έχοντας πιάσει το νόημα.


Λένε ότι τα μικρά λευκά φασόλια της Μυκόνου με κρεμμύδια, κόκκινες πιπεριές και λάδι αποτελούν την τοπική σπεσιαλιτέ, ενώ γράφουν πως «δύσκολα θα βρείτε μενού χωρίς μουσακά, το κλασικό πιάτο με μελιτζάνα, κιμά και τυρί, συνήθως καλυμμένο με μια λευκή κρέμα».

Η σπεσιαλιτέ λοιπόν κοστολογείται περίπου στο ένα δολάριο ενώ το μοσχάρι με γαρνιτούρα μακαρόνια αγγίζει τα τρία δολάρια. «Θυμηθείτε όμως ότι πρόκειται για υψηλές τιμές για ελληνική ταβέρνα, πιθανότατα λόγω της τοποθεσίας», αναφέρουν. Πράγματι, τι 2.50 ευρώ για μοσχαράκι με μακαρόνια λέτε.

Σε μια αγαπημένη τους ταβέρνα όχι μακριά από τους ανεμόμυλους, τα καλαμαράκια κόστιζαν 1,85 δολάρια και μια μαριναρισμένη σαλάτα χταποδιού στα 1,40. Ξιφίας στη σχάρα στα 2,50 δολάρια με τις γαρίδες με σκόρδο να ανέρχονται στα 3,85 δολάρια.

Ας πούμε ότι σήμερα οι τιμές έχουν χαλάσει, κάπως.

Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.

Exit mobile version