Tutto Passa, Ντιεγκίτο, Martin f*ckin Parr: Το μενού σήμερα έχει καρέ και στιγμές της ζωής του Robbie McIntosh
Μια πολύ μεγάλη κουβέντα με τον Ιταλό φωτογράφο Robbie McIntosh που ξεκίνησε από τους λουόμενους υμνητές του Tutto Passa στη Santa Lucia, πέρασε μέσα από το Μουντιάλ του 1990 και τον ημιτελικό Αργεντινής - Ιταλίας στη Νάπολη και κατέληξε στο τετ α τετ του ίδιου με τον Martin Parr στη γιορτή του San Gennaro. Ακριβώς όπως και ο Ντιέγκο, δεν θα μπορούσε να αστοχήσει.
- 5 ΑΠΡ 2026
Βρισκόμαστε στη Piazza Dante ντάλα μεσημέρι, το σκηνικό είναι γεμάτο κομπάρσους και μοναδικός πρωταγωνιστής, ο ήλιος. Μια γυναίκα με κόκκινα μαλλιά, ακούει τη μουσική της και λιάζεται. Ντόπιοι και περαστικοί, πιστοί και άπιστοι του θεού Ρα, κατηφορίζουν προς τη Mergellina. Ένας μεσήλικας που μοιάζει σα να έσκασε από δημόσια υπηρεσία, πηγαίνει προς τα βράχια.
Αφήνει τα μπαγκάζια του και με θέα την Τυρρηνική, κολυμπάει στον αέρα. Τα χέρια του κουπιά και τα μάτια κλειστά, σαν χορογραφία.
Αν το έκανε στον Άλιμο, θα ήταν περίεργος. Εδώ όμως, μιλάμε για εσθέτικς. Το σαμγιουκιλίστικο αυτό καστ, εργάζεται αμισθί και βαράει υπερωρίες στο ιντερνετικό περιεχόμενο, με τους συνταξιούχους Ναπολιτάνους να βρίσκονται σε πρώτο πλάνο.
Αυτό που εμείς λέμε κόντεντ, εκείνοι το λένε ζωή. Κι όταν σηκώνεις την κάμερα για να το καταγράψεις, παίρνεις ταυτόχρονα απόσταση από το φυσικό τους περιβάλλον.
Οι λουόμενοι Ναπολιτάνοι μοιάζουν πλέον με ζωντανά εκθέματα μιας παραλιακής γκαλερί με αφιέρωμα στο #slowliving ή αλλιώς, ζωές σε αργή ταχύτητα. Φαινόμενο προς εξαφάνιση; Δεν ψάχνουν απάντηση. Στη πραγματικότητα, απολαμβάνουν σιωπηλά άλλο ένα πρωινό που τους βρίσκει παρέα δίπλα στη θάλασσα.
Αυτή είναι η εικόνα της Νάπολη μέσα από την ινσταγκραμική κλειδαρότρυπα του Tutto Passa. Όταν προσεγγίζεις τις κεντρικές αρτηρίες, παίζει άλλο φίλτρο στην εικόνα. Φασαρία, κόρνες, νεύρα και νευρικά όντα. Στα κεντρικά της πόλης, βαράνε τσίτες.
Ακόμα και για εμάς που έχουμε αποκτήσει ανοσία πλέον στην φωνακλού Αθήνα.
“Naples is like Athens on acid”, λέω στον φωτογράφο Robbie McIntosh, μόνιμος κάτοικος στη παράνοια της Νάπολη και πατέρας της παρακάτω ιστορικής εικόνας, αλλά και στιγμής, στην Santa Lucia, τρεις Ιούληδες πριν. Δύσκολο να ξέφυγε από το feed σας.
Κεντρικός χαρακτήρας στο φωτογραφικό καρέ, ο Antonio. Για τους φίλους, Baldino.
Θα φτάσουμε κι εκεί.
Εδώ και 14 χρόνια, ο Robbie συλλέγει εικόνες και καταγράφει σκηνές από την παραθαλάσσια ζωή στη Νάπολη, βουτηγμένες μέσα σε Βιταμίνη D. Το 2024 κυκλοφόρησε το πρώτο του βιβλίο, με τίτλο On the Beach, εξαιρετικά αφιερωμένο στις ψυχές της Lungomare.
