Η ιστορία του Κυπαρισσιώτη φορτηγατζή Γιώργου Κανελλόπουλου, που είχε σεβντά μεγάλο για ζωή, μα έφυγε νωρίς
Φίλοι και γνωστοί του θρυλικού φορτηγατζή Γιώργου Κανελλόπουλου από τις Ράχες Κυπαρισσίας, αφηγούνται ιστορίες ενός πολύ ωραίου τύπου που δυστυχώς αφέθηκε και έφυγε πρόωρα από την ζωή, αφήνοντας μια άδεια καρέκλα και ένα μεγάλο κρίμα στα στέκια που σύχναζε, εκεί που έκανε τους θαμώνες γύρω του να περνούν καλά.
- 1 ΜΑΡ 2026
Στα τέλη της δεκαετίας του 1970, οι κατασκευαστές των εμβληματικών Volvo F89 έκαναν ένα μεγάλο δώρο στις κουκουβάγιες της ασφάλτου. Τοποθέτησαν ένα κρεβάτι μέσα στο όχημα για να μπορούν να ξεκουράζουν οι οδηγοί το κορμί τους, μέχρι να βγουν και πάλι στην κεντρική οδό.
Και κάπως έτσι, το φορτηγό έγινε σπίτι. «Η κατοικία μας είναι αυτή τελικά να πούμε. Εδώ περνάς ολόκληρη πολιτεία μέσα, που έχει πέντε εκατομμύρια κόσμο, η Αθήνα, η Πάτρα, η Θεσσαλονίκη. Κοιμώνται όλοι και εσύ πας να πούμε, και πας τελικά και πας», αφηγείται ο Γιώργος Κανελλόπουλος στο επεισόδιο Κυπαρισσία – Αθήνα Πρώτη Θέση, της σειράς Η Ελλάδα δεν είναι μόνο η Αθήνα, που προβλήθηκε τέσσερις και βάλε δεκαετίες πριν στην κρατική τηλεόραση.
«Αυτόν τον άνθρωπο αν τον είχαμε μπροστά μας μπορεί να του κάναμε και έναν ανδριάντα, για την πάρτη του, γιατί έσωσε το κορμί μας», λέει ο κεντρικός ήρωας του ντοκιμαντέρ.
Από τα περιβόλια της Κυπαρισσίας μέχρι την κεντρική λαχαναγορά της Αθήνας, ο Λευτέρης Ξανθόπουλος κατέγραψε τη διαδρομή ενός φορτηγατζή που μεταφέρει οπωροκηπευτικά, σε μια avant-garde κινηματογράφηση, με πλάνα από τον οδηγό και τον ατελείωτο δρόμο, συνοδευόμενα από τα λόγια ενός αυθεντικά λαϊκού ανθρώπου που έφαγε μια ζωή πίσω από το τιμόνι.
Ο Γιώργος Κανελλόπουλος έμπλεξε σε αυτή την δουλειά από μικρός, πριν καν φορέσει τα χακί. Και γιατί λέμε έμπλεξε; Γιατί στο λεξικό των φορτηγατζήδων, δεν υπάρχει αυτό που λέμε οκτάωρο.
«Ξέρουμε ότι θα δουλέψουμε ας πούμε μια μέρα και μισή νύχτα, μια νύχτα και μισή μέρα, αυτό που λένε 8ωρο εμείς το θεωρούμε ρεπό. Αυτό που αγωνίστηκε ο κόσμος στην Αμερική την άλλη φορά και χύθηκε χιλιάδες αίμα και γιορτάζουμε την πρωτομαγιά, εμείς το θεωρούμε ρεπό το 8ωρο να πούμε», εξηγεί ο Γιώργος και ζητάει μια χάρη στα κεντρικά, αν τον ακούνε.
«Να καταφέρει ο κυβερνήτης, αυτός που είναι σήμερα, επειδή παρέλειψαν οι προηγούμενοι, να δώσουν μια επέκταση στο 24ωρο, να προσθέσουν 2-3 ώρες και για εμάς. Να το κάνουν 30 ώρες το 24ωρο, να μείνουν και για μένα 4-5 ώρες», λέει με χιούμορ.
