iStock
ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Έχω δικαίωμα να επιλέξω τον θάνατό μου; – Καθηγητής Νομικής εξηγεί τι ισχύει για την ευθανασία

Με αφορμή την ιστορία της Ισπανίδας Noelia Castillo και την υπόθεση ευθανασίας της, επιχειρούμε με τη βοήθεια του Νικόλαου Σημαντήρα να βάλουμε στη συζήτηση που άνοιξε -και στην Ελλάδα- την τελεία που δεν μπήκε ποτέ.

«Θέλω να φύγω ήσυχα πια και να σταματήσω να υποφέρω, τελεία και παύλα». Ήταν κάποια από τα τελευταία λόγια της Noelia Castillo, της 25χρονης Ισπανίδας, η οποία στα τέλη Μαρτίου βρέθηκε στο επίκεντρο μιας υπόθεσης που ξεπέρασε τα σύνορα της χώρας της και άνοιξε μια μεγάλη συζήτηση

Η ιστορία της Noelia Castillo ήταν γεμάτη πόνο. Σωματικό και συναισθηματικό. Και ήταν αυτός ο πόνος που την οδήγησε στο να θέλει να φύγει από τη ζωή μέσω της διαδικασίας της ευθανασίας, πριν από δύο χρόνια.

Τελικά, το κατάφερε 601 ημέρες μετά, στις 26 Μαρτίου 2026, έπειτα από ένα μεγάλο διάστημα επίπονης αναμονής, αντοχής και δικαστικής διαμάχης με τον πατέρα της, παρά το γεγονός ότι πληρούσε όλες τις προϋποθέσεις της ισπανικής νομοθεσίας και έλαβε τις απαραίτητες εγκρίσεις από ιατρικές και θεσμικές επιτροπές.

Από τις 26 Μαρτίου μέχρι σήμερα, η υπόθεσή της συνεχίζει να πυροδοτεί συζητήσεις. Όχι τόσο ως είδηση πια, ούτε για το τι συνέβη, αλλά γιατί χρειάστηκαν 601 ημέρες για να ολοκληρωθεί μια διαδικασία που, θεωρητικά, προβλέπεται από τον νόμο και έχει σχεδιαστεί ακριβώς για να αποφεύγεται η παράταση του πόνου.

Με αφορμή τη συζήτηση που άνοιξε και δεν έκλεισε, ζητήσαμε από τον Επίκουρο καθηγητή της Νομικής Σχολής Αθηνών, Νικόλαο Ι. Σημαντήρα να μας εξηγήσει τις νομικές προεκτάσεις αυτού του ζητήματος, τι ισχύει στην Ελλάδα, αλλά και πότε η ευθανασία μετατρέπεται από ανθρώπινο δικαίωμα σε ένα τόσο σύνθετο νομικό και ηθικό πεδίο σύγκρουσης.

Τι προβλέπει (εάν κάτι προβλέπει φυσικά) η νομοθεσία που ισχύει σήμερα για την ευθανασία;

Την αφετηρία του όλου προβληματισμού από νομική και ειδικά από συνταγματική σκοπιά αποτελεί η ίδια η έννοια της ατομικής ελευθερίας και του ατομικού δικαιώματος.

Κατά κανόνα γίνεται δεκτό ότι κάθε θεμελιώδες δικαίωμα που κατοχυρώνει επιμέρους πτυχές της ατομικής ελευθερίας έχει συγχρόνως θετική και αρνητική διάσταση: Στο άτομο ως φορέα κάθε δικαιώματος υπόκειται δηλαδή η επιλογή, αν θα ασκήσει ή δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του. Έτσι, η ελευθερία της έκφρασης που κατοχυρώνεται στο Σύνταγμα σημαίνει ότι ο καθένας είναι ελεύθερος να εκφράσει τη γνώμη του για ένα ζήτημα ή και να μην εκφραστεί. Η κατοχύρωση της θρησκευτικής ελευθερίας συνεπάγεται το δικαίωμα επιλογής θρησκεύματος και το δικαίωμα να μην επιλεγεί θρήσκευμα. Αν δεν αναγνωριζόταν αυτή η αρνητική διάσταση, το δικαίωμα θα μετατρεπόταν σε υποχρέωση.

Από αυτή τη σκοπιά καθίσταται εμφανές ότι η συνταγματική κατοχύρωση της προστασίας της ζωής ως δικαιώματος καθενός σημαίνει ότι η ζωή, και επομένως και η διατήρηση της ζωής, αποτελεί δικαίωμα και όχι υποχρέωση για το άτομο.

