ΑΡΧΕΙΟ ΚΑΠΑΦΩΤ
ΡΕΠΟΡΤΑΖ

Όλοι έχουν εμφανίσει φιλμάκια στην Καμβουνίων. Αυτή είναι η ιστορία του Κάπαφωτ

Μέσα από το σκοτεινό θάλαμο του Ανδρέα Καμπά, έχει περάσει η μισή Θεσσαλονίκη. Από το 1987 μέχρι σήμερα, ερασιτέχνες και επαγγελματίες φωτογράφοι αφήνουν φιλμάκια που σκανάρονται και ψηφιοποιούνται στο Κάπαφωτ. Βασικά, αφήνουν εύθραυστα κομμάτια της ζωής τους, που ο Ανδρέας και η ομάδα του φέρνουν στο φως με προσοχή και αγάπη. 

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ΑΡΧΕΙΟ ΚΑΠΑΦΩΤ

Δεν ξέρω αν αυτή η πόλη ξαγρυπνά πια τις νύχτες, αλλά σίγουρα, σκηνικά καλά θα δεις, ανεξαρτήτως ώρας. Μερικά από αυτά εξιστορούνται σε παρέες, σε καφέ, μπαρ ή μπαλκόνια και χτίζουν το μύθο τους στο χρόνο. Κάποια άλλα, ζωντανεύουν στο σκοτεινό θάλαμο του Κάπαφωτ, από όπου έχουν περάσει οι περισσότεροι ερασιτέχνες και επαγγελματίες φωτογράφοι της Νύμφης.

Στην οδό Καμβουνίων, έχει γραφτεί η σιωπηλή ιστορία της Θεσσαλονίκης και από τα χέρια του Ανδρέα Καμπά και της ομάδας του, έχουμε περάσει όλοι, εμείς και οι δικοί μας, άλλοτε με φλασιές στα πρόσωπα, άλλοτε καμμένοι, άλλοτε εντός κι άλλοτε εκτός κάδρου.

Δεν συμβαίνουν όλα μόνο στην πόλη, φυσικά. Είναι όμως η Θεσσαλονίκη κάτι σαν την τέλεια πρακτική για να σουλατσάρεις με μια αναλογική στο χέρι, σα μια μεγάλη και χύμα σκηνή που προσφέρει απλόχερα τη βαλκανίλα της και τα αμέτρητα της κάδρα.

Στο Κάπαφωτ λοιπόν, φυλάσσονται τα μυστικά της και εμφανίζονται με αγάπη και προσοχή τα φιλμάκια των ανθρώπων που ακουμπούν πάνω στον Ανδρέα, αναμνήσεις της ζωής τους.

Ήρθε η ώρα, να αφηγηθεί και εκείνος τη δική του. Κάπως έτσι, βρεθήκαμε στην Καμβουνίων 7 και περάσαμε ένα γεμάτο απόγευμα με τον άνθρωπο μέσα στο σκοτεινό θάλαμο.

Η πρώτη επαφή με την αναλογική

Καμβουνίων 1997

«Θα πέσουν να με φάνε οι αναμνήσεις. Πρώτη μηχανή στην έκτη δημοτικού, το 1987. Το 110 το φιλμάκι, πιο ερασιτεχνικό, εκδρομή με το σχολείο. Δεν είχαμε τότε μηχανές, σε μια τάξη 25 ατόμων, 2-3 να είχαμε. Μετά δούλευα στην οικογενειακή επιχείρηση, κάθε καλοκαίρι, κάθε Χριστούγεννα, κάθε Πάσχα εκεί με έβρισκες. Σάββατα πρωί οι φίλοι μου πήγαιναν για καφέ, αλλά εμείς πηγαίναμε για δουλειά. Δε με ζόριζε, ήθελα και το έκανα. Μετά παίρνω μια Nikon EF100 για να ξεκινήσω να τραβάω καλά. Με αυτή τη μηχανή, τύπωσα και τα πρώτα φιλμάκια στο σκοτεινό θάλαμο. Είμαι 16 χρονών κι αρχίζω να θέλω να μπω πιο ζεστά.

Πουλούσα μηχανές αλλά έπρεπε να ξέρεις και κάποια πράγματα, δε μπορείς να μιλάς μόνο με τη θεωρία. Μπήκα πιο μέσα στο κόλπο, παίρνω και τη Nikon FM2 του αδερφού μου χωρίς να το ξέρει, βάζω ένα φιλμάκι και το παίζω τζόβενος στη Λεωφόρο Νίκης, φωτογραφίζω, κουλτούρα. Τότε ήταν μια εικόνα περίεργη, τώρα είναι συνηθισμένο. Τα έχω όλα αυτά, δεν πετάω τίποτα».