Το soundtrack του ντοκιμαντέρ, υπογράφει άτυπα ο Στέλιος Καζαντζίδης. Και πώς αλλιώς; «Άμα μπεις σε φορτηγό πρώτα θα δεις τον Στέλιο απάνω και μετά τους άλλους. Οι περισσότεροι από εμάς πρέπει να την βρίσκουν μόνο με τον Στέλιο Καζαντζίδη γιατί μόνο αυτούς τους καλύπτει, δεν υπάρχει άλλος τραγουδιστής να τους καλύψει να πούμε», ακούμε τον Κανελλόπουλο να λέει όσο παίζει από πίσω Καζαντζίδης, σε στίχους Θεοδωράκη.
«Στην ανατολή γλυκοκελαηδεί, αχ το αηδονάκι, γλυκοκελαηδεί», τραγουδά ο ιερός λαϊκός τραγουδιστής. Τα αηδονάκια γλυκοκελαηδούν, αλλά οι κουκουβάγιες μονάχα κραυγάζουν.
«Στην Ελλάδα δε μπορώ να σου βγάλω 10 χιλιόμετρα δρόμο σωστό. Χειρότερα από την Γιουγκοσλαβία είμαστε», παραπονιέται ο Γιώργος και θυμάται μια ιστορία με ένα τροχονόμο, που ποτέ του δεν συμπάθησε.
«Θυμάμαι ένα παράδειγμα δικό μου, κάνω μια παράβαση με το φορτηγό, μια μικρή παραβασούλα όχι σοβαρή, τέλος πάντων. Μου φωνάζει ο τροχονόμος καλά δεν την βλέπεις την πινακίδα, εγώ από το ξενύχτι τι να δω χωρίς φώτα. Λέω εντάξει έχεις δίκιο. Μου λέει φέρε τα χαρτιά σου κι άσε το δίκιο θα σκοτώσεις τον κόσμο. Τα ανέχτηκα όλα γιατί ήμουν παραβάτης.
Μετά από λίγες μέρες κάνω την ίδια παράβαση αλλά έτυχε να ήμουν με ένα ΙΧ, πήγαινα σε ένα γάμο καλεσμένος. Ήμουν και ντυμένος λίγο σαν άνθρωπος. Με το που με βλέπει έτσι πολιτισμένο μου λέει κύριε μου συγγνώμη αλλά έχει πινακίδα, όχι τίποτα άλλο για την ασφάλεια σας, μη σκοτωθείτε μου λέει, κάντε λίγο πίσω από το στενάκι το άλλο. Έμεινε κατάπληκτος, μου την έδωσε στα νεύρα, άναψαν τα λαμπάκια μου.
Έλα εδώ ρε φίλε να πούμε του λέω, χθες που πήγαινα για το μεροκάματο με το φορτηγό, με είπες ρε, να πούμε, μου πήρες τα χαρτιά, μου άλλαξες την Παναγία να πούμε και πρόστιμα κι όλα. Σήμερα είμαι κύριος δηλαδή;», αναρωτιόταν ο Γιώργος, πίσω στο 1982. Την ίδια απορία, θα έχουν κι άλλοι οδηγοί σήμερα μάλλον για την α λα καρτ συμπεριφορά των ρυθμιστών της κυκλοφορίας.
Κακός μπελάς για τους φορτηγατζήδες ήταν τα μαγαζιά που έκλειναν νωρίς και άφηναν γυμνές τις μεγάλες λεωφόρους. Οι οδηγοί δεν ήθελαν να τα πιούν, παρά μόνο να πάρουν ένα καφέ στο χέρι για να μείνουν άυπνοι.
«Παλιά είχε κανένα κωλοκαφενείο στο δρόμο. Τώρα κλείνουν όλα δύο η ώρα. Δεν θέλουμε σκυλάδικο ρε παιδάκι μου, κλείσ’ το το σκυλάδικο, ένα καφέ να πιούμε, διψάμε και δεν βρίσκουμε νερό να πιούμε. Βγάζω νερό από το ψυγείο του αυτοκινήτου μια φορά, λες και ήμουν στην έρημο. Πόσο θα κρατήσουμε ρε φίλε, διψάμε, θέλω να πιούμε ένα καφεδάκι να πούμε, να συνεχίσουμε την πορεία μας», λέει με παράπονο.