Πρόκειται ακριβώς για την αρνητική διάσταση του δικαιώματος στη ζωή. Για τον λόγο αυτό δεν θα ήταν συνεπές συνταγματικά, αν απαγορευόταν η αυτοκτονία: Όχι μόνον η ζωή θα μετατρεπόταν από δικαίωμα σε υποχρέωση. Αλλά θα έπρεπε να τιμωρείται ποινικά ακόμη και η απόπειρα αυτοκτονίας, σε περίπτωση αποτυχίας.

Το ζήτημα γίνεται πιο σύνθετο, όταν ο τερματισμός της ζωής παύει να αποτελεί αμιγώς ατομική υπόθεση και συμμετέχουν άλλα πρόσωπα. Και τούτο, διότι η συμμετοχή άλλων στον τερματισμό της ζωής ορισμένου προσώπου σημαίνει ότι δεν πρόκειται πλέον για αυτοκτονία. Οι συμμέτοχοι συμπράττουν στην αφαίρεση της ζωής κάποιου άλλου προσώπου, η οποία απαγορεύεται: Ένα από τα μέσα προστασίας της ζωής είναι ακριβώς η απαγόρευση της αφαίρεσής της από άλλους και ο ποινικός κολασμός των συμπεριφορών που κατατείνουν σε αυτό.

Η όλη προβληματική της ευθανασίας εντάσσεται σε αυτή τη συλλογιστική: Από νομική σκοπιά, η ενεργητική ευθανασία αποτελεί μορφή συμμετοχής τρίτων προσώπων στην αφαίρεση της ζωής άλλου, και για τον λόγο αυτό απαγορεύεται: η τέλεσή της στοιχειοθετεί ποινικό αδίκημα.

Ειδικότερα, η ανθρωποκτονία με δόλο τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη (ά. 299 του Ποινικού Κώδικα), ενώ με φυλάκιση τιμωρείται «όποιος αποφάσισε και εκτέλεσε ανθρωποκτονία ύστερα από σπουδαία και επίμονη απαίτηση του θύματος και από οίκτο γι` αυτόν που έπασχε από ανίατη ασθένεια» (ά. 300 του Ποινικού Κώδικα). Με φυλάκιση τιμωρείται επίσης η συμμετοχή σε αυτοκτονία, υπό την έννοια ότι ο δράστης «κατέπεισε άλλον να αυτοκτονήσει ή έδωσε βοήθεια κατά την τέλεσή της, η οποία διαφορετικά δεν θα ήταν εφικτή» (ά. 301 του Ποινικού Κώδικα).

Αντίθετα, η παθητική ευθανασία καταρχήν δεν τιμωρείται: ως παθητική ευθανασία νοείται η διακοπή θεραπείας μετά από σχετικό αίτημα του ασθενούς. Πρόκειται για απόρροια του δικαιώματος του ασθενούς να επιλέξει ο ίδιος αν θα υποβληθεί σε θεραπεία. Αναγκαστική θεραπεία δεν νοείται για τον λόγο ότι η ίδια η ζωή ή η υγεία καθενός θα μετατρεπόταν από δικαίωμα σε υποχρέωση.

Σε πολλές χώρες της Ευρώπης και όχι μόνο η υποβοηθούμενη αυτοκτονία είναι νόμιμη, αλλά όχι στην Ελλάδα. Τίθεται θέμα απλού συντηρητισμού ή είναι κάτι πιο σύνθετο; 

Το ζήτημα είναι σύνθετο και συνδέεται με την αποτελεσματική προστασία του δικαιώματος της ζωής από το κράτος. Η συνταγματική κατοχύρωση των θεμελιωδών δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένου και του δικαιώματος προστασίας της ζωής, δεν σημαίνει απλώς την αξίωση καθενός το κράτος να σέβεται το δικαίωμα υπό την έννοια ότι δεν διακινδυνεύει το ίδιο τη ζωή των πολιτών. Σημαίνει επιπλέον ότι το κράτος έχει καθήκον προστασίας του δικαιώματος, υπό την έννοια ότι υποχρεούται να λαμβάνει αποτελεσματικά μέτρα για την προστασία της ζωής από κινδύνους που προέρχονται όχι από το ίδιο το κράτος αλλά από άλλες πηγές διακινδύνευσης: φυσικά φαινόμενα, ασθένειες, επιδημίες ή πανδημίες ή ακόμη και από τρίτους.

Πολίτες στο Μοντεβιδέο της Ουρουγουάης πανηγυρίζουν μετά την ψήφιση από τη Γερουσία της Ουρουγουάης νόμου που αποποινικοποιεί την ευθανασία Matilde Campodonico/AP Photo

Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται η απαγόρευση της ενεργητικής ευθανασίας: πρόκειται για ένα μέτρο για τη διασφάλιση της προστασίας της ζωής από τρίτα πρόσωπα, που θα μπορούσαν να ισχυριστούν ότι δεν αφαίρεσαν με δόλο τη ζωή κάποιου αλλά απλώς ικανοποίησαν τη βούλησή του να τερματιστεί η ζωή του.