Δώσαμε ραντεβού μέσα σε ένα διαδικτυακό παράθυρο, καθίσαμε αναπαυτικά και περάσαμε τις επόμενες ώρες μέσα από μέρη και ανθρώπους. Σταθμός αφετηρίας, η Νάπολη ως χαρακτήρας στις ζωές των κατοίκων.
Μιλήσαμε για το φαινόμενο Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα αλλά και για το χέρι του φωτογράφου που δεν πρέπει να (πιστεύει ότι) τον κάνει Θεό. Γυρίσαμε πίσω στο γνωστό κάδρο, συζητήσαμε για το δόγμα Tutto Passa και αντί επιλόγου, ο Robbie αφηγήθηκε την ιστορία που ο Martin fucking Parr (sic) έμαθε το όνομα του, ανήμερα της γιορτής του San Gennaro.
Δεν είπαμε και λίγα. Ας ξεκινήσουμε όμως από την πολλή αρχή. Σερβιριστείτε καφέ ή καμπάρι, καθίστε αναπαυτικά και ελπίζουμε να απολαύσετε το σημερινό μενού. Καλή σας όρεξη.
Απεριτίβο: Νάπολη, αγάπη μου
Οι γονείς μου είναι από τη Νάπολη, αλλά εγώ και η αδερφή μου γεννηθήκαμε αλλού, στη βόρεια Ιταλία. Στα 8 μου, ο πατέρας μας έφερε πίσω, αλλά στην αρχή δεν ένιωθα την πόλη, σπίτι μου. Ένιωθα ξένος. Μου πήρε δέκα χρόνια για να καταλάβω τη νοοτροπία, τη γλώσσα, τον τρόπο ζωής. Ήταν πολύ σκληρό. Δεν μπορούσα να καταλάβω ούτε λέξη, αφού όλοι εδώ γύρω μιλάνε πολύ γρήγορα, σε δική τους αργκό και αναρωτιόμουν τι σκατά λένε, δεν καταλάβαινα τίποτα.
Μου πήρε αρκετό καιρό για να νιώσω άνετα, και αυτός είναι ο λόγος που νιώθω νομάς. Τώρα πλέον νιώθω σαν στο σπίτι μου όπου κι αν ακουμπήσω το κεφάλι μου. Γι’ αυτό νιώθω υπέροχα όποτε πηγαίνω στη Ρώμη, στο Μιλάνο, στη Βενετία, στη Φλωρεντία, στη Σικελία, που την αγαπώ τόσο πολύ.
Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν πολλοί Ναπολιτάνοι που νιώθουν τόσο νοσταλγικά όποτε περνούν τα σύνορα για άλλη περιοχή και είναι σε φάση «γυρίστε με πίσω στη Νάπολη, αγαπώ μόνο το ναπολιτάνικο φαγητό, τον ναπολιτάνικο καιρό, τους Ναπολιτάνους». Είναι μια διαφορετική νοοτροπία. Εγώ βλέπω τον εαυτό μου περισσότερο ως διεθνιστή, αλλά αυτό είμαι εγώ.
Έχω μια σχέση αγάπης και μίσους με την πόλη. Και αυτό είναι πολύ κοινό για εμάς τους Ναπολιτάνους. Ο λόγος είναι ότι μπορεί να είναι ένα πανέμορφο μέρος, ο καιρός, το φαγητό, η θάλασσα, το τοπίο, ο τρόπος ζωής που είναι πολύ χαλαρός, αν και είμαστε συνέχεια στην τσίτα, σα να τριπάρουμε.
Από την άλλη, το αρνητικό είναι ότι είναι πολύ δύσκολο να βρεις μια σταθερή δουλειά εδώ. Γι’ αυτό οι άνθρωποι από τη νότια Ιταλία αναγκάζονται τις περισσότερες φορές να φύγουν προς τον βορρά. Το αστείο είναι ότι, σύμφωνα με τα εθνικά στατιστικά, υπάρχουν πολύ περισσότεροι Ναπολιτάνοι στο Μιλάνο παρά στη Νάπολη. Η Νάπολη έχει περίπου ένα εκατομμύριο κατοίκους μαζί με τα περίχωρα, ενώ το Μιλάνο έχει περίπου ενάμιση εκατομμύριο Ναπολιτάνους, ή Ναπολιτάνους δεύτερης, τρίτης γενιάς κλπ.