Ψηφιακή και αναλογική κάμερα

Αρχές 90s, Ανδρέας και Στάθης Καμπάς

«Το επαγγελματικό κομμάτι ήταν με ψηφιακή, για γάμους και τέτοια, δεν ήθελες να το μεταφέρεις στην καθημερινότητα σου, ήταν αδιάφορο. Θυμάμαι κάτι σκοτεινούς χειμώνες στη μέση της κρίσης, μαυρίλα, να πηγαίνω ταξίδι στη Θάσο με μια αναλογική μηχανή, για να εκφράσω το συναίσθημα μιας εποχής που δεν καταλάβαινες ακριβώς τι συνέβαινε. Είχα τη μηχανή για φίλο, ήταν το φιλμ η παρέα μου.

Κάποια στιγμή είχα μια βάφτιση στην Χαλκιδική, τελειώνει η φάση και με είχαν ιντριγκάρει πολύ οι παλιές στάσεις, πηγαίνω με την ψηφιακή, σηκώνω, τραβάω, ούτε καν θυμάμαι που ήταν μετά, δεν την ξαναείδα, είναι αλλιώς με την αναλογική.

Έχει πολύ σημαντικούς φωτογράφους η Θεσσαλονίκη, εγώ το έκανα με αγάπη, κυρίως ασπρόμαυρο γιατί πάντα ήθελα να είμαι στο σκοτεινό θάλαμο. Τώρα τα φιλμάκια φεύγουν πολύ γρήγορα. Τότε ήταν όλα πιο αργά, σήμερα τα παιδιά είναι πιο παραγωγικά και ανταγωνίζονται βέβαια το γεγονός ότι όλα έχουν τραβηχτεί. Βιάζονται μη χάσουν την εικόνα. Αφήνουν το φιλμ και ρωτάνε πότε θα το έχω.

Ένα φιλμάκι κάνει 15 λεπτά με το σκανάρισμα. Έχει τύχει αν δεν έχει δουλειά να το εμφανίσουμε πριν φύγει. Όταν τους λέω αύριο, μου κακοφαίνεται. Προσπαθείς να ξεχωρίσεις, όσο το δυνατόν καλύτερη ποιότητα, στην καλύτερη τιμή. Η ταχύτητα είναι πολύ σημαντική και πηγαίνει στόμα με στόμα».

Η στροφή στο φιλμ

2006, Ανδρέας και η μητέρα του, Βάσω

«Το 2004-2005 άρχισε να πέφτει η τιμή της ψηφιακής, αγόραζες SLR με ένα χιλιάρικο. Είχα 30 ονόματα αναμονή για την Nikon D70. Κάπου εκεί άρχισε να σβήνει η αναλογική, οι πρώην αναλογικοί παίκτες άλλαξαν στρατόπεδο. Φτάνουμε 2011 που φαίνονται κάτι δείγματα ότι επιστρέφει με την Polaroid Impulse, αυτή ήταν η πρώτη πάσα. 2012, είχαν σκάσει μετά κάτι EMO και δουλεύουν μεσαίο φορμά φιλμάκι και το 2018 είμαστε πλέον εκεί και δεν έχει ταβάνι. Disposable πριν 20 χρόνια, πήγαινες ένα ταξίδι εξωτερικό και ήθελες να έχεις το κεφάλι σου ήσυχο, μη πάρω την καλή μου. Τώρα τις δουλεύουν κάποια παιδιά που δε θέλουν να αγοράσουν γιατί δεν ξέρουν πού θα πάει.

Ο κόσμος ψάχνει και λίγο την κακή ποιότητα, δεν θέλει να είναι όλα HD. Γεμίζεις δίσκο, αδειάζεις από συναισθήματα. Είσαι εκεί με το σύντροφο σου και καταγράφεις, ενώ ένας άνθρωπος δίπλα σου το ζούσε»

Τα μυστικά της πόλης φυλάσσονται στην Καμβουνίων

Διαφήμιση σε περιοδικό της εποχής, μέσα 90s

«Οι εικόνες είναι το μυστικό των ανθρώπων. Σεβόμαστε το υλικό που έρχεται εδώ. Υπάρχουν αξιόλογοι άσημοι καλλιτέχνες, φέρνουν εδώ μία και μία. Αν υπάρχει κάτι που ξεχωρίζει, ακόμα και στη μικρογραφία, λες τι έκανε εδώ ο άλλος. Σου φέρνει ο άλλος τα μυστικά της ζωής σου, σε εμπιστεύεται, το εμφανίζεις, το βλέπεις και το σβήνεις, κάνεις delete από το μυαλό σου.

