Η Μπέτις όπως τη γνώρισα πριν 32 χρόνια
Η Real Betis Balompié όπως την έζησα στη Σεβίλλη από την άνοιξη του 1994 και μετά. Ο ερχομός του Lorenzo Serra Ferrer, η άνοδος στην Primera, η ομάδα-μοντέλο που εντυπωσίασε όλη την ποδοσφαιρική Ισπανία, ο χαμένος τελικός του 1997 με την Μπαρτσελόνα, η αποχώρηση του Serra και η επιστροφή του το 2004, η κατάκτηση του Κυπέλλου το 2005, το οριστικό «διαζύγιο» με τον Lopera και μπόνους, η προσωπική μου γνωριμία με τον Don Lorenzo.
- 19 ΜΑΡ 2026
Κυριακή 13 Φεβρουαρίου 1994. Εκείνη τη μέρα έτυχε να βρίσκομαι σε μια φοιτητική εστία στη συνοικία Los Bermejales, που οριοθετεί το νοτιότερο σημείο της Σεβίλλης. Είχα νοικιάσει από την Παρασκευή ένα από τα άδεια δωμάτια της εστίας, ψάχνοντας να βρω διαμέρισμα για να εγκατασταθώ μόνιμα στην πρωτεύουσα της Ανδαλουσίας. Μέχρι τότε έμενα στη Σαλαμάνκα, όμως κατέβαινα τακτικά τα Σαββατοκύριακα στη Σεβίλλη, για να συναντώ τη Μάρτα, το αμόρε εκείνης της εποχής. Επειδή όμως είχα βαρεθεί τα πέρα-δώθε με τα λεωφορεία (σχεδόν 1.000 χιλιόμετρα πήγαινε-έλα, αφού η απόσταση των δυο πόλεων είναι 470 χλμ), αποφάσισα κάποια στιγμή να γίνω ερωτικός μετανάστης και να αφήσω την αγαπημένη Καστίγια ι Λεόν για τα «θέλγητρα» του Νότου.
Μετά από δεκάδες επισκέψεις το τριήμερο σε διάφορα σπίτια, χωρίς αποτέλεσμα, επέστρεψα στο δωμάτιο της εστίας για μια σιέστα, πριν πάω σε ένα ακόμα ραντεβού, το οποίο είχα αφήσει για τελευταίο, αφού βρισκόταν πολύ κοντά στον σταθμό των λεωφορείων, από όπου θα επέστρεφα το βράδυ στη Σαλαμάνκα. Ανοίγοντας μια πολύ σύντομη παρένθεση, εκείνο το ραντεβού θα αποδεικνυόταν η απόλυτη επιτυχία, αφού συμφώνησα να συγκατοικήσω με τον Χιού, έναν Ιρλανδό, ενώ στη συνέχεια, η παρέα θα συμπληρωνόταν με έναν Γάλλο και έναν Ισπανό, ιστορία που αν έχετε χρόνο και όρεξη, μπορείτε να διαβάσετε εδώ!
Τα ντεσιμπέλ του “Villamarín”
Κλείνει η παρένθεση και επανέρχομαι στην εστία και τη σιέστα, συνήθεια που έμαθα και υιοθέτησα από την πρώτη μου παραμονή στην Ισπανία, το φθινόπωρο του 1990. Την έπεσα λοιπόν για το καθιερωμένο διωράκι, όταν κάποια στιγμή, ενώ κοιμόμουν τον ύπνο του δικαίου, ξύπνησα από ένα δυνατό βουητό. Όταν λέω βουητό, εννοώ βουητό, να τρίζουν τα παράθυρα, να νιώθω το δωμάτιο να σείεται σαν να γινόταν σεισμός. Αναρωτήθηκα σαν άλλος Σπύρος Παπαδόπουλος, «τι έγινε ρε παιδιά;» και αμέσως σηκώθηκα από το κρεβάτι, πήγα στην πόρτα, την άνοιξα και κοίταξα έξω. Εδώ να πω ότι το δωμάτιο ήταν ισόγειο και μπροστά είχε μια πολύ μικρή αυλή.
Βγαίνοντας λοιπόν στην αυλή, ο θόρυβος πλέον ήταν ουρανομήκης, το βουητό δυνάμωσε και έμοιαζε σαν να πλησίαζε κοπάδι από χιλιάδες εξαγριωμένους βούβαλους. Προς μεγάλη μου έκπληξη, στη μικρή αυλή του διπλανού δωματίου, ένας τύπος ήταν αραχτός σε μια καρέκλα και διάβαζε τελείως ατάραχος ένα βιβλίο. “Perdón, que coño está pasando?” (συγνώμη, τι διάολο συμβαίνει;), τον ρώτησα. «Τι εννοείς;», μου απάντησε σαν να μην έτρεχε τίποτα. «Αυτός ο χαλασμός που ακούγεται, τι είναι;». «Α, εννοείς τις φωνές από το γήπεδο; Έχει αγώνα η Μπέτις». Σοκ. Τι είπε το άτομο τώρα; Και ενώ είχα μείνει να τον κοιτάζω με το στόμα ανοιχτό, μου έδειξε με το χέρι του «εκεί είναι το “Benito Villamarín”, η έδρα της Μπέτις».