Τους αγαπώ, αλλά είναι πολύ δύσκολο ώρες ώρες. Από το να παρκάρεις και να οδηγήσεις, στους συμβιβασμούς που πρέπει να κάνεις και στις συμφωνίες με περίεργους τύπους που ακροβατούν στα όρια νομιμότητας και παραβατικότητας. Ξέρεις όμως, υπάρχει ένα παλιό ινδιάνικο ρητό που λέει ότι αν ζεις δίπλα στο ποτάμι, πρέπει να γίνεις φίλος με τον κροκόδειλο.
Προσπαθείς να καταλάβεις πώς να ζήσεις εδώ χωρίς να σε καταπιεί η πόλη, γιατί μπορεί να σε καταβροχθίσει σε κλάσματα δευτερολέπτου και να αποβάλει.
Ο κόσμος εδώ ζει μέσα στην τρέλα. Τρέχει γρήγορα, οδηγάει γρήγορα, ζει γρήγορα, πεθαίνει γρήγορα, όλα και όλοι στην τσίτα. Μπορεί να γίνει πολύ σκληρή αν δεν προσέχεις. Πρέπει να είσαι πάντα σε εγρήγορση, πολύ συγκεντρωμένος, πολύ προσεκτικός, με τα μάτια ανοιχτά.
Δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Αυτή η ανασφάλεια παραμένει κάπως δυσάρεστη γιατί η πλειοψηφία των Ναπολιτάνων, κάθε τόσο, θα προσπαθήσει να σε πιάσει κότσο, ακόμα κι αν είναι φίλοι σου. Πρέπει να κάνεις αυτό που έλεγε ο Κορλεόνε στον Νονό, κράτα τους φίλους σου κοντά και τους εχθρούς σου ακόμα πιο κοντά.
Είναι λες και ο καθένας μας υποδύεται ένα χαρακτήρα σε αυτό το σενάριο. Η Νάπολη είναι μια πολύ θεατρική πόλη. Μας αρέσει η υπερβολή. Δεν θα πούμε πεινάω, θα πούμε πεθαίνω της πείνας. Αντί να πούμε κόλλησα στην κίνηση, λέμε γίνεται σφαγή.
Ορεκτικά: Το πεπρωμένο και το safe place
Όταν ήμουν 26 ή 27 ετών, είχα την ευκαιρία να φύγω. Είχα μια καλή επαγγελματική πρόταση. Πέρα από φωτογράφος, είμαι και μηχανικός, με 20 χρόνια εμπειρίας στην πλάτη. Έλαβα λοιπόν μια εξαιρετική προσφορά από τη Γερμανία. Χρειαζόταν απλώς να υπογράψω το συμβόλαιο και να το στείλω πίσω μέσω email. Δεν με είχαν καν δει από κοντά, μόνο μια τηλεφωνική συνέντευξη. Δεν ήμουν όμως αρκετά γενναίος για να τα αφήσω όλα πίσω, την οικογένειά μου, τους φίλους μου και το στενό κύκλο. Ξέρω πολύ κόσμο αλλά έχω μόνο δυο-τρεις πραγματικά καλούς φίλους.
Την επόμενη χρονιά ήρθε άλλη μια πρόταση από την Airbus στο Ηνωμένο Βασίλειο. Πέρασα το πρώτο στάδιο, το τεχνικό κομμάτι, που κράτησε δύο ώρες στο τηλέφωνο με πολύ δύσκολες ερωτήσεις. Τους άρεσα και με κάλεσαν στο Μπρίστολ. Είπαν «ΟΚ, πληρώνουμε εμείς τα εισιτήρια και τα πάντα». Αλλά την ίδια στιγμή, πήρα μια άλλη προσφορά εργασίας για να μείνω εδώ, πολύ κοντά στο σπίτι μου. Σκέφτηκα ότι είναι σημάδι της μοίρας κι ότι δεν είναι γραφτό να φύγω. Μετά από σχεδόν 20 χρόνια, είμαι ακόμα εδώ, παρόλο που γυρίζω συνέχεια σαν φλιπεράκι.