Η απαγόρευση της ενεργητικής ευθανασίας λοιπόν, δεν αποτελεί απαραιτήτως ένδειξη «συντηρητισμού», κατά τη γνώμη μου. Αποτελεί πρωτίστως απόρροια της αναγνώρισης της κορυφαίας αξίας της ανθρώπινης ζωής και ένα είδος μέτρου για την αποτελεσματική προστασία της.

Το μεγάλο ερώτημα είναι, αν η απαγόρευση της ευθανασίας καθιστά πρακτικά αδύνατη την αρνητική διάσταση του δικαιώματος στη ζωή για εκείνους που δεν επιθυμούν τη συνέχιση της ζωής τους, μετατρέποντας τη ζωή τους από δικαίωμα σε υποχρέωση.

Να σταθούμε λίγο στη θέση της ελληνικής εκκλησίας και πώς επηρεάζει αυτό τη νομική συζήτηση;

Δεν είμαι ειδικός για δογματικά θέματα ή τις θέσεις της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Από συνταγματική σκοπιά πάντως, η ίδια η Εκκλησία της Ελλάδος είναι φορέας της θρησκευτικής ελευθερίας και έχει το δικαίωμα αφενός να ασπάζεται και να διακηρύσσει τη χριστιανική πίστη και αφετέρου να διατυπώνει τις θέσεις της για μεγάλα θέματα όπως η ζωή, ο θάνατος ή η ευθανασία. Τούτο δεν αποτελεί κατά τη γνώμη μου νομικό πρόβλημα για τον λόγο ότι δεν πρόκειται για ζητήματα, για τα οποία υπάρχουν «ορθές» ή λανθασμένες απόψεις και ο καθένας μπορεί να διαμορφώσει τη γνώμη και τη θέση του: προϋπόθεση προς τούτο είναι να ακούγονται όλες οι προσεγγίσεις, χωρίς προκαταλήψεις.

Σε πραγματικό επίπεδο θα μπορούσε ίσως να παρατηρηθεί κάποια έμμεση επίδραση, υπό την έννοια ότι ένα σημαντικό μέρος του πληθυσμού αξιολογεί τα πράγματα λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις θέσεις της Εκκλησίας. Σε ένα δημοκρατικό πλαίσιο, η Πολιτική επίσης λαμβάνει υπ’ όψιν τις αντιλήψεις της κοινωνίας, ενόψει του πολιτικού κόστους των νομοθετικών επιλογών: Στο δημοκρατικό πολίτευμα, κυρίαρχος είναι ο λαός και ενώπιον εκείνου λογοδοτούν οι αντιπρόσωποί του.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΕΜΠΑΠΗΣ/EUROKINISSI

Ενόψει τούτων η όποια έμμεση επιρροή των θέσεων της Εκκλησίας στην όλη συζήτηση δεν είναι καταρχήν συνταγματικά προβληματική ή αθέμιτη, κατά τη γνώμη μου, εφόσον περιορίζεται στην διατύπωση των θέσεών της.

Η ευθύνη για τη νομοθέτηση όμως ανήκει αποκλειστικά στη Βουλή και, τελικά, στην εκάστοτε πλειοψηφία.

Πώς σταθμίζεται νομικά η βούληση του ατόμου και ειδικά όταν αυτό το άτομο δεν έχει για παράδειγμα πλήρη συνείδηση ή δεν είναι ψυχικά και σωματικά υγιές, απέναντι στην αντίρρηση της οικογένειας; Όπως συνέβη και στην περίπτωση της 25χρονης Ισπανίδας.

Το ζήτημα είναι ιδιαίτερα σύνθετο και λεπτό.

Νομίζω ότι είναι χρήσιμο να εξεταστεί από τη σκοπιά της έννοιας του δικαιώματος: Κάθε δικαίωμα έχει, πέραν της θετικής, και αρνητική διάσταση, διαφορετικά μετατρέπεται σε υποχρέωση.

Εφόσον στην Ισπανία έχει θεσμοθετηθεί ειδικό πλαίσιο υποβοηθούμενης αυτοκτονίας και είχε διατυπωθεί σαφής βούληση του ενήλικου ατόμου για τον τερματισμό της ζωής του με τον νόμιμο αυτό τρόπο, δεν θα ήταν ανεκτό να στερηθεί την ικανοποίηση της ελεύθερης βούλησής του λόγω της αντίθετης βούλησης άλλων ατόμων, ακόμη και των ίδιων των γονέων του: θα μετέτρεπε τη συνέχιση της ζωής σε υποχρέωση, ενώ πρόκειται για δικαίωμα. Και μάλιστα για ένα από τα σπουδαιότερα δικαιώματα, υπαρξιακής ποιότητας.