Θα είμαι απόλυτα ειλικρινής μαζί σας, μέχρι τότε είχα πάει σε αρκετά γήπεδα στην Ελλάδα και στο “Santiago Bernabéu” στην Ισπανία, αλλά ποτέ μου δεν είχα φανταστεί ότι ένα ποδοσφαιρικό γήπεδο ήταν ικανό να βγάλει τόσα (σε ένταση) και τέτοια (σε διάρκεια) ντεσιμπέλ. Είχα βρεθεί σε ευρωπαϊκά ματς του Παναθηναϊκού τη δεκαετία του ’80, με το ΟΑΚΑ να «κοχλάζει», αλλά και σε ντέρμπι με τον Ολυμπιακό (τότε που ακόμα οπαδοί και των δυο ομάδων μοιράζονταν τις κερκίδες), όπου υπήρχαν στιγμές που ένιωθες να ξεκουφαίνεσαι από τις φωνές και τα συνθήματα, όμως τίποτα δεν μπορούσε να συγκριθεί με αυτό που βίωσα εκείνο το απόγευμα στη Σεβίλλη.
Και το σοκ έγινε ακόμα μεγαλύτερο όταν πιάνοντας την κουβέντα με τον «γείτονα» στην εστία, έμαθα ότι εκείνη τη στιγμή που μιλούσαμε, σε απόσταση μικρότερη του ενός χιλιομέτρου από εμάς, 60.000 «τρελοί» έβγαζαν τα λυσσακά τους για μια ομάδα που αγωνιζόταν στη Segunda División, τη δεύτερη δηλαδή κατηγορία του ισπανικού ποδοσφαίρου! «Είναι η τρίτη σερί χρονιά που παίζουν στη Segunda, πρόπερσι έχασαν την άνοδο στα πλέι-οφ από την Ντεπορτίβο και πέρυσι τερμάτισαν πέμπτοι, έχασαν δηλαδή τα πλέι-οφ της ανόδου για μια θέση. Και φέτος πάντως δυσκολεύονται αρκετά, η ομάδα έχει συνεχώς σκαμπανεβάσματα, τα βλέπω χλωμά τα πράγματα», με ενημέρωσε ο πάντα ατάραχος τύπος.
Η αλήθεια είναι ότι μέχρι τότε ελάχιστα πράγματα γνώριζα για την Μπέτις, ήξερα ότι ήταν η μια από τις δυο ομάδες της Σεβίλλης, είχα δει σε ένα ρετρό αφιέρωμα στην ισπανική τηλεόραση στιγμιότυπα από τον τελικό του Copa del Rey του 1977 στο “Vicente Calderón” της Μαδρίτης, όπου η Μπέτις είχε πάρει το Κύπελλο απέναντι στην Αθλέτικ Μπιλμπάο στη διαδικασία των πέναλτι και αφού εκτελέστηκαν είκοσι συνολικά από αυτά μέχρι ο José Ángel Iribar, ο θρυλικός τερματοφύλακας των Βάσκων να χάσει το τελευταίο και επίσης γνώριζα ότι από εκεί είχε ξεκινήσει τη μεγάλη του καριέρα ο Rafael Gordillo, ο περίφημος “Gordo”, πριν πάει στη Ρεάλ Μαδρίτης. Αλλά μέχρι εκεί, αυτά ήταν όσα ήξερα για τους “verdiblancos”.
Όσο μιλούσα με τον γείτονα, οι φωνές δεν σταματούσαν στιγμή από τη μεριά του γηπέδου, η κουβέντα μας όμως συνεχίστηκε και με πληροφόρησε ότι από την προηγούμενη χρονιά ο Gordillo είχε επιστρέψει στην αγαπημένη του Μπέτις για να κλείσει εκεί την καριέρα του. «Έχουν έναν Κροάτη προπονητή τώρα, τον Sergio Kresic, αλλά δεν τον βλέπω να βγάζει τη σεζόν, η ομάδα είναι στην 7η θέση και ο καινούργιος – από πέρυσι – μεγαλομέτοχος, Manuel Ruiz de Lopera, δε φημίζεται για την υπομονή του. Οι αθλητικές εφημερίδες ψάχνουν τις τελευταίες εβδομάδες υποψήφιους για τον πάγκο, ένα ακόμα στραβό αποτέλεσμα και πολύ δύσκολα θα συνεχίσει», με ενημέρωσε ο δικός μου.
Φεύγει ο Kresic, έρχεται ο Serra
Κάπου εκεί το συνεχές βουητό που έφτανε στα αυτιά μας, έγινε ξαφνικά μια μυριόστομη άναρθρη κραυγή που κάλυψε τα πάντα. Πάντα ατάραχος ο γείτονας, αποφάνθηκε «μάλλον έβαλε γκολ η Μπέτις» κι εγώ κατέληξα ότι είχα να κάνω με τρελούς. Λίγο αργότερα μάζεψα τα πράγματά μου, πήγα στο τελευταίο ραντεβού, βρήκα σπίτι και γύρισα στη Σαλαμάνκα για να ετοιμάσω την αναχώρησή μου. Όμως αγοράζοντας την επόμενη μέρα τη Marca, πήγα κατευθείαν στις σελίδες της Segunda División για να δω τι είχε κάνει η Μπέτις. Είχε μπει μέσα μου η περιέργεια για αυτή την ομάδα με την χωρίς εισαγωγικά εκρηκτική κερκίδα. Νίκη 3-2 επί της δεύτερης τότε στη βαθμολογία Κομποστέλα και άνοδος στην 5η θέση του πίνακα.
