ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Η Selva Almada δεν γράφει μαγικό ρεαλισμό

Η σύγχρονη κλασική συγγραφέας της Αργεντινής και πολυσυζητημένη παγκοσμίως μιλά στο OneMan για τη σημασία του να αγωνίζεσαι για τα ανθρώπινα δικαιώματα σε μια εποχή που αμφισβητούνται θεμελιώδη κεκτημένα, ενώ βάζει και δυο-τρία πράγματα στη θέση τους όσον αφορά τα συνταρακτικά βιβλία της.
Η Selva Almada, η διάσημη, βραβευμένη Αργεντινή συγγραφέας που θεωρείται πια σύγχρονη κλασική, έχει κουραστεί να επισημαίνει το προφανές: Η γυναικοκτονία δεν είναι απλά ανθρωποκτονία. Είναι ανθρωποκτονία από πρόθεση γυναικών επειδή είναι γυναίκες.

Οφείλει όμως να το κάνει ακόμη και χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την πατρίδα της γιατί, όπως λέει στο OneMan, «τίποτα δεν μπορούμε να θεωρούμε δεδομένο, ακόμη και κεκτημένα με κόπους και αγώνες τίθενται ξανά υπό αμφισβήτηση και δεν πρέπει να πέφτουμε στην παγίδα, δεν πρέπει να απαξιούμε να ασχοληθούμε, πρέπει να αντικρούσουμε για παράδειγμα όλους αυτούς που μιλάνε για την ανελεύθερη επιβολή της woke κουλτούρας.

Με αυτό το πρόσχημα βλέπουμε παγκοσμίως την ακροδεξιά να ισχυροποιείται. Αυτό συμβαίνει και στην πατρίδα μου. Πριν από μερικά χρόνια δεν μπορούσα να φανταστώ καν ότι θα φτάναμε σε αυτό το σημείο».

Εννοεί την προεδρική εκλογή, τον Δεκέμβριο του 2023 του -ακροδεξιού και λαϊκιστή κατά πολλούς, «αναρχοκαπιταλιστή» κατά τον ίδιο- Javier Milei, ο οποίος έκανε προεκλογική εκστρατεία με ένα αλυσοπρίονο στο χέρι και μετεκλογικά, θέλοντας όπως διατυμπανίζει «να καταστρέψει εκ των έσω» το κράτος, σταμάτησε αρκετά προγράμματα κοινωνικής πρόνοιας, περιόρισε την κρατική στήριξη σε ευπαθείς ομάδες, κατήργησε επιδοτήσεις με αποτέλεσμα το κόστος για το ρεύμα, το νερό και το φυσικό αέριο να εκτοξευτούν στα ύψη και το ποσοστό των πολιτών που ζουν υπό το όριο της φτώχειας στην Αργεντινή να έχει αυξηθεί κατά πολύ.

Ενώ αμέσως διέκοψε τη χρηματοδότηση προγραμμάτων για τα δικαιώματα των γυναικών και την ισότητα των φύλων και υποστήριξε την απαγόρευση ορισμένων βιβλίων γυναικών συγγραφέων, μεταξύ άλλων παρεμβάσεων στο πλαίσιο μιας πολιτικής ανοιχτά συγκρουσιακής με το φεμινιστικό κίνημα “Ni una menos” («Ούτε μία λιγότερη») που είχε γιγαντωθεί στη Λατινική Αμερική με αφορμή τις εκατοντάδες γυναικοκτονίες στην επαρχία της Αργεντινής.

Από αυτή τη ζοφερή πτυχή της ιστορίας της πατρίδας της, μάλιστα, εμπνεύστηκε η Almada για να γράψει τα Νεκρά κορίτσια (μτφρ. Αγγελική Βασιλάκου, εκδ. Κλειδάριθμος, 2025), το μοναδικό μέχρι σήμερα non fiction πόνημά της που εξερευνά τη δολοφονία τριών εφήβων γυναικών στην επαρχία της Αργεντινής τη δεκαετία του 1980. «Τρεις δολοφονίες ανάμεσα στις εκατοντάδες που δεν φτάνουν ποτέ στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων. Τρεις θάνατοι χωρίς ενόχους».

Το μυθιστόρημα «Οι πλινθοποιοί» κυκλοφόρησε στην Ελλάδα τον Μάρτιο του 2026

Μέχρι την έλευση του Milei, η Αργεντινή είχε φτάσει να ηγείται μιας προοδευτικής στροφής ως προς τη νομοθεσία σχετικά με την ισότητα των φύλων, έγινε η πρώτη χώρα στη Λατινική Αμερική που νομιμοποίησε τον γάμο ομοφύλων και υπήρξε πρωτοπόρος παγκοσμίως στη νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου με τη νομοθεσία της να περιλαμβάνει σαφείς διατάξεις για την ισότιμη μεταχείριση και την ένταξη στην εργασία.