Το αγαπημένο μου μέρος είναι δίπλα στη θάλασσα. Η ατμόσφαιρα, η μυρωδιά της αλμύρας και αυτή η ηρεμία. Υπάρχουν αρκετά σημεία στην ακτή του Possilipo. Όταν βρίσκομαι εκεί, ή στο Marechiaro, νιώθω πολύ χαλαρός και συνδεδεμένος με το υπόλοιπο σύμπαν, σαν ένα μικρό σωματίδιο, κάθε φορά που νιώθω τόσο μικρός, τόσο ανήμπορος, τόσο εύθραυστος, νιώθω σαν να είμαι ο βασιλιάς του κόσμου. Όχι με την έννοια της δύναμης, αλλά με την αίσθητη της απόλυτης αρμονίας.
Πρώτο Πιάτο: Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα
Το αστείο είναι ότι η τελευταία φορά που έπαιξε για τη Νάπολι ήταν το 1991, πάει πολύς καιρός. Πολλοί δεν είδαν ποτέ τον Μαραντόνα να παίζει, παρά μόνο από παλιές βιντεοκασέτες και YouTube.
Ήταν ένας από εμάς και η μεγάλη ευκαιρία της πόλης να ξεπεράσει την φτώχεια και τα προβλήματά της. Η σύγχρονη ιστορία της Ιταλίας είναι πολύ ταραγμένη. Τον Μεσαίωνα, η Ιταλία ήταν χωρισμένη σε αμέτρητα μικρά κρατίδια.
Όταν ενώθηκαν το 1861, το νότιο τμήμα της Ιταλίας έμενε πάντα πίσω από την κεντρική κυβέρνηση. Όλα τα εργοστάσια χτίστηκαν στον Βορρά. Γι’ αυτό υπήρξαν τεράστια κύματα μετανάστευσης ανθρώπων που άφηναν την ύπαιθρο του Νότου για να πάνε στις μεγάλες πόλεις του Βορρά.
Πριν ενωθούν, η Νάπολη ήταν η πρωτεύουσα του Βασιλείου των Δύο Σικελιών. Έτσι, από πρωτεύουσα, υποβαθμίστηκε σε μια απλή πόλη, μετά τη Ρώμη και το Μιλάνο. Το 1984 ήρθε ο Μαραντόνα από την Μπαρτσελόνα.
Λίγα χρόνια μετά, η Νάπολι σήκωσε για πρώτη φορά το Scudetto. Ο Μαραντόνα ήταν πολύ ειλικρινής, τα έλεγε έξω από τα δόντια. Το Μουντιάλ του 1990 έγινε στην Ιταλία, η οποία είχα μια πολύ δυνατή εθνική ομάδα, με αρχηγό τον Φράνκο Μπαρέζι, τον πολύ νεαρό τότε Πάολο Μαλντίνι και πολλούς ταλαντούχους παίκτες, όπως τον Ρομπέρτο Μπάτζιο στα καλύτερα του.
Έπαιζαν λοιπόν στην έδρα τους και τα έφερε έτσι η μοίρα να παίξουν ημιτελικό Ιταλία εναντίον Αργεντινής, στη Νάπολη. Ο Μαραντόνα, την παραμονή του αγώνα, είπε στους Ναπολιτάνους: «Θυμηθείτε ότι η Ιταλία σας αφήνει πίσω. Πάντα σας άφηνε πίσω, γιατί πολλοί από εσάς δεν έχετε δουλειά, δεν έχετε χρήματα, δεν έχετε μια σταθερή ζωή. Ζείτε τη μέρα χωρίς πλάνα για το αύριο, επειδή ζείτε μονάχα στη στιγμή. Θυμηθείτε το αυτό όταν θα παίξουμε εναντίον της εθνικής σας ομάδας».
Και έτσι, ένας μεγάλος αριθμός Ναπολιτάνων οπαδών υποστήριξε την Αργεντινή. Για να μην πολυλογώ, το παιχνίδι πήγε στα πέναλτι, η Αργεντινή κέρδισε και πέρασε στον τελικό, όπου έχασε από τη Δυτική Γερμανία (εκείνη την εποχή η Γερμανία ήταν ακόμα χωρισμένη σε Ανατολική και Δυτική).
Είμαι 100% σίγουρος ότι αν ο ημιτελικός μεταξύ Ιταλίας και Αργεντινής γινόταν σε οποιαδήποτε άλλη ιταλική πόλη, σε οποιαδήποτε άλλη πόλη, η Ιταλία θα είχε προκριθεί. Μπορώ να στοιχηματίσω ό,τι έχω και δεν έχω γι’ αυτό.