Μην τα πολυλογώ, λίγες μέρες αργότερα πήρα τα υπάρχοντά μου, άφησα πίσω μου τον ποταμό Τόρμες και μετακόμισα στον Γουαδαλκιβίρ, η ρωμαϊκή ονομασία του οποίου παρεμπιπτόντως ήταν Baetis, από την οποία προήλθε και το όνομα της ποδοσφαιρικής ομάδας. Ο Ιρλανδός συγκάτοικος ήταν ένθερμος υποστηρικτής της Μπέτις, έτσι λοιπόν κολλήσαμε και οι δυο (αλλά και οι δυο επόμενοι συγκάτοικοι που μας ήρθαν στη συνέχεια) με τους “verdiblancos”. Μια εβδομάδα μετά το σοκ στο Bermejales, ο Χιού κι εγώ στρογγυλοκαθίσαμε μπροστά στην τηλεόραση για να δούμε το επόμενο ματς της ομάδας, εκτός έδρας με την CD Toledo. Ήττα 2-0 και πτώση τριών θέσεων στον πίνακα (8η πλέον).
Την επόμενη μέρα επιβεβαιώθηκαν οι δημοσιογραφικές προβλέψεις, αφού διαβάσαμε στη Marca ότι ο Lopera απέλυσε τον Kresic. Όλα τα ρεπορτάζ μιλούσαν για τον Lorenzo Serra Ferrer, έναν προπονητή από τη Μαγιόρκα, που είχε φτιάξει το όνομά του στην τοπική ομάδα, την οποία είχε οδηγήσει μια τριετία πριν στον τελικό του ισπανικού κυπέλλου, υποκύπτοντας στην παράταση απέναντι στην Ατλέτικο Μαδρίτης. Το ίδιο βράδυ ο Lopera ανακοίνωσε τη συμφωνία με τον Lorenzo Serra και 24 ώρες αργότερα, ο νέος τεχνικός πραγματοποίησε την πρώτη του προπόνηση με τους “verdiblancos”.
«Αν και θα είναι δύσκολο, εδώ υπάρχει αρκετό υλικό για να πετύχουμε την άνοδο», ήταν τα λόγια του στους δημοσιογράφους, σε μια δήλωση που οι περισσότεροι τη χαρακτήρισαν «απαραίτητο κλισέ», αλλά λίγοι την έλαβαν σοβαρά υπόψη τους. Να πω εδώ ότι όταν ανέλαβε ο Serra, η Μπέτις είχε 29 βαθμούς (σύστημα βαθμολόγησης 2-1-0), με 12 νίκες, 5 ισοπαλίες και 9 ήττες σε 26 παιχνίδια, ενώ απείχε 10 βαθμούς από την κορυφή, 6 βαθμούς από την απευθείας άνοδο και 3 βαθμούς από τα μπαράζ της ανόδου. Που σημαίνει ότι οι δυο πρώτες της βαθμολογίας ανέβαιναν απευθείας στην Primera, ενώ η 3η και η 4η έπαιζαν μπαράζ με την 17η και τη 18η της Primera.
Παρά το γεγονός ότι η Μπέτις ήταν όγδοη, από πάνω της είχε ουσιαστικά πέντε ομάδες και όχι επτά, αφού Barcelona B και Real Madrid B δεν είχαν δικαίωμα ανόδου στην Primera, ως θυγατρικές της Μπαρτσελόνα και της Ρεάλ. Ο πρώτος στόχος φυσικά ήταν τουλάχιστον η είσοδος στην πρώτη τετράδα για να υπάρχει το δικαίωμα συμμετοχής στα μπαράζ, ενώ το ιδανικό σενάριο – και φυσικά το πιο δύσκολο – ήταν το πλασάρισμα στις δυο πρώτες θέσεις, που οδηγούσαν απευθείας στην Primera. Απέμεναν 12 παιχνίδια, στα οποία ο Serra έπρεπε να πετύχει την ανατροπή.
Ας δούμε τώρα ποια ήταν τα «όπλα» του Serra Ferrer, το «αρκετό υλικό» όπως το είχε περιγράψει ο Ισπανός τεχνικός. Πέρα από τον Gordillo που πλέον στα 37 του έμπαινε περισσότερο ως αλλαγή στα τελευταία 20λεπτα των παιχνιδιών, η Μπέτις στηριζόταν κυρίως σε παίκτες όπως o José Luis Diezma στην εστία, ο Juan Merino, ο Roberto Ríos, o Tomás Olías και ο Juan Antonio Ureña στην άμυνα, ο Juanjo Cañas, ο Luis Márquez, ο Luis Merino, ο Alexis Trujillo και ο Julio Soler στα χαφ, ο Ángel Cuellar και το αργεντίνικο δίδυμο των Jorge Comas και Daniel Aquino στην επίθεση. Να σημειώσουμε ότι τον Ιανουάριο του 1994 είχε αναχωρήσει από την Μπέτις ο Βούλγαρος διεθνής Trifon Ivanov.
Με συγκρατημένη αισιοδοξία λοιπόν ξεκίνησε η «εποχή» Serra Ferrer στην Μπέτις, όταν κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει ότι ο τεχνικός από τη Μαγιόρκα θα γινόταν το σύμβολο της αγωνιστικής αναγέννησης του συλλόγου και μαζί με τον Manuel Pellegrini, ένας από τους δυο πιο πετυχημένους προπονητές στη σύγχρονη ιστορία των “verdiblancos”. Μέσα σε μόλις 11 εβδομάδες, από τις 6 Μαρτίου του 1994 όταν κάθισε για πρώτη φορά στον πάγκο σε επίσημο ματς της Μπέτις, μέχρι τις 15 Μαΐου, όταν ολοκληρώθηκε το πρωτάθλημα της Segunda División, η πορεία της ομάδας αποδείχτηκε αψεγάδιαστη. Σε 12 αγώνες, οι παίκτες του Serra πέτυχαν 10 νίκες και 2 ισοπαλίες, με συνολικό συντελεστή τερμάτων 28-6!