Τα ατελείωτα χιλιόμετρα δεν προσφέρουν απαραίτητα χρόνο για σκέψη και περισυλλογή. «Τις περισσότερες ώρες το μυαλό σου είναι γύρω από το αυτοκίνητο γιατί αν κάνει ένα μπαμ θα σκοτωθείς. Αν δεν φοβάσαι το λάστιχο επειδή έχεις καινούργια, φοβάσαι μη γλιστρήσεις επειδή έχει ψιχαλίσει. Δεν προλαβαίνεις να σκεφτείς κάτι ανθρώπινο, κάτι δικό σου. Μετά έχεις το νου σου μη στην έχει στημένη κανένα ραντάρ και δουλεύεις ένα χρόνο για να τους ξεχρεώσεις.
Βλέπεις κάτι ραντάρ στο δρόμο και σε βρίσκουν κανένα χιλιομετράκι διαφορά και δεν καθαρίζεις, οπότε αν πάμε στο πλημμέλημα και σου πει 20 χαρτιά, πρέπει να τα ρίξεις. Αν δεν τα ρίξεις, θα πας στον Κορυδαλλό αδερφέ», εξηγεί ο οδηγός και παρότι δεν τα πολυσκέφτεται, καταλήγει να φιλοσοφεί βαριά.
«Τι με κρατάει σε αυτή την δουλειά; Με κρατάει ότι έμπλεξα και τότε ήμουν πιο μικρός ας πούμε, όταν είσαι μικρός την ψιλοβρίσκεις, νομίζεις ότι η ζωή δεν τελειώνει, την βλέπεις απέραντη. Νομίζεις συνέχεια 25 χρονών ότι θα είσαι. Εντωμεταξύ όταν ξυπνάς και σε παίρνει ο κατήφορος έχεις πέσει και στο λούκι, συνειδητοποιείς ότι έχεις γεράσει.
Αυτό είναι φίλε μου και τελικά δεν έχω και τίποτα καλό να σου πω τόση ώρα που συζητάμε, να σου πω ότι την βρίσκω και μ’ αρέσει κι αυτό, ψάχνω να βρω και πες μου τι σου άρεσε από όσα σου είπα. Δεν έχεις καταλάβει ότι εγώ είμαι το κορόιδο;», αναρωτιόταν στα 30 του ο Γιώργος.
«Τα καλύτερα τα έλεγε όταν έκλεινε η κάμερα»
Ο Κυριάκος Αγγελάκος, βοηθός σκηνοθέτη στο ντοκιμαντέρ, φέρνει στη μνήμη του εκείνο το Σαββατοκύριακο. «Ήμουν βοηθός του Ξανθόπουλου. Ήταν ένα γύρισμα που το ξεκινήσαμε Σάββατο πρωί και καταλήξαμε Κυριακή, ένα 24ωρο γύρισμα. Παρακολουθούσαμε τη διαδρομή, κάναμε και τη συνέντευξή του Γιώργου, περάσαμε από τα στέκια του.
Πολύ γλυκός και ανοιχτός άνθρωπος. Τα καλύτερα λέγονταν όταν έκλεινε η κάμερα. Εκεί μας έλεγε διάφορα, ότι είχε χαθεί ένα τριαξονικό σε μια ζαριά. Έλεγε θρύλους και ιστορίες», μου λέει ο Κυριάκος, τον οποίο ευχαριστώ πολύ και για την φωτογραφία από τα γυρίσματα που μας παραχώρησε.
Σε κάθε θέμα, οι δημοσιογράφοι αναζητούν ανείπωτους θρύλους και ιστορίες. Ο συντοπίτης του Γιώργου, Δημήτρης Κανελλόπουλος, θυμάται να πηγαίνει μαζί του σε μια μάντρα για να δει ένα κάμπριο.
