ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ

Γκάλης ή Γιαννάκης;

Η μάχη ανάμεσα σε εκείνον που έφερε το μπάσκετ στην Ελλάδα και σε εκείνον που το καθιέρωσε. Ή μήπως όχι; Όπως και να 'χει, το ONEMAN διαλέγει ανάμεσα σε δύο κορυφαίους.

Όταν συγκρίνεις δύο από τους μεγαλύτερους παίκτες που πάτησαν τα ελληνικά παρκέ, μόνο σεβασμό μπορείς να δείξεις. Ξεκινώντας από μια απίστευτη εξιστόρηση του Θανάση Κρεκούκια για τον τελικό του 87, ιδού οι ψήφοι της συντακτικής ομάδας του ONEMAN (και μερικών ακόμα).

Γκάλη ο Θανάσης Κρεκούκιας

Ξημερώματα 11ης Ιουνίου 1987. Για την ακρίβεια, πέντε παρά τέταρτο το πρωί. Φτάνω στα εκδοτήρια του «Γ. Καραϊσκάκης», όπου στις 9 θα διατεθούν τα εναπομείναντα εισιτήρια για τον ημιτελικό με τη Γιουγκοσλαβία. Θέλετε το πιστεύετε, θέλετε όχι, είμαι ο πρώτος που έχει φτάσει εκεί. Ο δεύτερος κάνει την εμφάνισή του γύρω στις 6.30. Να μη σας τα πολυλογώ, στις 2 το μεσημέρι έχουν μαζευτεί καμιά εικοσαριά χιλιάδες κόσμος, κάτω από καύσωνα, αλλά εισιτήρια τίποτε, αφού τα εκδοτήρια μένουν ερμητικά κλειστά.

Στις 6 το απόγευμα η αστυνομία καλεί τον κόσμο να διαλυθεί γιατί δεν υπάρχουν εισιτήρια προς διάθεση. Ο κόσμος δεν κουνιέται ρούπι και τελικά γίνεται χοντρή πεσιματική από τα ΜΑΤ με αποτέλεσμα μέσα σε 20 λεπτά να έχουν απομείνει καμιά διακοσαριά άτομα που περιμένουν μάταια το θαύμα. Τη στιγμή που κατεβαίνω τα σκαλιά για να πάω στον ηλεκτρικό και να γυρίσω σπίτι μου, λιποθυμάω και μετράω τη σκάλα μέχρι κάτω. Κάποιοι αστυνομικοί τρέχουν προς το μέρος μου, με βάζουν καθιστό σε μια σκιά και ο επικεφαλής αποφαίνεται: «Ηλίαση».

Με ρωτάει πόσες ώρες βρισκόμουν στον ήλιο, του εξηγώ ότι ήμουν ο πρώτος που έφτασα εκεί και μου λέει εμπιστευτικά: «Περίμενε λίγο να συνέλθεις, όταν μείνουν ελάχιστοι στο χώρο, θα ανοίξουν τα εκδοτήρια για να δώσουν 300 κομμάτια που έχουν μείνει απούλητα. Θα πάμε μαζί μέχρι εκεί». Μέσα στην απελπισία μου, νιώθω την τύχη να μου χτυπά την πόρτα. Πράγματι, δέκα λεπτά αργότερα, ο αξιωματικός – καλή του ώρα όπου κι αν βρίσκεται – με πηγαίνει υποβασταζόμενο μέχρι το ανοιχτό εκδοτήριο, όπου όμως από την εξάντληση ξαναπέφτω λιπόθυμος (από όπου και η φωτογραφία).


 

Με ξαναπαίρνουν στη σκιά οι αστυνομικοί ενώ οι κάμερες τραβούν το χάλι μου (μεταδόθηκε στα δελτία ειδήσεων της ίδιας μέρας) και ο αξιωματικός μου λέει: «Δώσε μου τα χρήματα να πάω εγώ να στο φέρω». Έδιναν αυστηρά ένα σε κάθε άτομο, όμως εγώ του έδωσα να μου πάρει τρία. Με κοίταξε, σίγουρα με λυπήθηκε και απομακρύνθηκε. Λίγο μετά, επέστρεψε, μου έδωσε τα τρία μαγικά χαρτάκια και με έβαλε μέσα σε ένα ταξί για να πάω σπίτι μου. Την επόμενη το βράδυ ήμουν ένας από τους προνομιούχους που έζησαν τον θρίαμβο επί των πλάβι μέσα στο ΣΕΦ.