Στην 31η αγωνιστική η Μπέτις ανέβηκε στην 3η θέση, σε απόσταση τριών βαθμών από τη δεύτερη Κομποστέλα και δυο αγωνιστικές μετά, στην 33η, βρέθηκε δεύτερη, σε τριπλή ισοβαθμία με τις Κομποστέλα και Τολέδο. Μια Κυριακή αργότερα, στην 34η αγωνιστική, οι “verdiblancos” ήταν πλέον μόνοι δεύτεροι με έναν βαθμό περισσότερο από την Κομποστέλα, ενώ στο τέλος της 35ης αγωνιστικής είχαν αυξήσει τη διαφορά τους από την ομάδα της Γαλικίας στους δυο βαθμούς. Η διαφορά των δυο βαθμών παρέμεινε μετά και την 36η αγωνιστική και έτσι στην 37η και προτελευταία αγωνιστική, η Μπέτις ταξίδεψε στο Μπούργος της Καστίλλης, για να αντιμετωπίσει την ομώνυμη ομάδα, που είχε ήδη υποβιβαστεί μαθηματικά στη Segunda B.
Η νίκη-άνοδος στο Μπούργος
Οι Σεβιγιάνοι ήθελαν τη νίκη απέναντι στην αδιάφορη Μπούργος, για να τελειώσουν και μαθηματικά την υπόθεση της απευθείας ανόδου. Στα δυο παιχνίδια με την Κομποστέλα, η Μπέτις είχε αποσπάσει λευκή ισοπαλία στο ματς του πρώτου γύρου και είχε νικήσει 3-2 σε αυτό του δεύτερου (το γκολ που περιέγραψα στο ξεκίνημα του κειμένου), άρα είχε τη μεταξύ τους ισοβαθμία, κάτι που σήμαινε πως με «δίποντο» στο Μπούργος, η τελευταία αγωνιστική – με το ντέρμπι κορυφής απέναντι στην πρωτοπόρο Εσπανιόλ – δεν θα επηρέαζε την τελική βαθμολογία. Την αποστολή της Μπέτις στο Μπούργος ακολούθησαν 5.000 “béticos”, που ήθελαν να υποστηρίξουν την ομάδα τους και σε περίπτωση νίκης να πανηγυρίσουν την επιστροφή στην Primera.
Το παιχνίδι αποδείχτηκε ένας επιθετικός μονόλογος των “verdiblancos” που πέτυχαν από ένα γκολ σε κάθε ημίχρονο (31′ Márquez & 70′ Aquino), μετατρέποντας το γήπεδο El Plantío αμέσως μετά τη λήξη σε μια μεγάλη φιέστα των Ανδαλουσιάνων, που τρία χρόνια μετά, έβλεπαν επιτέλους φως στο τούνελ με τη συμμετοχή και πάλι της Μπέτις στην πρώτη κατηγορία. Οι δρόμοι της Σεβίλλης, πολύ περισσότερο στη δυτική όχθη του Γουαδαλκιβίρ, στη συνοικία της Triana, παραδοσιακά «φωλιά» των “béticos”, αλλά και στη συνοικία της Heliópolis, εκεί όπου βρίσκεται το “Benito Villamarín”, γέμισαν από χιλιάδες φίλους της ομάδας που ξενύχτησαν γιορτάζοντας την άνοδο με τα πασίγνωστα συνθήματα “Musho Beti, musho Beti, eh, eh!” και “Viva er Beti manque pierda” (Ζήτω η Μπέτις και ας χάνει), αμφότερα με τη βαριά ανδαλουσιάνικη προφορά.
* Βίντεο: Όλη η τρέλα των “béticos” για την άνοδο στην Primera División. Το τρένο με τους φίλαθλους που ταξίδεψαν στο Μπούργος, τα γκολ της αναμέτρησης, οι πανηγυρισμοί στα αποδυτήρια, η επιστροφή και η υποδοχή στη Σεβίλλη. Ακόμα και αν δεν ξέρετε ισπανικά, οι εικόνες μιλάνε από μόνες τους. Και βέβαια, παντού κυριαρχεί το σύνθημα “Musho Beti, musho Beti, eh, eh”!
Μαζί με την άνοδο στην Primera της Μπέτις, «ξύπνησε» και η αντιπαλότητα με τη Σεβίγια, την άλλη ομάδα της πόλης. Οι “sevillistas”, για να πικάρουν τους “béticos”, είχαν γεμίσει τα μπαλκόνια τους με μικρά πανό και χαρτόνια, στα οποία διάβαζες την ίδια φράση: “Cuatro puntos más”, δηλαδή «4 βαθμοί περισσότεροι», υπονοώντας ότι με την επιστροφή της Μπέτις στην πρώτη κατηγορία, η Σεβίγια είχε εξασφαλισμένους τέσσερις βαθμούς στο επόμενο πρωτάθλημα, με τις δυο νίκες που θα πετύχαινε στο τοπικό ντέρμπι, εντός και εκτός έδρας! Ο χαβαλές και το δούλεμα πήγαιναν σύννεφο για αρκετές μέρες.
Επιστρέφοντας στη Σεβίλλη από το Μπούργος, η αποστολή της Μπέτις γνώρισε την αποθέωση, όμως η μεγάλη φιέστα ήταν προγραμματισμένη για την επόμενη Κυριακή, στην τελευταία αγωνιστική, εκεί όπου οι “verdiblancos” θα υποδέχονταν την πρωτοπόρο και ήδη πρωταθλήτρια της Segunda, Εσπανιόλ. Οι Καταλανοί είχαν προβάδισμα τριών βαθμών στη βαθμολογία από τους Ανδαλουσιάνους, άρα δεν μπορούσε να αλλάξει κάτι στην υπόθεση του τίτλου, όμως η ομάδα του Serra ήθελε τη νίκη για να ολοκληρώσει με τον καλύτερο τρόπο τη σεζόν μπροστά στους φιλάθλους της.