Όλα αυτά προφανώς δεν συνέβησαν τυχαία, η πίεση «από τα κάτω» και οι κινητοποιήσεις έφεραν αποτελέσματα. Η Αλμάδα συμμετείχε σε αυτές, και το κάνει ακόμη και τώρα, ίσως πια περισσότερο ως δημόσια διανοούμενη, με το αναγνωστικό της κοινό σε όλο τον πλανήτη διαρκώς να μεγαλώνει.

Αυτό που δεν θέλει όμως είναι η συζήτηση γύρω από την ίδια ως συγγραφέα να εξαντλείται στο τρόπον τινά πυρηνικό μήνυμα της πεζογραφίας της: ανδρική και γυναικεία ταυτότητα, έμφυλη βία, σεξισμός, τοξική αρρενωπότητα.

«Θεωρώ ότι οι κριτικοί που -ακόμη κι αν με εγκωμιάζουν- μιλάνε μόνο για το ότι είμαι φεμινίστρια, δεν κάνουν καλά τη δουλειά τους. Ναι, προφανώς είμαι, να μιλήσουμε όμως λίγο και για τις λέξεις που βάζω στη σειρά; Γράφω καλές προτάσεις; Έχω καλές ιδέες; Συγκινεί η γλώσσα που χρησιμοποιώ; Είμαι καλή συγγραφέας;» λέει στο OneMan, αναγνωρίζοντας όμως ότι δεν είναι κάτι για το οποίο μπορεί -ούτε καν θέλει, εδώ που τα λέμε- να ξοδέψει αρκετή ενέργεια για να το επισημαίνει με κάθε ευκαιρία γιατί δεν μπορεί να αποκλείσει ακόμη και την παρερμηνεία μιας τέτοιας κίνησης από τη μεριά της, μια παρανόηση που ενδεχομένως να έπληττε το ίδιο το κίνημα που στηρίζει, την ίδια την ιδέα του φεμινισμού που στοιχειοθετήθηκε μέσα της από το παράδειγμα της νοσοκόμας και δασκάλας μητέρας της, στην επαρχία Έντρε Ρίος της βορειοανατολικής Αργεντινής όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε η Almada.

«Βλέπουμε παγκοσμίως την ακροδεξιά να ισχυροποιείται. Αυτό συμβαίνει και στην πατρίδα μου. Πριν από μερικά χρόνια δεν μπορούσα να φανταστώ καν ότι θα φτάναμε σε αυτό το σημείο»

«Η μητέρα μου ήταν φεμινίστρια χωρίς ακριβώς να ξέρει ότι είναι “φεμινίστρια”» λέει στο OneMan. «Από πολύ μικρή αντιλαμβανόμουν ότι πρόκειται για μια γυναίκα που δεν υποτιμά τον εαυτό της. Μεγάλωσα δηλαδή σε ένα οικογενειακό περιβάλλον όπου οι γυναίκες δεν θεωρούνταν κατώτερες από τους άντρες. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν ξέραμε τι συμβαίνει στη χώρα. Διαβάζαμε τις εφημερίδες, βλέπαμε τις ειδήσεις, μαθαίναμε για τις γυναικοκτονίες».

Μετά το σχολείο η Αλμάδα μετακόμισε στην πόλη Παρανά, το διοικητικό κέντρο της περιοχής, για να σπουδάσει και να γίνει δημοσιογράφος. Δέκα χρόνια αργότερα μετακόμισε στο Μπουένος Άιρες αποφασισμένη να αφοσιωθεί στη λογοτεχνία. Ντεμπουτάρισε με ποιήματα το 2003, ακολούθησαν μερικά διηγήματα και γνώρισε την επιτυχία για πρώτη φορά το 2012 με το τέταρτο μέχρι τότε βιβλίο της και πρώτο της μυθιστόρημα, Ο άνεμος που σαρώνει (μτφρ. Αγγελική Βασιλάκου, εκδ. Κλειδάριθμος, 2023), το οποίο µεταφέρθηκε στο θέατρο, στη µεγάλη οθόνη, έγινε όπερα στο Ρίο ντε λα Πλάτα και το 2019 τιµήθηκε µε το First Book Award στο Edinburgh International Book Festival, ενώ ήταν και το πρώτο της λεγόμενης Τριλογίας των ανδρών που συνεχίστηκε το 2013 με το μυθιστόρημα Οι πλινθοποιοί (μτφρ. Αγγελική Βασιλάκου, Κλειδάριθμος, 2026) και ολοκληρώθηκε το 2021 με το Δεν είναι ποτάμι (μτφρ. Αγγελική Βασιλάκου, Κλειδάριθμος, 2024), το οποίο συµπεριλήφθηκε στη βραχεία λίστα για το Διεθνές Βραβείο Booker 2024.


Η Σέλβα Αλμάδα στα γραφεία των εκδόσεων Κλειδάριθμος. Η συγγραφέας βρέθηκε πρόσφατα στη χώρα μας στο πλαίσιο του 1ου Διεθνούς Φεστιβάλ Λογοτεχνίας της Αθήνας.