Πού θέλω να καταλήξω; Αγάπησα, λάτρεψα, όπως όλη η γενιά μου, τον Γιαννάκη, τον Φάνη, τον Φασούλα και όλους τους υπόλοιπους. ΟΜΩΣ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΕΚΑΝΑ, ΤΟ ΕΚΑΝΑ – ΚΑΙ ΘΑ ΤΟ ΞΑΝΑΕΚΑΝΑ – ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΚΑΛΗ. Τελεία.

Γκάλη ο Άλκης Βασιλείου

Όπως έχω πει -και έχω γράψει κιόλας, αν με διαβάζετε, αρκετές φορές – μεγάλωσα στη Θεσσαλονίκη στα 80s’, πέντε λεπτά από το Παλέ, σε μια εποχή ΟΛΑ τα παιδάκια έπαιζαν μπάσκετ και το μπάσκετ ήταν ο Γκάλης.

Το Γκάλης ή Γιαννάκης είναι ένα εκπληκτικό δίλημμα, μόνο αν δεν έχεις δει ποτέ τον Γκάλη να παίζει. Είναι σαν το Γκάλης ή Διαμαντίδης που αρέσει στους, μικρούς και… τριανταφυλλένιους νέους της εποχής.

Αφού τα λέμε έτσι ωραία, θα σας πω και μια ιστορία.

Το 1989, στην τρυφερή ηλικία των οκτώ, έκανα βόλτα με τους γονείς μου στην Τσιμισκή και άξαφνα(!), η μαμά μου, λέει “Άλκη, ο Γκάλης!” (σ.σ. την εποχή εκείνη, το να δεις τον Γκάλη στο δρόμο, να του ζητήσεις αυτόγραφο και να σε… ακουμπήσει, ισοδυναμούσε με ταξίδι στη DisneyLand). Την αντίδρασή μου, ακόμα τη μνημονεύουμε στα οικογενεικά τραπέζια. “Τι λες ρε μαμά; Πώς γίνεται να προχωράει ο Γκάλης στο δρόμο;”. Ευτυχώς η μαμά μου, είχε υπομονή με τον γιο της. “Αγοράκι μου, εκεί είναι, πάμε να του μιλήσεις”, είπε και μου έδειξε έναν κύριο με καφέ δερμάτινο, που προχωρούσε στο απέναντι πεζοδρόμιο. Μέχρι τα δέκα μου, πίστευα ότι ο Γκάλης είναι ο Θεός -ο κανονικός- και οι Θεοί, σίγουρα, δεν κάνουν βόλτα στην Τσιμισκή μια Κυριακή μεσημέρι.

Την ίδια -πάνω κάτω- αντίδραση, είχα και πριν δύο χρόνια, όταν τυχαία (;) κάτσαμε στα διπλανά τραπέζια σε ένα εστιατόριο της Χαλκιδικής και τον χάζευα επί δύο ώρες, αναγκάζοντας τη σύζυγό μου να κοιτάξει με νόημα την κυρία Γκάλη για να… δικαιολογηθεί για το χαζό βλέμμα ενός παιδιού που μεγάλωσε, έγινε άθεος, αλλά συνεχίζει να πιστεύει στον Γκάλη!