Μπροστά σε 60.000 τρελαμένους “béticos” και ένα “Benito Villamarín” που ζούσε ιστορικές στιγμές, η Εσπανιόλ έκανε το παραδοσιακό “pasillo” για να τιμήσει την αντίπαλό της για την επιστροφή στην Primera και στη συνέχεια ξεκίνησε το παιχνίδι. Στο 15′ οι “pericos” κέρδισαν πέναλτι και ο Fonseca πέτυχε το 0-1. Παρά το γεγονός ότι δεν υπήρχε ιδιαίτερη ένταση στο ματς, ο διαιτητής Vázquez Carrillo, στον τελευταίο αγώνα της καριέρας του, θέλησε να γίνει πρωταγωνιστής, μοιράζοντας αφειδώς κίτρινες κάρτες. Στις καθυστερήσεις του πρώτου ημιχρόνου, μετά από έντονες διαμαρτυρίες των παικτών της Μπέτις που ζήτησαν πέναλτι για χέρι αντιπάλου στην περιοχή της Εσπανιόλ, ο διαιτητής έδειξε δεύτερη κίτρινη στον Olías και τον απέβαλε.
Με δέκα πλέον στον αγωνιστικό χώρο, οι γηπεδούχοι μπήκαν στο δεύτερο ημίχρονο αποφασισμένοι να πετύχουν τουλάχιστον το γκολ της ισοφάρισης. Στο 76′ πέρασε ως αλλαγή στον αγώνα ο Gordillo ανεβάζοντας τα ντεσιμπέλ της κερκίδας σε δυσθεώρητα ύψη. Τρία λεπτά αργότερα, στο 79′, ο Aquino με σουτ μέσα από την περιοχή πέτυχε το 1-1, προκαλώντας έκρηξη στις εξέδρες του “Villamarín”. Ήταν το 26ο τέρμα του Αργεντίνου, που πήρε τον τίτλο του πρώτου σκόρερ της σεζόν 1993/94 στη Segunda División. Και ενώ όλα έδειχναν ότι το ματς θα τελείωνε ισόπαλο, στο 90′ της αναμέτρησης, μετά από κόρνερ που εκτέλεσε ο Aquino, ο Roberto Ríos πέτυχε με κεφαλιά το τελικό 2-1, σκορπώντας το απόλυτο ντελίριο σε ολόκληρο το γήπεδο.
Η Μπέτις είχε ολοκληρώσει τον άθλο, με έξι νίκες στα τελευταία 6 ματς του πρωταθλήματος και οι “béticos” εισέβαλαν κατά χιλιάδες στον αγωνιστικό χώρο για να γιορτάσουν την άνοδο μαζί με τους παίκτες. Ο κόσμος σήκωσε στα χέρια τον θρύλο Gordillo, περιφέροντάς τον μέσα στον αγωνιστικό χώρο, άλλοι έπαιρναν τις φανέλες των υπόλοιπων παικτών για ενθύμιο, ο Lorenzo Serra ζούσε πρωτόγνωρες στιγμές λατρείας από τους οπαδούς και ο μεγαλομέτοχος Ruiz de Lopera έκανε λόγο για την πιο ευτυχισμένη στιγμή της ζωής του. Ήταν η ολοκλήρωση ενός πραγματικά εκπληκτικού διμήνου για τους “verdiblancos” και η δικαίωση του Lopera για την επιλογή του Serra.
Σε αυτό το αήττητο σερί των 12 αγώνων, είχα την τύχη να βρεθώ μέσα στο “Villamarín” σε δυο ματς (είχα δημοσιογραφική ταυτότητα από ελληνική αθλητική εφημερίδα για ανταποκρίσεις από την Ισπανία), πρώτα στο 4-1 απέναντι στη Μούρθια και κατόπιν στο 3-0 απέναντι στη Ρεάλ Μαδρίτης Β. Σε εκείνο το δεύτερο παιχνίδι, μετά τη λήξη του, είχα την ευκαιρία να γνωρίσω από κοντά τον Lorenzo Serra, σε ένα «πηγαδάκι» έξω από το γήπεδο, μαζί με τον τότε υπεύθυνο Τύπου της Μπέτις και έναν Ισπανό δημοσιογράφο από την τοπική έκδοση της Marca. Η επίσκεψή μου τρεις μέρες αργότερα σε προπόνηση της ομάδας, ήταν η αφετηρία μιας φιλικής επαφής που διατηρήσαμε τα επόμενα χρόνια και έφτασε μέχρι και την άφιξή του τον Ιούνιο του 2006 στην Αθήνα για να αναλάβει τον πάγκο της ΑΕΚ.
Η γνωριμία με τον Serra Ferrer
Τότε, όταν είχε ανακοινωθεί η πρόσληψή του από τους «κιτρινόμαυρους», του είχα γράψει ένα γράμμα καλωσορίζοντάς τον στην Ελλάδα. Στη συνέχεια είχα παρουσιαστεί στους Νικολαΐδη και Ίβιτς ως υποψήφιος μεταφραστής του νέου τεχνικού, αλλά παρά το γεγονός ότι ο Ντέμης είχε ικανοποιηθεί πλήρως από το βιογραφικό μου, το τατουάζ στην αριστερή γάμπα έβαλε φρένο – δικαιολογημένα – στις διαπραγματεύσεις: «Αγαπητέ Θανάση, όπως καταλαβαίνεις, θα μας κρεμάσουν κουδούνια μόλις δουν το τριφύλλι, λυπάμαι πολύ». Όταν έφτασε ο Serra στην Αθήνα, θυμάμαι είχε μείνει τις πρώτες μέρες στο Holiday Inn Athens-Airport, κοντά στο Ελευθέριος Βενιζέλος.
