ΤΑΞΙΔΙ

Τσίπουρα, μπάλα, παταούγκα: 12 ώρες στον βροχερό Βόλο

Περάσαμε μια μέρα στην πρωτεύουσα του νομού Μαγνησίας, τρώγοντας πολύ φαγητό, βλέποντας κατά λάθος έναν ποδοσφαιρικό αγώνα και πίνοντας τι άλλο: τσίπουρο.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ΑΚΗΣ ΚΑΤΣΟΥΔΑΣ
 

«Άντε πότε θα ανοίξουν τα εκδοτήρια. Δεν μπορούμε να περιμένουμε άλλο όρθιοι» φωνάζει ένας άντρας που στέκεται στην ούρα για να πάρει το εισιτήριό του. Οι πύλες στα εκδοτήρια του ΚΤΕΛ Λιοσίων τελικά ανοίγουν στις 06:30. Έξω δεν έχει ακόμη ξημερώσει. Η ένταση συνεχίζεται πάνω από το γκισέ με δύο επιβάτες να τσακώνονται για τη σειρά. Λίγη ώρα αργότερα, και μετά από αυτή την αχρείαστη πρωινιάτικη ένταση, παίρνω στα χέρια μου το εισιτήριο. Προορισμός: ο μαγευτικός Βόλος. Διάρκεια ταξιδιού: 12 ώρες. 

Η διαδρομή με λεωφορείο προς την πρωτεύουσα του νομού Μαγνησίας, μαζί με τη στάση στη μαγευτική καφετέρια – φούρνο – εστιατόριο Μακεδονία, διαρκεί περίπου 4 ώρες. Όλα αυτά, όμως, χωρίς να συνυπολογίσει κανείς τυχόν αναποδιές. Όπως για παράδειγμα, να μείνει το πούλμαν στη μέση του δρόμου. Όπως και συνέβη.

«Αυτή η γρουσούζα φταίει», φωνάζει ένας από τους πρωταγωνιστές του πρωινού επεισοδίου στον σταθμό. Όλοι από μέσα μας ελπίζουμε να μην αναζωπυρωθεί αυτή η σύγκρουση. Για καλή τύχη όλων μας, οι βουβές μας ευχές εισακούγονται. Ο οδηγός τελικά βρίσκει τι φταίει και ένα τέταρτο αργότερα μπαίνουμε και πάλι στην Αθηνών – Λαμίας. 

Ο καιρός είναι συννεφιασμένος, ενώ ανά διαστήματα πέφτουμε πάνω σε μπόρες. Η μόνη στάση που κάνουμε είναι στον Αλμυρό, ένα χωριό που απέχει περίπου μισή ώρα από την όλη του Βόλου. Λίγα λεπτά μετά τις 11 το πρωί, «πιάνουμε λιμάνι».

Ο σταθμός ΚΤΕΛ του Βόλου δε διαφέρει πολύ από τον κλασικό επαρχιακό. Καλτ πινακίδες, βουβοί διάδρομοι και κόσμο να πηγαινοέρχεται για να αφήσει ή να πάρει κάποιον οικείο του. Εγώ περιμένω τη φίλη μου, η Ξένια, η οποία ζει μόνιμα στην πόλη και πρόκειται να με ξεναγήσει σε αυτή για τις επόμενες οχτώ ώρες, καθώς στις 19:00 πρέπει να είμαστε πίσω στον σταθμό για την επιστροφή στην Αθήνα. 

Η μέρα που έμαθα τι εστί παταούγκα

Το ψιλόβροχο που πέφτει συνεχώς δε μας χαλάει τη διάθεση. Πρώτος σταθμός για πρωινό, ο παλιότερος φούρνος της πόλης που βρίσκεται λίγα μέτρα μακριά από την πλατεία του Αγίου Νικολάου και είναι ξακουστός για το μπουρέκι του. Κι όχι άδικα. Ο Βόλος, όπως και κάθε επαρχιακή πόλη που σέβεται τον εαυτό της, φημίζεται για το φαγητό της. 