Και ξέρεις ποιο είναι το ειρωνικό; Ότι δεν είμαι καν οπαδός της Νάπολι. Υποστηρίζω τη Μίλαν. Παρόλο που η Μίλαν ήταν τότε από τις κορυφαίες ομάδες όλων των εποχών, με ένα φανταστικό πυρήνα Ιταλών παικτών όπως ο Μπαρέζι, ο Μαλντίνι, ο Ντοναντόνι, όλοι τους στο πικ τους, με τους τρεις Ολλανδούς, τον Μάρκο Φαν Μπάστεν, τον Ρουντ Γκούλιτ και τον Φρανκ Ράικαρντ, κάθε φορά, σου λέω, κάθε φορά που η Μίλαν έπαιζε εναντίον της Νάπολι, ένιωθα άρρωστος.
Όπως έλεγε και ο Αρίγκο Σάκι, ο προπονητής εκείνης της ομάδας: «Όταν παίζεις εναντίον του Μαραντόνα, παίζεις εναντίον του χρόνου». Γιατί κάθε δευτερόλεπτο μπορεί να βάλει γκολ, να βγάλει ασίστ ή να βρει ένα τρόπο να κερδίσει το ματς.
Το πιο εντυπωσιακό είναι ότι ζούσε σαν ροκ σταρ, όχι σαν αθλητής. Δεν είναι σαν τον Κριστιάνο Ρονάλντο, που προπονείται κάθε μέρα του χρόνου, τρώει υγιεινά, παραμένει σε φόρμα με κοιλιακούς. Ο Μαραντόνα ήταν εθισμένος στην κοκαΐνη για τόσα πολλά χρόνια. Αυτό λοιπόν ήταν ένα θαύμα της φύσης. Πώς γίνεται ένας παίκτης που γυρνάει στα κλαμπ κάθε βράδυ, που πέφτει για ύπνο αργά το ξημέρωμα, που κάνει ναρκωτικά και βγαίνει με γυναίκες, πώς γίνεται να παραμένει στην κορυφή του αθλήματος; Ειλικρινά, δεν ξέρω. Θα πρέπει να είναι κάποιου είδους θαύμα.
Πριν από μερικά χρόνια, συνάντησα έναν από τους γιους του, τον Ναπολιτάνο γιο του, τον Ντιέγκο Τζούνιορ. Είχα μια ανάθεση από ένα γερμανικό περιοδικό για μια συνέντευξη. Εγώ έβγαζα τις φωτογραφίες και ένας δημοσιογράφος έπαιρνε τη συνέντευξη. Περάσαμε μια ολόκληρη μέρα με τον Ντιέγκο και μου είπε ότι ο πατέρας του πλήρωσε το τίμημα για τα τόσα χρόνια που ζούσε πάντα στην «πρώτη γραμμή» και πλήρωσε το αντίτιμο.
Κυρίως Πιάτο: Tutto Passa
Οι άνθρωποι εκεί ζουν τη στιγμή, ξέρεις, όπως το λατινικό ρητό carpe diem. Ελάχιστοι άνθρωποι εδώ στο Νότο μπορούν να οργανώσουν τη ζωή τους ή να κάνουν σχέδια για το μέλλον επειδή έχουν μια σταθερή δουλειά, οικογένεια, γυναίκα, παιδιά, έναν καλό μισθό, ένα σπίτι ή ένα ακριβό αυτοκίνητο. Οπότε, το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να ζεις τη στιγμή, γιατί ποτέ δεν ξέρεις αν θα είσαι ζωντανός ή νεκρός όταν σηκωθείς από το κρεβάτι ή όταν πας για ύπνο. Δεν ξέρεις αν θα ξυπνήσεις ξανά.