Εκεί τον είχα επισκεφθεί, καθίσαμε στο λόμπι για έναν καφέ και όταν του διηγήθηκα την απέλπιδα προσπάθεια να γίνω μεταφραστής του, είχε απογοητευτεί. «Έπρεπε να μου τηλεφωνήσεις, θα το κανόνιζα εγώ», μου είχε πει. Όμως εκείνο που με είχε αγγίξει πραγματικά, ήταν όταν μου είπε πως το γράμμα που του είχα στείλει, τον είχε συγκινήσει τόσο πολύ, που το έστειλε στην ABC (ισπανική εφημερίδα), η οποία το είχε δημοσιεύσει αυτούσιο. Λίγους μήνες αργότερα είχα περάσει και από τους Θρακομακεδόνες για να παρακολουθήσω την προπόνηση, ήταν ήδη αρκετά προβληματισμένος με το πώς λειτουργούσαν τα πράγματα στο ελληνικό ποδόσφαιρο. Όταν έφυγε από την ΑΕΚ, κρατήσαμε τηλεφωνική επαφή για κάποια χρόνια, πλέον έχουμε χαθεί, αλλά πάντα τον θυμάμαι με απεριόριστη εκτίμηση.
Η νεοφώτιστη Betis, 3η στην Primera!
Για να επιστρέψω όμως στην Μπέτις, μετά το μεθύσι της ανόδου, ο Serra είχε να αντιμετωπίσει την πρόκληση της Primera. Με προσεκτικές προσθήκες σε όλες τις γραμμές (Pedro Jaro, Risto Vidakovic, Josete, Jaime Quesada, Vlada Stosic, José Menéndez, Wojciech Kowalczyk, Juan Sabas), προετοίμασε μια ομάδα ανταγωνιστική, η οποία έκλεψε τις εντυπώσεις και προκάλεσε τον θαυμασμό ολόκληρης της φίλαθλης Ισπανίας. Η Μπέτις στην έδρα της, το σχεδόν απόρθητο “Benito Villamarín”, σε 19 αγώνες πέτυχε 9 νίκες, παραχώρησε 8 ισοπαλίες και ηττήθηκε μόνο 2 φορές. Εκτός έδρας πέτυχε 6 νίκες, απέσπασε 8 ισοπαλίες και ηττήθηκε μόλις 5 φορές! Συνολικά ολοκλήρωσε τη σεζόν 1994/95 με 15 νίκες, 16 ισοπαλίες και 7 ήττες, με συντελεστή τερμάτων 46-25 και την καλύτερη άμυνα του πρωταθλήματος!
Δυο αγωνιστικές πριν το τέλος, βρέθηκε 6η στον βαθμολογικό πίνακα (σε τριπλή ισοβαθμία με Σεβίγια και Σαραγόσα), μια θέση δηλαδή μακριά από το ευρωπαϊκό εισιτήριο. Απέμεναν δυο παιχνίδια, και τι παιχνίδια, το τοπικό ντέρμπι με τη Σεβίγια εντός έδρας και ταξίδι στην τελευταία αγωνιστική στη Μαδρίτη και το “Santiago Bernabéu” με αντίπαλο τη Ρεάλ. Οι “verdiblancos” νίκησαν 2-1 τη συμπολίτισσα (είχαν κερδίσει και στο “Sánchez Pizjuán” στον πρώτο γύρο 0-1), την προσπέρασαν στον πίνακα και ανέβηκαν στην 3η θέση, ισοβαθμώντας με την Μπαρτσελόνα στους 44 βαθμούς. Οι δυο πρώτες θέσεις είχαν κριθεί και μαθηματικά, με τη Ρεάλ ήδη πρωταθλήτρια και την Ντεπορτίβο να ακολουθεί δεύτερη.
Στο τελευταίο ματς στη Μαδρίτη, δυο γκολ του Aquino έδωσαν την πολύτιμη νίκη στην Μπέτις (0-2), η οποία τερμάτισε τελικά στην τρίτη θέση και πήρε το εισιτήριο για το Κύπελλο UEFA, στην πρώτη ευρωπαϊκή της έξοδο μετά από 11 χρόνια! Ο Serra, στην πρώτη του θητεία στον πάγκο των “verdiblancos”, συνέχισε τις υψηλές πτήσεις. Η σεζόν 1995/96 υπήρξε μεταβατική, με την 8η θέση στην τελική βαθμολογία της Primera, αλλά και μια αξιοπρεπή ευρωπαϊκή παρουσία, όπου η Μπέτις απέκλεισε στον πρώτο γύρο τη Φενέρμπαχτσε με νίκες μέσα-έξω, την Καϊζερσλάουτερν στον δεύτερο γύρο, ξανά με δυο νίκες και αποκλείστηκε στον τρίτο γύρο από την Μπορντό (νίκη 2-1 στη Σεβίλλη, ήττα 2-0 στη Γαλλία).