 

Γιαννάκη ο Στέφανος Τριαντάφυλλος

Συμφωνώ (ποιος διαφωνεί δηλαδή;) ότι ο Νίκος Γκάλης άλλαξε το μπάσκετ. Ναι, μόνο που ο Παναγιώτης Γιαννάκης είναι το ίδιο το ελληνικό μπάσκετ. Ο “Δράκος” από τότε που -παιδάκι- τον μάζεψε ο Βύρωνας Κρίθαρης στον Ιωνικό Νικαίας, μέχρι τώρα ζει, αναπνέει, μιλάει και ΔΙΑΦΗΜΙΖΕΙ το άθλημα όπου σταθεί κι όπου βρεθεί. Μπορεί να μην έβαζε τις 40άρες και τις 50άρες του Γκάλη, αλλά η δική του διαδρομή είναι πολύ μακρύτερη. Αντίθετα ο Γκάλης χάθηκε ξαφνικά εκείνο το φθινοπωρινό απόγευμα στο Μετς όταν ο Κώστας Πολίτης τον άφησε στον πάγκο.

Ο Γιαννάκης αντίθετα έπαιξε μέχρι τα 38 στον Παναθηναϊκό και στην Εθνική (το αντίο του -μαζί με αυτό του Οσκάρ Σμιντ- στους Ολυμπιακούς του ’96 είναι από τα τελευταία πράγματα που μου σήκωσαν την τρίχα) και με διάλειμμα ενός χρόνου επέστρεψε ως προπονητής. Και σπάω το κεφάλι μου για να θυμηθώ τόσο καλό παίκτη, να έχει γίνει τόσο καλός προπονητής. Και δεν θα σταθώ στα “δύσκολα” (1/8 βολές στον ημιτελικό του ’98 και η Ελλάδα θα είχε αποκλείσει την μετέπειτα πρωταθλήτρια Γιουγκοσλαβία, ή στην ομάδα-μοντέλο του Αμαρουσίου), αλλά στα εύκολα: χρυσό ευρωπαϊκό το 2005, ασημένιο στο παγκόσμιο του 2006 με την Εθνική μας να υποχρεώνει τους ΝΒΑερ στην ήττα. Από τότε καμιά άλλη ομάδα δεν τους έχει κερδίσει σε μεγάλη διοργάνωση.


 

Ως προπονητής έφερε “επανάσταση” στον τρόπο που παίζεται το μπάσκετ (στον Άλκη τα εξήγησα εκτενώς τις προάλλες, εδώ θα σας κουράσουν τα τεχνικά του θέματος) και θεμελίωσε ουσιαστικά την “ελληνική σχολή”. Ως παίκτης; Ο μεγάλος Άρης χτίστηκε όταν ο “Δράκος” ανέβηκε στη Θεσσαλονίκη. Και λίγοι ξέρουν ότι αυτό δεν θα γινόταν αν δεν τραυματιζόταν ένα μήνα πριν αρχίσει το πρωτάθλημα του ΝΒΑ κάνοντας προπόνηση με τους Μπόστον Σέλτικς. Ναι τους Μπόστον Σέλτικς. Του Λάρι Μπερντ, του Ρόμπερτ Πάρις, του Ντάνι Έιντζ και του Κέβιν ΜακΧέιλ. Ο Γιαννάκης είχε φτάσει στην τελική 14άδα.

Έτσι είναι τα πράγματα. Κι αν θέλουμε να πάρουμε μόνο την αγωνιστική σύγκριση των δύο τοτέμ, θα καταλήξω ότι πάντα προτιμώ έναν παίκτη που βουτάει στο παρκέ, μαρκάρει τον καλύτερο αντίπαλο, ρίχνει κεφαλιές σε αγκώνες (όπως σε αυτούς του Τσατσένκο), ζητάει τη μπάλα στα δύσκολα και κάνει τους συμπαίκτες του καλύτερους από έναν φαντεζί βιρτουόζο που βάζει καλάθι όπως θέλει. Ακόμη κι αν αυτός λέγεται Γκάλης.