Το τατουάζ ήταν πολύ κοινό στις φυλακές της Βόρειας Αφρικής, όπου οι κρατούμενοι έκαναν τατουάζ τη γαλλική φράση “Tout passe” (Όλα περνούν), για να θυμίζουν στον εαυτό τους ότι κάποια μέρα θα τελειώσει, θα είμαι πάλι ελεύθερος, θα βγω έξω και θα επιστρέψω στη ζωή που άφησα πίσω όταν μπήκα στη φυλακή. Για τον συγκεκριμένο διάσημο τύπο, το τατουάζ ήταν συνέπεια μιας πολύ σκληρής ζωής. Έχασε τον πρώτο του γιο όταν ήταν πολύ νέος. Μου το είχε πει κάποτε από μόνος του, εγώ δεν κάνω ποτέ ερωτήσεις αλλά ακούω πολύ, είμαι πάντα εκεί αν κάποιος θέλει να μιλήσει.
Μου είπε ότι ο γιος του πέθανε πολύ νέος από καρκίνο, έγινε πολύ γρήγορα, σε δύο μήνες είχε φύγει. Μετά έχασε τη γυναίκα του. Ήταν μια πολύ σκληρή ζωή. Όταν οι φωτογραφίες άρχισαν να γίνονται viral, ήρθαν προτάσεις, συμβόλαια, δουλειές, η Google τον πλήρωσε για διαφημιστικά, μετά ήρθαν οι Coldplay… Χαίρομαι τόσο πολύ γι’ αυτόν, γιατί είναι πολύ καλός άνθρωπος, δεν έβλαψε ποτέ κανέναν, ήταν πάντα αξιοπρεπής. Το όνομα του είναι Αντόνιο, αλλά όλοι τον φωνάζουν Μπαλντίνο (Baldino).
Εκείνη τη μέρα ήταν εντελώς χαλαρός, δεν πόζαρε. Σίγουρα. Δεν ήταν καν προγραμματισμένο να είμαι εκεί, έφυγα νωρίτερα από τη δουλειά μου ως μηχανικός για κάποιο λόγο. Ξέρεις, μερικές φορές ακούς φωνές; Σαν κάποιος να με φώναζε. Έφυγα νωρίτερα, πήγα σπίτι, πήρα την κάμερα, τη γέμισα, πήγα στην παραλία και μπαμ, όλα ήταν έτοιμα. Χρησιμοποιώ φακό 28mm, οπότε πρέπει να είμαι πολύ κοντά. Ήμουν πάνω του, κυριολεκτικά, γιατί είχα την οικειότητα να πλησιάσω τόσο πολύ. Η φωτογραφία ήταν εκεί και με περίμενε να συμβεί. Το φως ήταν τέλειο, το αρνητικό βγήκε τέλειο, ήταν ένα πολύ απαλό φως, παρόλο που ήταν αρχές Ιουλίου, 3 το μεσημέρι, όταν το φως είναι συνήθως πολύ σκληρό. Ήταν λες και όλα τα άστρα είχαν ευθυγραμμιστεί.
Όταν πάτησα κλικ, το ήξερα, ναι. Κι όταν εμφάνισα το φιλμ, είπα αυτό είναι. Μετά από αυτή την εικόνα όλα μεγάλωσαν. Στάθηκα τυχερός, αλλά δούλεψα σκληρά, με πειθαρχία, ακολουθώντας τα όνειρά μου και την καρδιά μου, κάθε φορά.
Μετά από μερικές μέρες ανέβασα την εικόνα στο Instagram. Ήταν Κυριακή ή Δευτέρα, νομίζω. Και έγινε viral. Πήρε τεράστιες διαστάσεις. Ήταν απίστευτο, ξέρεις, να παίρνω αμέτρητα likes και να με συνδέει με τόσο διάσημο κόσμο. Μου πήρε το μυαλό. Ένιωσα εντελώς συγκλονισμένος από την αγάπη που δέχτηκα. Τότε ο Αντόνιο δεν ήξερε ότι είχα λογαριασμό στο Instagram, αλλά κάπως το έμαθε μετά.
Όταν άρχισε να δέχεται τηλέφωνα από πρακτορεία και εταιρείες για να κάνει διαφημιστικά, ήταν πολύ χαρούμενος. Γιατί, κατά κάποιο τρόπο, βοηθήσαμε ο ένας τον άλλον να βγούμε από τη συνηθισμένη μας ζωή. Εγώ ζούσα μια πολύ κανονική ζωή. Όπως και σήμερα, δεν ζω σαν ροκ σταρ. Είμαι απλώς ένας τύπος που βγάζει φωτογραφίες. Έχω πολλές ευκαιρίες και είμαι τυχερός. Είμαι ειλικρινής: είμαι τυχερός. Είμαι από τους πιο εργατικούς στον χώρο, αλλά παραμένω τυχερός.