«Είχε βάψει ένα αυτοκίνητο κίτρινο και το είχε κάνει ταξί»
«Είχαμε πάει μαζί σε μια μάντρα στους Αμπελόκηπους για να δω ένα κάμπριο μεταχειρισμένο. Το βλέπει ο Γιώργος και λέει στον υπεύθυνο εκεί ότι το πορτ μπαγκάζ είναι πολύ μικρό, δεν χωράει όχι βαλίτσα, αλλά ούτε δύο τενεκέδες λάδι. Μου λέει θα πηγαίνεις στα ΚΤΕΛ της Κυπαρισσίας να αφήνεις τη βαλίτσα σου και θα την παίρνεις από Αθήνα», λέει ο Δημήτρης και προσθέτει.
«Ήθελε πολύ να μας παντρέψει. Θα μας έλεγε αυτός ποια νύφη θα πάρουμε, αφού θα έβλεπε τη φορολογική της δήλωση. Είχε πολύ πλάκα ο Γιώργος. Είχε βάψει ένα αυτοκίνητο κίτρινο και το είχε κάνει ταξί. Είχε κι έναν υπάλληλο που το δούλευε, σε κάποια φάση τον είχε σταματήσει η αστυνομία και παίρνει τον Γιώργο τηλέφωνο να τον ρωτήσει τι να κάνει. Του λέει ο Γιώργος άνοιξε το πορτ μπαγκάζ, πάρε ένα παλτό και φύγε. Παράτα το αμάξι και σήκω φύγε».
Ο δικηγόρος του ήρωα μας, Αντώνης Βασιλόπουλος, θυμάται μετά λύπης ότι ο Γιώργος στο τέλος τα είχε παρατήσει. Ένα ατύχημα στο εξωτερικό, που δεν κατάλαβε ποτέ πώς έγινε και ποιος έφταιγε, του στοίχισε βαριά.
«Ήταν έξω καρδιά ο Γιώργος. Αν έβρισκε παρέα, καθόταν. Η οδήγηση φέρνει μοναξιά»
«Ήταν οριακό σημείο για την καθοδική πορεία. Ο θάνατός του ήταν σαν αυτοκτονία, κατάθλιψη. Είχε χάσει όλους τους φίλους του. Χιούμορ ακραίο. Έξυπνο, αλλά ακραίο. Δεν το άντεχαν όλοι. Όταν μεγαλώνεις και γυρνάς στο μεροκάματο, κάπως τα παίζεις. Του στοίχισε πολύ το ατύχημα. Μπορεί και να αποκοιμήθηκε. Δεν θα μάθουμε ποτέ.
Έλεγε ότι του έφαγε τα λεφτά ένας δικηγόρος. Ίσως ήθελε να δικαιολογήσει κάποια πράγματα. Πρώτη φορά που κουβάλησα φέρετρο. Είχα διαβάσει ένα βιβλίο που έλεγε ότι ήταν ευλογία να μεταφέρεις τον φίλο σου στην τελευταία κατοικία. Το έκανα επί τούτου για να ξεπεράσω μια φοβία.
Ήταν έξω καρδιά ο Γιώργος. Κατέβαινε στην πλατεία, έπαιρνε τα ψώνια, το γάλα, το ψωμί. Τον έπαιρνε η γυναίκα του να τον ρωτήσει πού είναι κι απαντούσε “μου είπες να ψωνίσω, όχι πότε να γυρίσω”.
Τα λέω λίγο πεζά, αλλά κατάλαβες. Αν έβρισκε παρέα, καθόταν. Η οδήγηση φέρνει μοναξιά. Εξαιρετικός τύπος. Θέλει πολύ καλή ισορροπία. Έφυγε ξαφνικά, σταμάτησε στην άκρη του δρόμου στη Μεγαλόπολη. Δεν πήρε τα χάπια του, ποιος ξέρει. Ανακοπή. Είχε εμφάνιση ενός υγιούς ανθρώπου. Η ψυχή και το μυαλό του καθενός είναι άλλο πράγμα όμως, το τι κουβαλάει», λέει ο Αντώνης.