Γκάλη ο Μάνος Μίχαλος

Μιλούσε λίγο, εκτελούσε πολύ. Σκόραρε όπως λίγοι στο παγκόσμιο μπάσκετ, δεν κάρφωνε ποτέ (προσωπικά τον είδα κρυφά σε μια προπόνηση του Παναθηναϊκού στο κλειστό της Γλυφάδας, να πατάει 1-2 και jam!). Προπονήθηκε πολύ, δεν παρεπονέθηκε ποτέ (αυτό φυσικά ισχύει και για τον “Δράκο”, τον οποίο εκτιμώ, σέβομαι, θαυμάζω και ευχαριστώ για τις μεγαλύτερες επιτυχίες του ελληνικού μπάσκετ τα τελευταία 20 χρόνια). Τον (άλλον) λάτρεψαν σαν θεό, τον άφησαν να χαθεί στη φισούνα των Αμπελοκήπων λες και ήταν κάποιος τυχαίος. Τον θυμόντουσαν όλοι οι υψηλά ιστάμενοι του ελληνικού μπάσκετ όταν έκανε τριπλά σπασίματα μέσης, τον ξέχασαν για αρκετά χρόνια με την πρόφαση ότι “ο Γκάλης δεν θέλει δημοσιότητα”, αγνοώντας ότι οι πιστοί του δεν απαιτούσαν δημοσιότητα, απλώς ένα “ευχαριστώ” με κάποιον τρόπο.

Ο Νίκος Γκάλης δεν είναι αυτός που απλά “επιλέγω”. Είναι αυτός που έμμεσα μου έδωσε την μπάλα του μπάσκετ στα χέρια, αυτός που είδα να τρέχει στην Τελετή Έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων και δάκρυσα. Αυτός που φαίνεται στην απόσταση που κράτησε, το απωθημένο ενός τελευταίου ματς και χειροκροτήματος. Αυτός, που νιώθω τυχερός που πρόλαβα να δω να παίζει και τώρα ξέρω ότι υπήρξε πραγματικά και περπάτησε στις μύτες…


 

Γιαννάκη η Αμαλία Κουλακιώτη

Λοιπόοοον, σα γνήσια Θεσσαλονικιά, Χαριλιώτισσα, με πατέρα άρρωστο Αρειανό, οι αναμνήσεις μου από τα πρώτα χρόνια της ζωής μου συμπεριλαμβάνουν θρυλικούς αγώνες μπάσκετ και μια αόριστη αίσθηση (γιατί είπαμε ήμουν μικρούλα), πως η ομάδα μας θριαμβεύει. Και οι δύο αθλητές για μένα αντιπροσωπεύουν μία φάση της ζωής μου που δεν την αλλάζω με τίποτα και που τα αισθήματα που μου προκαλεί ακόμα και σήμερα δεν μπορώ να τα περιγράψω με λόγια. Ειδική δεν είμαι, δεν ξέρω ποιος ήταν καλύτερος, ποιος είχε καλύτερο σουτ κτλ κτλ, αλλά μία αδυναμία έδειχνα πάντα προς τον Γιαννάκη. Τον ψηφίζω λοιπόν να χαρεί και ο μπαμπάς!

Γιαννάκη η Ιωάννα Μαμάη

Το να βάζεις να απαντήσει μια ΠΑΟΚτσού που έχει περάσει την εφηβεία της στα γήπεδα ως πρώτο της αιώνιο δίλλημμα δύο αθλητές που έχουν παίξει στον Άρη είναι τουλάχιστον σαδιστικό. Ωστόσο, σαν άψογη επαγγελματίας θα απαντήσω. Και σε αυτό το δίλλημμα θα δώσω ψήφο εμπιστοσύνης στον Παναγιώτη Γιαννάκη. Γιατί αυτόν πρόλαβα ως προπονητή στην Εθνική Ελλάδος. Γιατί αυτός μου χάρισε μια από τις μεγαλύτερες αθλητικές χαρές (μετά το Euro 2004) με την κατάκτηση του Eurobasket το 2005 στο Βελιγράδι. Και ναι από τότε δεν ακούω πειράγματα του τύπου -μα καλά δεν πρόλαβες το Eurobasket; Παναγιώτη Γιαννάκη σε ευχαριστώ.