Υπάρχει ένα φιλμάκι, δεκαετία του 90’ στο κάτω μαγαζί, κάτι εικόνες σοκ, πριν το trainspotting και το pulp fiction. Είναι κάτι αλάνια που το μυαλό μου τοποθετεί στη Νέα Ελβετία, αράζουν με τα κουτάλια και τραβάνε όλο το συμβάν. Στα μάτια ενός 14χρονου, ήταν πολύ σκληρό. Το είχαμε εμφανίσει και εγώ έτυχε να κόβω τις εικόνες, ήταν σοκ τεράστιο γιατί είδα την πραγματικότητα. Τα παιδιά δεν ήρθαν ποτέ να πάρουν τις φωτογραφίες, μάλλον τις ξέχασαν. Όταν κλείναμε το κάτω μαγαζί τις είχα σκεφτεί, δεν τις έψαξα ποτέ, χάθηκαν οι εικόνες, μπορεί να χάθηκαν και τα παιδιά, ποιος ξέρει».

Τα κλειδιά του Κάπαφωτ

Εγκαίνια Καμβουνίων 1997, Ανδρέας με πατέρα Στάθη και αδερφό Δημήτρη

«Δεν περνάει κάτι σε μένα, είμαστε οικογένεια. Το μαγαζί ξεκινάει το 1987, εγώ ήμουν 10 χρονών παιδί, δε μπορείς να αναλάβεις κάτι στα 15 ή στα 20. Οι βαριές ευθύνες έρχονται όταν τελειώνεις από στρατό μάλλον και αναλαμβάνεις το πάνω μαγαζί. Από τη μέρα που απολύθηκα το 1999 και μετά και πιο έντονα από το 2016 όταν αλλάξαμε το καταστατικό.

Ο πατέρας μου με άφησε πολύ, με τα λάθη μου, με όλα. Ήταν top class υπάλληλος, ήξερε γερμανικά για τις εδώ συναλλαγές, είχε πάει στα εργοστάσια και είχε μια ουρά στο μαγαζί που έκανε δέλτα, όχι απλά γάμα. Την φωτογραφία την ήξερε πολύ καλά, όλοι τον Στάθη έψαχναν την δεκαετία του ‘80. Ασχολούνταν πολύ με όλους, αφιέρωνε χρόνο. Έχει μείνει αυτό από τότε, πελάτης δεν φεύγει από εδώ χωρίς να εξυπηρετηθεί, κάνουμε ό,τι μπορούμε».

Αναλογική ή ψηφιακή

Το μαγαζί στη Βασιλέως Ηρακλείου, 1988

«Δεν θα σου πω καλύτερα το ένα ή το άλλο. Βάζω αυτό που μου αρέσει. Μ’ αρέσει η αναλογική γιατί έτσι έμαθα, από μικρό παιδί. Τα χώρισα κάπως, η ψηφιακή για τη δουλειά εκτός μαγαζιού, την αναλογική την έχω για μένα, σαν φιλαράκι που με συντροφεύει χρόνια. Η ψηφιακή με έκανε κακό φωτογράφο, όταν την έπιασα στα χέρια μου νιώθω πως ήμουν στα καλύτερα μου φωτογραφικά και σου έλεγε πάτα το και μη σκέφτεσαι, ποσότητα. Αν έχεις μάθει από την αναλογική και πας στη ψηφιακή, σταματάς να σκέφτεσαι. Στην αναλογική θα απογοητευτείς και λίγο, είναι σχολείο. Αυτή την αισθητική που σου δίνει το χρώμα, ή ακόμα και το ασπρόμαυρο, δε μπορεί να στο δώσει η ψηφιακή. Θέλω κι αυτή την αγωνία, να μη ξέρω τι έχω βγάλει, να μου βγει σκάρτο και να απογοητευτώ και την επόμενη φορά να προσπαθήσω να είμαι καλύτερος. Όλη αυτή η προσμονή, έχει κάτι το ρομαντικό»

Αν ο Ηρακλής ήταν φιλμ, θα ήταν;

«Fuji Neopan 1600, το ερωτεύτηκα, ήταν ασταμάτητο για μένα, μπορεί να τελείωσαν παράλληλα και με τον Ηρακλή το 2005-2006 μετά την φάση με τον Κωφίδη. Έχει ωραίο κοντράστ, κι ο Ηρακλής το ίδιο. Έχουμε δώσει μια άλλη ζωή κι εκεί πέρα, έχει το κοντράστ που θέλω στη ζωή μου».

 

Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.