Κι εκείνος στάθηκε τυχερός, γιατί ζει τα γεράματά του με λιγότερο ζόρι, με λιγότερα προβλήματα για το ενοίκιο και τους λογαριασμούς. Κατά κάποιο τρόπο βοηθήσαμε ο ένας τον άλλον. Είναι μια τέλεια ισορροπία. Κάθε φορά που πάω εκεί, θέλει να τον φωτογραφίσω, όπως και πολλοί άλλοι που θέλουν να γίνουν viral. Όταν ξεκίνησα να φωτογραφίζω στην παραλία το 2012, ήταν μια άλλη εποχή, με άλλη αντίληψη για τους φωτογράφους. Ένιωθα πάντα σα να εισβάλλω, σαν εχθρός ή αστυνομικός με πολιτικά. Σαν κάποιος που κλέβει την ιδιωτικότητά τους, παρόλο που δεν υπάρχει ιδιωτικότητα σε δημόσιο χώρο. Βάσει του ιταλικού νόμου, είναι απόλυτα νόμιμο να φωτογραφίζεις ξένους σε δημόσιο χώρο χωρίς συγκατάθεση.
Συνοδευτικά: Φωτογραφία & Εμμονές
Νιώθω αμήχανα όταν κρίνω πως μια εικόνα μοιάζει εντελώς περιττή. Και τι την κάνει περιττή; Τα πάντα ξεκινούν από τον αμοιβαίο σεβασμό. Πρέπει συνέχεια να έχεις στο μυαλό σου ότι στην άλλη πλευρά του φακού υπάρχει ένας άλλος άνθρωπος.
Όσο υπάρχει ανθρωπιά και στις δύο πλευρές του φακού, τότε μπορεί να υπάρξει φωτογραφία. Είναι θέμα σεβασμού, θέμα του να μην πληγώσεις κάποιον άλλον. Αυτό είναι η φωτογραφία, ειδικά όταν διαχειρίζεσαι ανθρώπους.
Μερικές φορές βλέπω φωτογράφους που προσπαθούν να ταπεινώσουν άλλους ανθρώπους, όπως για παράδειγμα να ρίχνουν ένα φλας κατευθείαν στο πρόσωπο μόνο και μόνο για να βγάλουν αλλόκοτες εκφράσεις ή αστείες φάτσες. Δεν ξέρω, δεν είναι το στυλ μου, δεν είναι του γούστου μου. Δεν λέω ότι έχουν άδικο, απλώς λέω ότι στη φωτογραφία δεν υπάρχει μια και μόνο αλήθεια.
Όταν συνάντησα τον Antoine D’Agata του πρακτορείου Magnum πέρυσι στη Βενετία, επαναλάμβανε τη λέξη «εμμονή» κάθε δέκα δευτερόλεπτα. Η εμμονή είναι η κινητήρια δύναμη της φωτογραφίας. Είναι κάτι που καίει από μέσα σου. Είναι το καύσιμο που κρατάει τη μηχανή σου αναμμένη για μέρες, χρόνια, δεκαετίες.
Επιδόρπιο: Martin fucking Parr
Θα σου πω μια πολύ αστεία ιστορία που συνέβη την πιο σημαντική μέρα του χρόνου στη Νάπολη. Στις 19 Σεπτεμβρίου, είναι η μέρα του San Gennaro. Ξέρεις την ιστορία με το θαύμα του αίματος; Το υγρό θαύμα.
Το 2024, τη μέρα του San Gennaro, πήγαμε πολύ νωρίς, γύρω στις 7 το πρωί, γιατί ο κόσμος πιάνει θέσεις περιμένοντας το θαύμα. Καθώς περπατούσα προς την κεντρική είσοδο, είδα έναν άντρα, μεγάλο σε ηλικία, από μακριά που μου φάνηκε πολύ γνώριμος. Είπα μέσα μου, κοίτα, αυτός μοιάζει λίγο με τον Martin Parr, αλλά αποκλείεται να είναι αυτός. Τι δουλειά να έχει εδώ ο Martin Parr; Θα είναι κάπου αλλού στον κόσμο.