 

Γκάλη ο Πάνος Κοκκίνης

Ο Παναγιώτης Γιαννάκης, στο μυαλό μου, αντιπροσωπεύει την ιδεατή εκδοχή της φυλής μας. Εργατικός μέχρι ξεδιαντροπιάς, φιλότιμος μέχρι παράκρουσης, πιο μαχητικός και από τους 300 του Λεωνίδα μαζί (σ.σ. τα πλοζόν του έχουν αφήσει εποχή), με βυτιοφόρα ιδρώτα στην πλάτη του ως αντίτιμο της διαδρομής του από τα αλώνια στα σαλόνια και καρδιά 100 φορές πιο τρυφερή από αυτή του μαρουλιού. Με άλλα λόγια, με κάνει περήφανο που είναι συμπατριώτης μου.

Όμως ο Γκάλης είναι μεγάλο μούτρο. Αλάνι παγκοσμίων προδιαγραφών, ο χαμένος ιπτάμενος (σ.σ. ένεκα της τζορντανικής του ικανότητας να μένει στον αέρα) αδελφός του Τόνι Σοπράνο, ο μοναδικός Έλληνας στην ιστορία που θα μπορούσε να στραπατσάρει την μούρη του Ντε Νίρο στο Οργισμένο Είδωλο ή να γεμίσει με το άφρο του (αυτό που κότσαρε όταν πρωτοήρθε από το Αμέρικα) κάθε καρέ από το Resorvoir Dogs. Για να συννενούμαστε. Αν δεν υπήρχε ο Γκάλης, κανείς, ούτε ο Λιντς, ούτε ο Κρόνεμπεργκ, ούτε ο Αρονόσφκι θα μπορούσαν να τον φανταστούν. Και θα είμαι εκεί, στην πρεμιέρα, όποτε βρεθεί κάποιος ικανός σκηνοθέτης που θα αποφασίσει να μεταφέρει την ιστορία του λιγομίλητου -κατά βάση αντικοινωνικού- γλαντιάτορ του παρκέ στην μεγάλη οθόνη.

Γκάλη η Έλενα Μπουζαλά

Επιτρέψτε μου, αν και δεν είμαι μέλος κανενός κλαμπ που ξέρει από βαθύ μπάσκετ, να επιλέξω ΤΟΝ μοναδικό ΣΤΑΡ μπασκετμπολίστα που έχει παίξει στα ελληνικά παρκέ. Δεν ξέρω από πικ εντ ρολ, τζαμπ σουτ και μπάζερ μπίτερ, αλλά έμαθα ότι 2 πόντους κάνει το λέι απ, 2 και το κάρφωμα. Επιτρέψτε μου ακόμη μια ιστορία. Όταν, ως φοιτήτρια ΤΕΦΑΑ, κάναμε προπόνηση στο Καυτανζόγλειο, πολλά απογεύματα ερχόταν με τον γυμναστή του να τρέξει. Όση βαβούρα είχε το στάδιο, σταματούσε. Ύστερα από αμέτρητους γύρους, ανέβαινε με πηδήματα τα σκαλοπάτια στις κερκίδες. Έφευγε όσο αθόρυβα είχε μπει. Όπως αποχώρησε και από την ενεργό δράση. Δεν έπαιξε; Πήρε τα πράγματά του και έφυγε. Ο Νίκος Γκάλης θα ήθελα να μάθει μπάσκετ το παιδί μου, διότι έχει αυτό το βλέμμα το καθαρό, αυτή την φιγούρα την αυθεντική και αν και δεν είμαι μέλος κανενός κλαμπ βαθιάς ψυχολογίας, την καλή καρδιά.


 

Γκάλη η Ρομίνα Δερβεντλή

Θα αντιπροσωπεύσω αυτό το ποσοστό της χώρας που δεν έχουν εμπεριστατωμένη άποψη για το θέμα, γιατί πολύ απλά α) είναι γυναίκες και β) δεν ασχολούνται. Για αυτό, λοιπόν,  δέχομαι ότι η γνώμη μου έχει την ίδια βαρύτητα που θα είχε εκείνη του Τριαντάφυλλου σε ένα κινηματογραφικό δίλημμα και δεν ντρέπομαι και καθόλου. Γκάλης γιατί το όνομά του ακόμα και για εμάς που δεν ασχολούμαστε είναι βαρύγδουπο. Και γιατί δεν έχω ακούσει κανέναν από τους -δυστυχώς- κολλημένους μπασκετόφιλους φίλους μου να λέει “Σιγά ρε, ποιός νομίζεις ότι είσαι; Ο Γιαννάκης;”. Σε κάτι τέτοιες κλισεδιάρικες εκφράσεις ταιριάζει ο Γκάλης. Σόρι κιόλας…