Η Σέλβα Αλμάδα στα γραφεία των εκδόσεων Κλειδάριθμος. Η συγγραφέας βρέθηκε πρόσφατα στη χώρα μας στο πλαίσιο του 1ου Διεθνούς Φεστιβάλ Λογοτεχνίας της Αθήνας.

Η Αλμάδα θα σχολιάσει λακωνικά τη σημασία των διακρίσεων, πρώτα όμως θα μιλήσει για το τι σήμαινε για την ίδια όταν ξεκινούσε το έργο κάποιων ξακουστών συναδέλφων της. «Όταν κατάλαβα ότι ήθελα να περάσω τη ζωή μου γράφοντας ιστορίες, ήταν σε πλήρη άνθηση το λατινοαμερικάνικο μπουμ» λέει, εννοώντας την έκρηξη της λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας κατά τη διάρκεια των 60s και των 70s, με τους Julio Cortázar, Mario Vargas Llosa, Gabriel Garcia Marquez, Carlos Fuentes και Jorge-Luis Borges να αποτελούν τα ηχηρά ονόματα του ρεύματος.

«Αναπόφευκτα επηρεάστηκα από όλο αυτό. Όχι τόσο ως προς τη γλώσσα που χρησιμοποιώ, αλλά ως προς την αίσθηση ελευθερίας που απέπνεαν όλα αυτά τα βιβλία. Δεν τα θεωρώ όλα σπουδαία προφανώς, αλλά ανάμεσά τους υπάρχουν κάποια που άλλαξαν τον παγκόσμιο χάρτη της λογοτεχνίας. Εξαρχής λοιπόν είχα στο μυαλό μου ότι το να γράφεις σημαίνει να είσαι ελεύθερος, να καταργείς συμβάσεις, να ανατρέπεις τον χρόνο και τον χώρο» λέει, παραπέμποντας στην πολυπρισματική, χωροχρονική και όχι μόνο, δομή των βιβλίων της.

Τώρα ναι, θα πει δυο λόγια για τη σημασία των διακρίσεων: «Πώς να μη χαρείς όταν βλέπεις τα βιβλία σου να μεταφράζονται σε ολοένα και περισσότερες γλώσσες;»

Ακόμη μεγαλύτερη σημασία όμως έχει το να γίνεται αντιληπτή ως συγγραφέας, να μην υπάρχει κάποια παρεξήγηση.

-Όταν λες παρεξήγηση;
-Αυτό που παρατηρώ, όχι τόσο στη Λατινική Αμερική, κυρίως στην Ευρώπη, είναι ότι πολλοί θεωρούν ότι αυτό που κάνω είναι μαγικός ρεαλισμός. Όχι, δεν είναι μαγικός ρεαλισμός, το τονίζω. Ακόμη και αυτά τα στοιχεία που θα μπορούσαν να θεωρηθούν χαρακτηριστικά του μαγικού ρεαλισμού -τα φαντάσματα ή άλλες μεταφυσικές πτυχές- για μένα είναι απλά κομμάτι της λαϊκής παράδοσης της περιοχής στην οποία γεννήθηκα και μεγάλωσα. Είναι κομμάτι της πραγματικότητας μου. Υπό αυτή την έννοια πρόκειται για ρεαλισμό. Ο Marquez έκανε κάτι άλλο.

Παρ’ όλα αυτά της αρέσει ο Gabo, αν και «όχι όλα του τα βιβλία, το παράκανε» λέει και τονίζει ξανά ότι η ίδια κάνει κάτι άλλο, δηλαδή εμπνέεται από τον ρεαλισμό για να φτιάξει κάθε φορά ένα μύθο και αναπόφευκτα αναφέρεται στο τελευταίο της μυθιστόρημα που μεταφράστηκε στα ελληνικά, μια συνταρακτική ιστορία που καταδεικνύει πώς το κοινωνικό περιβάλλον διαμορφώνει -και καταστρέφει- την ανδρική ταυτότητα, με πρωταγωνιστές δυο γιους φτωχών και εγκαταλελειμμένων ανδρών που υιοθετούν το πατρικό μίσος ως δικό τους και παρά το ότι η αγάπη και η επιθυμία παίρνουν τις δικές τους μορφές σε πείσμα των φαινομενικά άκαμπτων πολιτισμικών δομών, τα μαχαίρια θα βγουν από τις θήκες τους και το αίμα θα χυθεί.

«Περί μυθιστορήματος πρόκειται, η σπίθα όμως για να το γράψω υπήρξε μια πραγματική ιστορία γεμάτη βία, αγάπη και τοξική αρρενωπότητα. Έτσι γράφω μέχρι σήμερα» λέει, πάντα ορμώμενη από ένα πραγματικό γεγονός, εννοεί. «Αυτό θα κάνω και στο μέλλον».

Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.

Exit mobile version