Ενόψει τούτων ήταν, κατά τη γνώμη μου, ορθή η κρίση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που απέρριψε την προσφυγή μέλους της οικογένειας: Τυχόν αποδοχή της προσφυγής δεν θα συνέτεινε στην προστασία της ζωής, όπως ίσως να φαίνεται εκ πρώτης όψεως, αλλά θα προκαλούσε προσβολή του δικαιώματος στη ζωή!

Πού μπαίνει το όριο ανάμεσα στο δικαίωμα της αυτοδιάθεσης και στην προστασία της ζωής; Δηλαδή, αν οι επιλογές ενός ατόμου καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του είναι αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησής του, τότε γιατί η απόφασή του για ανώδυνο θάνατο δεν πρέπει να γίνει σεβαστή;

Πρόκειται πράγματι για μια δύσκολη εξίσωση.

Κατά τη γνώμη μου, η δυσκολία δεν έγκειται τόσο στη σύγκρουση μεταξύ της ατομικής ελευθερίας και της προστασίας της ζωής, όπως ίσως φαίνεται εκ πρώτης όψεως: και η προστασία της ζωής ατομικό δικαίωμα είναι και κατά τούτο αποτελεί απόρροια της ατομικής ελευθερίας και δεν συγκρούεται με αυτή.

Από αυτή την άποψη, η απαγόρευση της ενεργητικής ευθανασίας δεν αποσκοπεί – ή δεν θα έπρεπε να αποσκοπεί – στην προστασία του ατόμου από τις επιλογές του ίδιου του εαυτού. Δεν θα ήταν ανεκτό να αποτελεί μια μορφή πατερναλισμού.

Ο σκοπός και η σημασία της απαγόρευσης έγκειται περισσότερο στην προστασία του ατόμου από τρίτους που θα μπορούσαν είτε να ωθήσουν το άτομο σε μια δήλωση βουλήσεως τερματισμού της ζωής είτε να επικαλεστούν εκ των υστέρων ότι επρόκειτο για υποβοηθούμενη αυτοκτονία, ώστε να απαλλαγούν από ευθύνες.

Κατά τη γνώμη μου δηλαδή πρόκειται περισσότερο για ένα ζήτημα διαδικαστικό και αποδεικτικό.

Αν ο νομοθέτης θέσπιζε ένα ασφαλές πλαίσιο ελεύθερης, σαφούς και ρητής δήλωσης και διασφαλιζόταν διαδικαστικά βεβαιότητα για την αληθή βούληση του ατόμου, δεν προκαλείται, κατά τη γνώμη μου, συνταγματικώς μη ανεκτός περιορισμός της προστασίας της ζωής.

Προϋπόθεση βεβαίως θα ήταν ότι δεν θεσπίζεται υποχρέωση των ιατρών να παράσχουν τέτοιου είδους συνδρομή αντίθετα στη βούλησή τους.

Πιστεύετε ότι η κοινωνία έχει σαφή εικόνα για το τι σημαίνει η ευθανασία; 

Νομίζω ότι θα ήταν γενικώς χρήσιμο να καταστεί σαφές αφενός ότι συστατικό στοιχείο κάθε δικαιώματος είναι και η αρνητική του διάσταση, καθώς διαφορετικά πρόκειται πια για υποχρέωση.

Και αφετέρου ότι υπάρχει διάκριση μεταξύ ενεργητικής και παθητικής ευθανασίας. Από νομική σκοπιά και κατά το ισχύον δίκαιο, κανένα άτομο δεν έχει υποχρέωση να λάβει ή να συνεχίσει θεραπεία αντίθετα στη βούλησή του: Διακοπή θεραπείας πάντοτε επιτρέπεται.

Τούτο δεν αναιρεί την αξία του διαλόγου για το όλο ζήτημα της υποβοηθούμενης αυτοκτονίας.

Στην πραγματικότητα πρόκειται, νομίζω, περισσότερο για ένα πρόβλημα εμπιστοσύνης ότι ένα τέτοιο σύστημα θα μπορούσε να λειτουργήσει με ασφάλεια.

Πρέπει δηλαδή να διασφαλιστεί οπωσδήποτε ότι η υποβοηθούμενη αυτοκτονία συντείνει πράγματι στην προστασία του δικαιώματος της ανθρώπινης ζωής και δεν προκαλεί νέους κινδύνους για αυτό.

Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.