Γκάλη ο Ηλίας Αναστασιάδης

Αν δεν τύχαινε ο Νίκος Γκάλης και ο Παναγιώτης Γιαννάκης να συνυπάρξουν στον Άρη της γνωστής προ 20ετίας και βάλε εποχής -με κάθε σεβασμό προς τον σπουδαίο αθλητή και προπονητή “Δράκο”- σήμερα, το 2012, το generic, αλλά το σωστό δίλημμα θα ήταν “Γκάλης ή όλοι οι άλλοι”.

Όταν από τη μία μιλάς για το σύμβολο του ελληνικού μπάσκετ (αν και προσωπικά ποτέ δεν ήταν η αδυναμία μου), από την άλλη, στην καλύτερη και χάριν παραλληλισμού, άντε να βάλεις το αντίστοιχο σύμβολο του ποδοσφαίρου. Δεν μπορείς να προβληματιστείς, για παράδειγμα, να βυθιστείς και να πονοκεφαλιάσεις με το δίλημμα “Στόκτον ή Μαλόουν”. Άλλη δουλειά ο ένας, άλλη ο άλλος, απλά και οι δύο στη Γιούτα.

Αντιστοίχως, άλλη η δουλειά ενός μύθου κι άλλη ενός σημαντικού παίκτη-ιδανικής καρικατούρας του Έλληνα με το δίπτυχο γιν-γιανγκ να μεταφράζεται για την περίσταση σε φιλότιμο-γκρίνια.

Γκάλη ο Χρήστος Χατζηιωάννου

Φοβάμαι ότι αν μιλήσω για τον Γκάλη θα πέσω σε κλισέ και όσα έχουν ήδη αναφερθεί. Αυτό όμως που μου έχει μείνει από τον Γκάλη και τον ανεβάζει 15 επίπεδα στην εκτίμησή μου, είναι η αύρα. Αυτή που τον συνοδεύει από τη δεκαετία του 80 μέχρι σήμερα. Αυτή η αίσθηση ότι ο άνθρωπος δεν ήταν ένα απλός σούπερ σταρ των γηπέδων αλλά ένας πραγματικός ροκ σταρ της εποχής. Μόνο ένας ροκ σταρ μπορεί να έχεις τόσους πιστούς, τόσους φανατικούς οπαδούς και οι δικές του πράξεις να έχουν τέτοια κοινωνική απήχηση.

Ο Γκάλης έφτασε στο King’s Landing και κάθησε στο θρόνο των 7 βασιλείων. Ο Παναγιώτης Γιαννάκης είναι για εμένα καταδικασμένος να φυλάει το τείχος στο Βορρά. Γιατί ναι, ήταν και αυτός ψηλά, πολύ ψηλά. Αλλά την όποια αίγλη είχε κατακτήσει ως παίκτης, ως νικητής, ως άνθρωπος που δεν το έβαζε κάτω μέχρι να γίνει καλύτερος, την έχασε στα μάτια μου με αυτή την αιώνια παραπονεμένη φάτσα να κοιτάει διαιτητικό τρίο και γραμματεία τόσο στα παιχνίδια του Ολυμπιακού όσο και σε αυτά της Εθνικής. Σίγουρα τον αδικώ. Αλλά για τον Νίκο Γκάλη δεν τολμάω καν να λερώσω το στόμα μου.