Ο βασιλιάς των τοπικών εδεσμάτων, βέβαια, είναι ένας: η παταούγκα. Τι είναι η παταούγκα, θα αναρωτηθεί κανείς. Το ίδιο έκανα και εγώ όταν, περπατώντας στα ήσυχα λόγω της βροχής σοκάκια της πόλης, ενημερώθηκα για την ύπαρξή της. Η παταούγκα, λοιπόν, είναι ένα πεϊνιρλί, γεμάτο με πατάτες και ουγγαρέζα. Εξ ου και το προσωνύμιο. 

Το εντυπωσιακό, όμως, της όλης υπόθεσης είναι ότι το συγκεκριμένο έδεσμα μπορείς να το βρεις μόνο σε έναν συγκεκριμένο δρόμο και σε δυο μαγαζιά που βρίσκονται το ένα απέναντι από το άλλο, ενώ καθένα από αυτά έχει τη δικιά του φανατική πελατεία. Η Ξένια επιλέγει το αγαπημένο της. 

Πρόκειται, όντως, για ένα πολύ νόστιμο και χορταστικό σάντουιτς. Είναι τόσα πολλά, όμως, τα συστατικά και η ποσότητα που δυσκολεύομαι να το «κατεβάσω». Το μισό το τυλίγω, λοιπόν, για την επιστροφή. Η συνέχεια της βόλτας μας, μας βρίσκει στην παραλία του Βόλου που, υπό κανονικές συνθήκες, θα έσφυζε από ζωή. Η βροχή, όμως, έχει κάνει τους περισσότερους κατοίκους της πόλης να μείνουν στα σπίτια τους. 

Βόλος, μια πόλη 120 χιλιάδων κατοίκων με τρεις ομάδες

Η μόνη τοποθεσία που δείχνει να έχει κόσμο είναι το γήπεδο της Νίκης Βόλου, ή αλλιώς Παντελής Μαγουλάς. Σε αυτό διεξάγεται ο αγώνας της ομάδας νέων του συλλόγου στα πλαίσια του ερασιτεχνικού πρωταθλήματος του νομού. Οι κερκίδες είναι γεμάτες. Το ματς το πετυχαίνουμε γύρω στο 60, και το σκορ είναι 1-1. 

Μέσα σε 20 λεπτά, όμως, το σκηνικό αλλάζει άρδην και οι πιτσιρικάδες της Νίκης, που έχουν φυσικά μεγαλύτερα πνευμόνια από τους αντίπαλούς τους, βάζουν το ένα γκολ μετά το άλλο. Η αναμέτρηση λήγει με σκορ 4-1. Οι κοκορομαχίες, φυσικά, δε λείπουν. Φεύγουμε, με την εικόνα του προπονητή της φιλοξενούμενης ομάδας να μπαίνει μαινόμενος στο γραφείο του διαιτητή. Τι πιο σύνηθες, θα μπορούσε να πει κανείς. 

Μετά από μπάλα, έχει πάντα τσίπουρο. Έτσι και εμείς λοιπόν κατευθυνόμαστε στο τσιπουράδικο του Δεμίρη που βρίσκεται μόλις μερικά μέτρα μακριά. Η Νέα Ιωνία, μια συνοικία του Βόλου που δημιουργήθηκε από πρόσφυγες που έφτασαν εκεί μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, ξεχωρίζει από τον υπόλοιπο αστικό ιστό του Βόλου. Υπάρχουν ακόμη αρκετά χαμόσπιτα, πολλά τσιπουράδικο, ενώ όποιον κι αν ρωτήσεις στην περιοχή θα σου πει πως κατάγεται από τη Νέα Ιωνία και όχι τον Βόλο. 