Εκείνη τη σεζόν, ήρθαν στην ομάδα τρεις παίκτες-κλειδιά, ο Κροάτης Robert Jarni και οι Ισπανοί Alfonso και Pier, οι τρεις πρώτοι σκόρερ της Μπέτις με 8, 14 και 16 τέρματα αντίστοιχα. Το καλοκαίρι του 1996, στην τριάδα αυτή προστέθηκε και ο Νιγηριανός Finidi George, το κομμάτι του παζλ που έλειπε, ώστε να δούμε την κορυφαία ίσως έκδοση των “verdiblancos” στην ιστορία τους. Στο πρωτάθλημα του 1996/97 (το πρώτο με 22 ομάδες και σύστημα βαθμολόγησης 3-1-0), η Μπέτις έπαιξε εκπληκτικό ποδόσφαιρο, δίνοντας πλέον βαρύτητα όχι τόσο στην άμυνα, όσο στη δημιουργία και την επίθεση. Με τον Jarni να οργώνει την αριστερή πλευρά, τον Finidi τη δεξιά και τους Alfonso και Pier να πετυχαίνουν το ένα γκολ μετά το άλλο, η ομάδα του Serra έγινε η αγαπημένη όλων των Ισπανών.
Το σύνθημα “qué bonitos, qué bonitos, son los goles de Alfonsito” (τι ωραία που είναι τα γκολ του Αλφονσίτο) δονούσε το “Villamarín” κάθε δεύτερη Κυριακή, το ποδοσφαιρικό θέαμα ήταν πραγματικά μοναδικό. Η Μπέτις τερμάτισε στην 4η θέση (έχασε την 3η στην ισοβαθμία από την Ντεπορτίβο) με 77 βαθμούς (21 νίκες, 14 ισοπαλίες και μόλις 7 ήττες) και συντελεστή τερμάτων 81-46, με την τρίτη καλύτερη επίθεση, πίσω μόνο από την πρωταθλήτρια Ρεάλ (85) και τη 2η Μπαρτσελόνα (102), εξασφαλίζοντας τη συμμετοχή της στο Κύπελλο Κυπελλούχων της σεζόν 1997/98.
Παράλληλα, στο Κύπελλο, μετά από 10 σερί νίκες, όπου απέκλεισε κατά σειρά τις Έθιχα, Γρανάδα, Τενερίφη, Ράγιο Βαγεκάνο και Θέλτα, έφτασε στον μεγάλο τελικό του “Santiago Bernabéu”, με αντίπαλο την Μπαρτσελόνα του Bobby Robson και των Vítor Baía, Pep Guardiola, Luís Figo, Ivan de la Peña, Luis Enrique και Hristo Stoichkov. Εκεί απολαύσαμε ένα από τα κορυφαία ματς στην ιστορία του θεσμού, με εντυπωσιακό ποδόσφαιρο και από τις δυο ομάδες, συνεχόμενες φάσεις μπροστά από τις δυο εστίες και πέντε γκολ. Η Μπέτις προηγήθηκε στο 11′ με τον Alfonso, οι “blaugrana” ισοφάρισαν στο 45′ με τον Figo, οι “verdiblancos” πήραν και πάλι προβάδισμα στο 82′ με τον Finidi και τρία λεπτά αργότερα, στο 85′, ο Pizzi πέτυχε το 2-2 στέλνοντας τον τελικό στην παράταση.
Το δράμα ολοκληρώθηκε στο 115′, όταν ο Figo πέτυχε το νικητήριο τέρμα για το τελικό 3-2 υπέρ της Μπαρτσελόνα, αφού πρώτα οι “béticos” είχαν χάσει απίστευτες ευκαιρίες για να σκοράρουν. Δεν είναι υπερβολή να γράψω ότι ολόκληρη η Ισπανία, εκτός από τους φίλους της Μπάρσα, ήταν με το μέρος της Μπέτις εκείνο το βράδυ. Ο Serra μπορεί να έχασε τον δεύτερο τελικό του Copa del Rey (μετά από εκείνον με τη Μαγιόρκα το 1991), όμως 8 χρόνια μετά, το 2005, στη δεύτερη πια θητεία του στους “verdiblancos”, ήπιε νερό από την πηγή, αφού κατέκτησε το τρόπαιο νικώντας 2-1 στον τελικό του “Vicente Calderón” την Οσασούνα, με το γκολ του Dani στην παράταση.
Επιστρέφουμε στο 1997, όπου μετά τον χαμένο τελικό, ο Serra άφησε τον πάγκο της Μπέτις, παρά το γεγονός ότι είχε ακόμα έναν χρόνο συμβόλαιο. Είχε όμως κουραστεί από την ασυνεννοησία που υπήρχε με τον Lopera, ο οποίος να προσθέσουμε εδώ, πως μια εβδομάδα πριν τον τελικό του Κυπέλλου, είχε απαιτήσει από τον προπονητή του, να υπογράψει ένα χαρτί, στο οποίο θα δεσμευόταν ότι αν έμενε ελεύθερος, θα μπορούσε να πάει σε όποια ομάδα ήθελε, εκτός της Μπαρτσελόνα. Ο Serra αρνήθηκε, ο Lopera τον απέλυσε την ίδια μέρα, αλλά λίγες ώρες αργότερα, το μετάνιωσε και πήρε πίσω την απόφασή του.
Ο Serra φεύγει και επιστρέφει
Η συνέχεια είναι γνωστή σε όλους, ο Serra ανέλαβε υπεύθυνος των ακαδημιών της Μπαρτσελόνα για τρία χρόνια, το καλοκαίρι του 2000 έγινε προπονητής της πρώτης ομάδας των “μπλαουγκράνα”, χωρίς επιτυχία όμως, αφού απολύθηκε τον Απρίλιο του 2001, παραμένοντας ωστόσο για έναν χρόνο ακόμα στον καταλανικό σύλλογο ως αθλητικός διευθυντής, μέχρι το καλοκαίρι του 2002. Στη συνέχεια έμεινε για δυο χρόνια μακριά από τους πάγκους, όμως τον Αύγουστο του 2004 και αφού είχε συμφιλιωθεί με τον Lopera, επέστρεψε στη Σεβίλλη αναλαμβάνοντας εκ νέου τη θέση του προπονητή της Μπέτις.