 

Γιαννάκη ο Στέλιος Αρτεμάκης

Είμαι με τον Τριαντάφυλλο. Το λέω εκ των προτέρων. Δεν έχω τίποτα να συμπληρώσω. Απλά θα απαντήσω σε κάτι που ακούω ξανά και ξανά, ότι δηλαδή χωρίς τον Γκάλη το ’87 δεν θα έπαιρνα ευρωπαικό! Ναι, χωρίς τον Γκάλη δεν θα έπαιρνα εκείνο το ευρωπαικό, το μπάσκετ δε θα γινόταν το αγαπημένο άθλημα των Ελλήνων, η εθνική δεν θα γινόταν η “αγαπημένη”. Αλλά δεν θα το έπαιρνα γιατί είχα μόνο Γκάλη, Γιαννάκη, Φασούλα και Χριστοδούλου πιτσιρικά. Μόνο. Κανέναν άλλο (με όλο το σεβασμό)! Αν όμως είχα δέκα καλούς για Ευρώπη παίκτες μπορεί και να το έπαιρνα χωρίς τον Γκάλη. Αν, θα μου πεις. Και αν η γιαγιά μου… Και αν είχα… Παπαλουκά, Διαμαντίδαρο, Σπανούλη, Σχορτσιανίτη, Φώτση, Ζήση, Μπουρούση, Τσαρτσαρή, Παπαδόπουλο, Βασιλόπουλο, Ντικούδη, Χατζηβρέττα θα το έπαιρνα χωρίς μια καλαθομηχανή; Α ναι, το πήρα. Ετσι, όπως η φυλή μου δε με έχει συνηθίσει, με ομαδική προσπάθεια. Και είχα και το Γιαννάκη στον πάγκο!

Γιαννάκη ο Θοδωρής Δημητρόπουλος

Μετά τον Τριαντάφυλλο δεν έχω να πω πολλά, ήταν οδοστρωτήρας και με κάλυψε απολύτως. Μόνο ότι πάντα προτιμώ τους ανθρώπους χωρίς τους οποίους ο μεγάλος σταρ δε θα ήταν ο μεγάλος σταρ. Δε θα έχουμε ποτέ τρόπο να γνωρίζουμε τι θα ήταν ο Γκάλης αν δεν είχε τον Γιαννάκη δίπλα του, όμως έχουμε δει τι είναι ο Γιαννάκης χωρίς τον Γκάλη.

Απολαμβάνω ένα highlight reel όσο ο οποιοσδήποτε, αλλά στο τέλος αγαπώ και τα υπόλοιπα που μένουν. Δεν ήμουν αρκετά μεγάλος το ’87 για να μπορώ να πω ότι ήμουν από εκείνους που ο Γκάλης κι ο Γιαννάκης με έκαναν να πιάσω μια μπάλα. Πιο πολύ πχ πρόλαβε να με ενθουσιάσει ο τιτάνας Φάνης (ακόμα και ως βάζελος που θα διάλεγε τον Διαμαντίδη πάνω απ’τον Γκάλη any day of the week, ο Φάνης παραμένει ο αγαπημένος μου παίχτης όλων των εποχών), οπότε για εμένα δεν υπάρχει ο παράγοντας του τι με έκανε να αγαπήσω το μπάσκετ.


 

Οπότε αυτό που μου απομένει είναι το πόσα πράγματα μπορούν να με ενθουσιάσουν όταν φέρνω στο μυαλό μου μια μεγάλη προσωπικότητα. Ο Γκάλης έβαζε αμέτρητους πόντους με κάθε πιθανό τρόπο, όμως ο Δράκος (από το διαρκώς μουτρωμένο του ύφος μέχρι το πώς σκιζόταν στην παραμικρή φάση) με πώρωνε περισσότερο – έστω όσο τον πρόλαβα σε αληθινές παικτικές συνθήκες κι όχι σε θολά highlights. Μετά το τέλος της καριέρας τους, δεν υφίσταται καν σύγκριση. Τη νίκη απέναντι σε μια αληθινή Team USA ελάχιστα πράγματα θα την ξεπεράσω ποτέ, είναι κάτι σαν ένα ’87 για όσους δεν προλάβαμε το ’87. Και το Μαρούσι, και ο Ολυμπιακός που κατά λάθος δεν πήρε τα σκήπτρα από τον Παναθηναϊκό – και ναι, ο τραγικός τελικός απέναντι στους Ισπανούς. Οι αποτυχίες γουστάρω να είναι κομμάτι των ηρώων μου.