Πλησίαζα όλο και πιο κοντά. Όταν έφτασα στα δύο μέτρα, μάζευα το σαγόνι μου από το πάτωμα. Έμεινα με το στόμα ανοιχτό μπροστά του. Ήταν ο Martin fucking Parr! Με κοίταξε κι εγώ στεκόμουν σαν ηλίθιος. Είπα oυάου, Θεέ μου, ονειρεύομαι; Μην με ξυπνάτε. Μου χαμογέλασε και με ρώτησε το όνομά μου.
Τράβηξα μερικές φωτογραφίες. Εκεί ήταν και ο πιο διάσημος σύγχρονος Ιταλός καλλιτέχνης, ο Maurizio Cattelan (αυτός που πούλησε την μπανάνα για εκατομμύρια). Είναι ιδιοφυΐα. Εγώ και ο Cattelan στεκόμασταν δίπλα-δίπλα και βγάζαμε φωτογραφίες τον Martin Parr, ο οποίος προσποιούνταν ότι πουλούσε εικονίτσες του San Gennaro μέσα στον καθεδρικό ναό! Ήταν όλο πολύ σουρεάλ.
Την επόμενη μέρα, μου έστειλε μήνυμα η βοηθός του Martin, η Charlotte Brown. Μου είπε, Robbie, πρέπει να σου πω τι έγινε μετά. Αφού χωριστήκαμε, ο Martin, ο Cattelan κι εκείνη κάθισαν σε ένα καφέ. Ένας Ναπολιτάνος αναγνώρισε τον Martin, τον πλησίασε και του είπε ότι ήταν σίγουρος πως η φωτογραφία μου “Tutto Passa” ήταν δική του. Ο Martin Parr απάντησε: «Όχι, δεν είναι δική μου, είναι ενός Ναπολιτάνου φωτογράφου που τον λένε Robbie McIntosh».
Σκέφτηκα, ότι εντάξει, μπορώ να πεθάνω τώρα. Ξέρει το όνομά μου! Ένιωσα ότι έφτασα στην κορυφή.
Τον Νοέμβριο, ένας Γάλλος φίλος μου έστειλε μια φωτογραφία του Martin Parr να κρατάει το βιβλίο μου για την παραλία. Ο Martin Parr αγόρασε το βιβλίο μου. Απίστευτο. Τι συμβαίνει; Και τον επόμενο μήνα, εκείνος έφυγε από τη ζωή. Ναι, η ζωή είναι περίεργη, αλλά είναι υπέροχη.
Digestivo: Scorsese, επιρροές και επίδραση
Ο Parr δεν είναι η μεγαλύτερη επιρροή μου. Με έχουν επηρεάσει περίεργα πράγματα από την ιταλική τηλεόραση των 90s, όπως το Cinico TV των Cipriani και Maresco, ήταν πολύ σκληρό, με παχύσαρκους ανθρώπους, τρελά μάτια, να τρώνε σούπα με μύγες… πολύ αστείο. Επίσης, ο Martin Scorsese. Έχεις δει το The Big Shave (1967); Ένας τύπος ξυρίζεται και ξαφνικά αρχίζει να τρέχει αίμα παντού. Είναι μια μεταφορά για το πώς ο Δυτικός πολιτισμός καταστρέφει τον εαυτό του. Ο Δυτικός πολιτισμός είναι εντελώς διαλυμένος.
Τι θέλω να δείξω; Θα ήθελα να ταξιδέψω περισσότερο, γιατί δεν είμαι ιδιαίτερα ταξιδιωτικός τύπος. Πηγαίνω μόνο διακοπές όταν παίρνω άδεια από τη δουλειά μου ως μηχανικός. Δεν κάνω μακροπρόθεσμα σχέδια στη φωτογραφία, γιατί ρισκάρεις να περιορίσεις τον εαυτό σου. Αν κάποιος έλεγε στον εαυτό μου πριν από 5 χρόνια ότι θα συναντούσα τον Steve McCurry ή τον Martin Parr, ότι ο Parr θα αγόραζε το βιβλίο μου και οι φωτογραφίες μου εκτίθενται σε μεγάλες γκαλερί σε όλο τον κόσμο, θα του έλεγα άσε με ήσυχο, πλάκα μου κάνεις; Σοβαρέψου.
Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.