Στην πρώτη του σεζόν (2004/05), η ομάδα πραγματοποίησε μια ακόμα εκπληκτική πορεία τόσο στο πρωτάθλημα, όσο και στο Κύπελλο, το οποίο κατέκτησε απέναντι στην Οσασούνα, όπως ήδη ανέφερα πιο πάνω. Στη Liga, η Μπέτις τερμάτισε στην 4η θέση (πίσω από Μπάρσα, Ρεάλ και Βιγιαρεάλ) με 16 νίκες, 14 ισοπαλίες και 8 ήττες (συντελεστής τερμάτων 62-50), παίρνοντας το δικαίωμα της συμμετοχής για πρώτη φορά στην ιστορία της – και μοναδική μέχρι σήμερα – στο Champions League. Ήταν συνολικά η πρώτη φορά που μια ομάδα από την Ανδαλουσία έφτανε στο Champions League, αφού η Μπέτις το πέτυχε χρονικά πριν από τη Σεβίγια και τη Μάλαγα που ακολούθησαν.
Τα μεγάλα ονόματα της ομάδας ήταν τότε ο Ισπανός Joaquín και η βραζιλιάνικη τετράδα των Marcos Assuncao, Edú, Ricardo Oliveira και Denilson, αυτός ο τελευταίος στην τελευταία του χρονιά στην Μπέτις, στην οποία είχε φτάσει τον Ιούλιο του 1998 προερχόμενος από τη Σάο Πάολο, ως η ακριβότερη τότε μεταγραφή στην ιστορία του ποδοσφαίρου (25 εκατομμύρια σημερινά ευρώ). Το καλοκαίρι του 2005, η Μπέτις δεν ενισχύθηκε και τα προβλήματα ανάμεσα στον Serra και τον Lopera έκαναν και πάλι την εμφάνισή τους. Η ομάδα τερμάτισε στη 14η θέση στο πρωτάθλημα και αποκλείστηκε νωρίς από το Κύπελλο, ενώ στο Champions League πήρε την τρίτη θέση στον όμιλο, πίσω από Λίβερπουλ και Τσέλσι, συνέχισε στο Europa League και αποχαιρέτησε την Ευρώπη μένοντας εκτός συνέχειας από τη Στεάουα Βουκουρεστίου.
Το μεγαλύτερο όμως πρόβλημα δεν ήταν το αγωνιστικό, αλλά οι δικαστικές καταδίκες του Lopera, για τον οποίο είχαν βγει στο φως ένα πλήθος από φορολογικές απάτες. Ο ιδιοκτήτης της Μπέτις ξεφορτώθηκε εκείνο το καλοκαίρι τα περισσότερα μεγάλα συμβόλαια παικτών, η ομάδα αποδυναμώθηκε ακόμα περισσότερο και ο Serra έφυγε πικραμένος, λίγους μήνες πριν ο σύλλογος γιορτάσει τα 100 του χρόνια (η Μπέτις ιδρύθηκε το 1907), φτάνοντας μερικές εβδομάδες αργότερα στη συμφωνία με την ΑΕΚ.
Οι “verdiblancos” από εκεί και μετά πέρασαν από σαράντα κύματα, άλλαξαν αμέτρητους προπονητές, είδαν τον Lopera να πουλάει τελικά τις μετοχές του το 2010, έπεσαν δυο ακόμη φορές στη Segunda και χρειάστηκε να περάσουν 14 χρόνια από την αναχώρηση του Serra (ο οποίος στο μεταξύ επέστρεψε το 2017 ως αντιπρόεδρος και αθλητικός διευθυντής για μια διετία), μέχρι να φτάσει στον σύλλογο το καλοκαίρι του 2020 ο Manuel Pellegrini και να φέρει πίσω τις ένδοξες μέρες για την Μπέτις, με την κατάκτηση του Κυπέλλου το 2022 στα πέναλτι, απέναντι στη Βαλένθια στον τελικό του Estadio la Cartuja (εκεί όπου θα αντιμετωπίσει το βράδυ της Πέμπτης τον ΠΑΟ), αλλά και τη συμμετοχή στον περσινό τελικό του Conference League, όπου υπέκυψε απέναντι στην ανώτερη Τσέλσι (1-4).
Αυτή με λίγα λόγια είναι η Μπέτις όπως τη γνώρισα εγώ στη Σεβίλλη από την άνοιξη του 1994 και μετά, ένας σύλλογος με μεγάλη ιστορία, με λαϊκή βάση, με έντονες συγκινήσεις, με αφοσιωμένους και παθιασμένους φίλαθλους, με ένα εντυπωσιακό γήπεδο, με έναν «αιώνιο» αντίπαλο (τη Σεβίγια) και με ένα από τα πιο ποδοσφαιρικά συνθήματα που έχουν υπάρξει ποτέ, το γεμάτο αγνότητα, πίστη και συναίσθημα “Viva er Beti manque pierda”!
* Ευχαριστώ πολύ τους Óscar Murillo Huertas (Estadio Deportivo), Juancho Solís (Diario de Sevilla) και Samuel Silva (ABC), για το φρεσκάρισμα της μνήμης μου και το πολύτιμο φωτογραφικό υλικό.
Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.