Η τελευταία ανάμνηση που έχω από τον Γκάλη είναι να κάθεται στον πάγκο στο ματς με τους Αμπελόκηπους. Η τελευταία που έχω από τον Γιαννάκη είναι να γλιστράει στον τελικό του Παρισιού. Fail; Ναι. Αλλά μάχιμος ως την ύστατη στιγμή.

Γκάλη η Ελιάνα Χρυσικοπούλου

Ίσως είναι ντροπή να μην έχω άποψη για ένα τόσο σημαντικό θέμα. Ίσως και όχι. Σίγουρα πάντως δεν ντρέπομαι να παραδεχθώ πως σε τέτοια σταυροδρόμια που οι δρόμοι μοιάζουν ολόιδιοι και εξίσου άγνωστοι, θα τον κοιτάξω τον χάρτη, θα τον ρωτήσω τον περαστικό προς τα που να πάω. Εν προκειμένω, στο ρόλο περαστικού, ένας 35χρονος άντρας που πέρασε τη νιότη του πεπεισμένος πως μεγαλώνοντας θα γίνει μπασκετμπολίστας (δεν έγινε). Παραθέτω αυτούσιο τον διάλογο.

– Το δίλημμα είναι Γκάλης ή Γιαννάκης. Τι να ψηφίσω; Έλα, βοήθα με.

– Γκάλη βέβαια.

– Γιατί Γκάλη; Ο Γιαννάκης φαίνεται σοβαρός κύριος και είναι γλυκούλης που προπονεί την Εθνική. Ο άλλος είναι μούτρο. Γιαννάκη θα ψηφίσω.

-Δεν μπορείς να ψηφίσεις Γιαννάκη. Ο Γκαλης ήτανε.

– Ο Γκάλης ήταν… ΤΙ;

-Δεν έχεις ακούσει το τραγούδι; “Με τον Γκάααλη, τον Γιαννάκη…”, ε, πρώτος πάει ο Γκάλης. 

– Κατ’ αρχήν το τραγούδι λέει “και το βράδυ το βραδάκι”. Και επίσης τα Ημισκούμπρια λένε “εγώ είμαι το κεφάλι/ μπάσκετ με τον Γκάλη”, αλλά όλα αυτά δεν με βοηθάνε, θέλω επιχειρήματα, όχι playlist.  

– Ο Γκάλης όταν πηδούσε ξεχνούσε να κατέβει.

– Καλύτερο αυτό. Πιασάρικο. Κάτι άλλο έτσι που να δικαιολογεί την ψήφο μου;

– Ο Γκάλης ήταν ο Θεός.

– Αμήν.

ΔΙΛΗΜΜΑ ΤΕΛΟΣ – ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΛΗΣ ΜΕ  64,3%

Ο Γκάλης περνάει με ριβέρς ντρίμπλα τον αντίπαλό του (Τριαντάφυλλο), κάνει μια σταυρωτή, κι άλλη μία…, πατάει ΕΝΑ-ΔΥΟ, ο Δημητρόπουλος πάει να τον κόψει… ΩΩΩΩΩΩ: ΤΡΙΠΛΟ ΣΠΑΣΙΜΟ ΜΕΣΗΣ ΚΑΙ Η ΜΠΑΛΑ ΜΠΑΙΝΕΙ ΣΤΟ ΚΑΛΑΘΙ! ΕΙΝΑΙ ΦΟΒΕΡΟ, Ο ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΛΗΣ ΕΚΑΝΕ Ο,ΤΙ ΗΘΕΛΕ ΤΗΝ ΑΝΤΙΠΑΛΗ Η ΑΜΥΝΑ ΚΑΙ ΚΕΡΔΙΣΕ ΤΟ ΑΙΩΝΙΟ ΔΙΛΗΜΜΑ.

ΟΧΙ ΤΡΙΠΟΝΤΟ!

Nick.

The Greek.