Αυτός ο διαχωρισμός έχει μεταφερθεί και στο γήπεδο. Το ντέρμπι μεταξύ της Νίκης Βόλου και του Ολυμπιακού Βόλου είναι από τα πιο ξακουστά και σκληρά στην Ελλάδα. Κατά καιρούς έχουν συμβεί σοβαρά επεισόδια, ενώ αυτή κόντρα συνεχίζεται μέχρι σήμερα σε σχολεία, πλατείες ακόμη και τσιπουράδικα. 

Το εντυπωσιακό είναι, μάλιστα, πως μέσα σε όλα αυτά έχει προστεθεί μία ακόμη ομάδα, ο Βόλος Ν.Π.Σ που αγωνίζεται στη Super League και μάλιστα βρίσκεται πολύ ψηλά βαθμολογικό. Μια πόλη 120 χιλιάδων κατοίκων με τρεις ομάδες στις τρεις μεγάλες κατηγορίες της χώρας. Not bad. 

Το απαγορευμένο ούζο και οι φούσκες

Στο τσιπουράδικο του Δεμίρη, όμως, υπάρχουν κάποιοι κανόνες. Η Νίκη Βόλου είναι η καλύτερη ομάδα του πλανήτη και το τσίπουρο με γλυκάνισο, δεν μπορείς με τίποτα να το συγκρίνεις με το ούζο. Τουλάχιστον, όχι φωναχτά. «Είναι λες και τους προσβάλεις» εξηγεί η Ξένια που αρχίσει να γεμίζει τα ποτήρια. 

Στο συγκεκριμένο μαγαζί, όμως, δεν πας μόνο για το τσίπουρο, αλλά και για τους ολόφρεσκους μεζέδες που γεμίζουν το τραπέζι με κάθε παραγγελία. Αθερίνες, μύδια, στρείδια, ψητά χταπόδια, παστά ψάρια, ακόμη και φούσκες. Οι φούσκες είναι δυσεύρετα όστρακα βρίσκονται σε βάθη από 20 έως και 80 μέτρα και δύσκολα αλιεύονται, γιατί είναι καλά κρυμμένα σε βράχια. 

Και μπορεί εξωτερικά να καλύπτονται από φύκια και διάφορα φερτά υλικά της θάλασσας, ωστόσο, στο εσωτερικό τους κρύβουν ένα κιτρινοπορτοκαλί κόσμο. Τρώγονται ωμές και με μόνο συνοδευτικό το λεμόνι. Εξαιτίας της έντονης αίσθησης του ιωδίου έχουν πιστούς θαυμαστές αλλά και «εχθρούς». Η Ξένια, βέβαια, τις λατρεύει. Οπότε της επιτρέπω να τις φάει και τις δύο. Όπως εξηγεί το αφεντικό του μαγαζιού, είμαστε πολύ τυχεροί γιατί δε βγαίνει και κάθε μέρα τέτοιος μεζές. «Υπάρχουν και οι άγριες, όμως, είναι πολύ επικίνδυνες και δηλητηριώδεις». 

Αφού είδαμε στην τηλεόραση την Ολλανδία να προκρίνεται επί των ΗΠΑ στη φάση των 16 του Παγκοσμίου Κυπέλλου, αφήσαμε τις φούσκες και τους μεζέδες, για να επιστρέψουμε στον σταθμό του ΚΤΕΛ. Εκεί απ’ όπου ξεκίνησαν όλα. Το λεωφορείο ξεκινά το ταξίδι του για την Αθήνα, στις 7 το απόγευμα.

Αυτή τη φορά οι περισσότερες θέσεις είναι άδειες. Μόνο έναν συνεπιβάτη αναγνωρίζω από το πρωινό ταξίδι. Και φυσικά είναι εκείνος που φώναξε το «γρουσούζα» όταν το λεωφορείο έμεινε στην Αθηνών – Λαμίας. Η ζωή κάνει κύκλους.