Ο Σταύρος Ριμπάς, ήξερε μέχρι και τι νερό πίνει ο Γιώργος, μου λέει στο τηλέφωνο. Φίλοι κολλητοί.
«Τα παράταγες όλα και ήθελες να είσαι μαζί του»
«Μια φορά είμαστε μαζί, ανεβαίνουμε στα Μέγαρα, σε ένα ξενυχτάδικο που σταματάνε τα φορτηγά. Ένα φραπέ, λέει. Του απαντάει ένας τύπος ότι είμαστε κλειστά. Για να ’στε κλειστά, πρέπει να είναι και τα φώτα κλειστά, λέει ο Γιώργος. Ατάκα στην ατάκα, πάντα.
Κουβαλάγαμε μαζί κάρβουνο έξω από τη Ζαχάρω και το πηγαίναμε στο Αλιβέρι. Στην επιστροφή, όταν γυρνάγαμε πίσω, δεν επιτρεπόταν να φορτώσουμε άλλα πράγματα. Μια φορά φτάνουμε εκεί στα διόδια και τρώμε σταμάτημα. Ανάβει αλάρμ, παρκάρει δεξιά, έχει πέσει πίσω στο κρεβάτι. Είχαμε φορτώσει εμπορεύματα που απαγορεύονταν.
Με ρωτάνε πού είναι ο οδηγός, ξέρω ’γω ρε φίλε του λέω, ωτοστόπ έκανα. Είχε πάει 8,9 το πρωί και την σκαπουλάραμε. Τέτοιες αλητείες έκανε, συνέχεια.
Του είχε φέρει η κόρη ένα σύντροφο μια Μερσεντές, φορτωμένο. Της λέει δεν τον παντρεύεσαι; Του λέει η κόρη, μα είναι κοντός. Θα ψηλώσει, της λέει, μην ανησυχείς. Δεν έπαιρνε χαμπάρι τίποτα μπροστά στο να πετύχει. Κάπνιζε 10 πακέτα την ημέρα, με έμφραγμα και ζάχαρο και αρχίδια.
Έμενε στο Παγκράτι και καταλαβαίνει ότι παθαίνει έμφραγμα. Καβαλάει το αμάξι και πάει στο Λαϊκό. Ήταν διευθυντής ένας συντοπίτης του από τις Ράχες. Κορνάρει και λέει στον πορτιέρη να ανοίξει. “Έχω πάθει έμφραγμα” του λέει. Δεν τον πίστευε ο άλλος και του έλεγε να φύγει. “Αν ήξερες”, του λέει, “θα ήσουν πάνω, δεν θα ’σαι στην πόρτα. Άνοιξε την πόρτα”, του έλεγε ο Γιώργος.
Τα παράταγες όλα και ήθελες να είσαι μαζί του. Η Άνκα στο ξενοδοχείο που σύχναζε, το Ionion Hotel, τον έλεγε “ο κύριος Εσπρέσο”. Δεν έπινε αλκοόλ. Έφυγε 17 Ιανουαρίου του 2010, του Αγίου Αντωνίου. Ξημερώματα, 6:30 η ώρα. Μεγάλη πίκρα. Του στοίχισε πολύ που χώρισε, άσχετα τι έλεγε και τι έκανε», καταλήγει ο Σταύρος.
Ο Γιώργος Κανελλόπουλος έφυγε και δεν πρόλαβε να κάνει όσα ήθελε. Η καρέκλα στο στέκι του, έμεινε άδεια. Δεν είδε ποτέ το 24ωρο, να γίνεται 30ωρο. Πόσοι μεροκαματιάρηδες σήμερα να κάνουν την ίδια ευχή άραγε, πριν πέσουν για ύπνο;
Στα σχόλια του ντοκιμαντέρ, γράφει από κάτω ένας συνάδελφος φορτηγατζής, συνονόματος.
«Συνάδελφος σε σύνταξη είμαι, αν κάνανε το 24αωρο, 30αωρο, εσύ πάλι θα δούλευες έξι ώρες παραπάνω, και ξέρεις γιατί, γιατί…».
Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.