ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Μία βόλτα με τον Αργύρη Μπακιρτζή στη λίμνη Βόλβη

25 χρόνια μετά την κυκλοφορία του Ας περιμένουν οι γυναίκες, κάναμε μία βόλτα στα Λουτρά της Νέας Απολλωνίας παρέα με τον Αργύρη Μπακιρτζή, εκεί που οι νεολαίοι του κόμματος έφαγαν κάποτε ψάρια, δίπλα στη λίμνη Βόλβη, εκεί που ο Σταύρος Τσίωλης γύρισε μερικές από τις σημαντικότερες, τελικά, σκηνές του ελληνικού κινηματογράφου.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΑΡΡΑΣ

Ο Αργύρης Μπακιρτζής και ο Γιάννης Ζουγανέλης ξεκινάνε ένα καλοκαίρι από τα μηχανουργεία στο Βαρδάρη της Θεσσαλονίκης με προορισμό τη Θάσο. Λίγο έξω από τη Νέα Απολλωνία, έχοντας τη θάλασσα στα αριστερά, μια συνάντηση επιδρά στην ψυχή του Πάνου και τον κάνει να χάσει τον έλεγχο των παρορμήσεων.

Οι γυναίκες τους, τους περιμένουν στη Θάσο, όσο αυτοί μαζί με τον Σάκη Μπουλά βρίσκονται στα Λουτρά της Νέας Απολλωνίας ακούγοντας κύριο Μελλά και κύριο Καρρά, Άντζελα και Καιτούλα Γαρμπή.

Εικοσιπέντε χρόνια μετά την προβολή της ταινίας στο 39ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης τον Νοέμβριο του 1998, συναντήσαμε τον Αργύρη Μπακιρτζή στα Λουτρά της Νέας Απολλωνίας. Στο μπαλκόνι που οι νεολαίοι του κόμματος έφαγαν κάποτε ψάρια, δίπλα στη λίμνη Βόλβη, εκεί που γυρίστηκε η ταινία του Σταύρου Τσιώλη Ας περιμένουν οι γυναίκες.

Ισχύει ο μύθος ότι ο λόγος που γυρίστηκε η ταινία στη Μακεδονία και όχι στην Πελοπόννησο είναι η γέννηση του γιου σας, του Κώστα;
Κυριολεκτικά. Ο Τσιώλης είχε σχέση απόλυτη με την Πελοπόννησο. Όλες του οι ταινίες είναι [γυρισμένες] εκεί. Δεν υπήρχε περίπτωση να γυρίσει σε άλλο μέρος εκτός από εκεί. Τελικά είχαν ανέβει με τον Βακαλόπουλο στην Καβάλα για να με δούνε, και αυτοί όταν ήταν μαζί συνέχεια πλέκανε σενάρια. Για να πας στην Καβάλα, υπάρχουν δύο δρόμοι, μια από το νότο και μια από τον βορρά της λίμνης. Καθώς ερχόντουσαν, αναρωτήθηκαν από πού πάμε στην Καβάλα, και σκέφτηκαν το σενάριο αυτό. Σε αυτό το παιχνίδι στηρίχθηκε και η αρχή της ταινίας. Ήταν ένα σενάριο που το είχαν ονομάσει ως το «Ιστορικό συνέδριο της Βόλβης».

Μετά από καιρό, η γυναίκα μου είχε γεννήσει μόλις. Ο Τσιώλης ετοιμαζόταν να γυρίσει ταινία και μου λέει:

– Αργύρη αρχίζουμε γυρίσματα.
– Δε μπορώ η γυναίκα μου είναι λεχώνα, του λέω.
– Αμάν, μου λέει. Ε, θα γυρίσουμε ταινία πάνω, έχουμε σενάριο έτοιμο.

Κι έτσι γυρίστηκε η ταινία εδώ. Ο Κώστας, ο γιος μου, ήταν τότε τεσσάρων μηνών στο καροτσάκι. Ο Ζουγανέλης και ο Μπουλάς ήθελαν να τον βαφτίσουν, και τον έπαιρναν και τον έκαναν βόλτες με το καροτσάκι. Αλλά τον είχαμε υποσχεθεί, στον Κώστα Σιδέρη, μέλος του συγκροτήματος των Χειμερινών Κολυμβητών, και τελικά η κόρη του έγινε νονά του Κώστα.

Η ταινία γυρίστηκε το 1998. Έχουν περάσει 25 χρόνια από τότε. Έχει γίνει μια θρυλική ταινία στο ίντερνετ πλέον. Πέρα από το ίντερνετ, εσείς πως το ζήσατε;
Εγώ ως μέλος της ταινίας δε συμμετέχω σε αυτόν τον ενθουσιασμό, αφορά τους άλλους. Σήμερα όμως έχει μια επικαιρότητα. Η ατάκα δηλαδή: «ψήφισε η μάνα μου Νέα Δημοκρατία» είναι τρομερά επίκαιρη. Είναι δυνατόν, αναρωτιόμαστε. Ψήφισε ο αδερφός μου Νέα Δημοκρατία; Ψήφισε ο άλλος αδελφός μου; Ψάχνουμε. Ζούμε σε τόσο δύσκολους καιρούς κι όμως συμβαίνουν αυτά που συμβαίνουν.

H ταινία ξεκινά με μια σκηνή στην οδό Ταντάλου, με μια επιγραφή πάνω στο φορτηγό που οδηγείτε: «Χυτήρια Μακεδονίας».
Εκεί ο πατέρας μου είχε μηχανουργείο. Στο Βαρδάρη ήταν συγκεντρωμένοι όλοι οι σινεμάδες. Το Πάνθεον, το Αττικό, το Ήλιο που ήταν υποτίθεται απαγορευμένοι για εμάς τους πιτσιρικάδες. Για τα μηχανουργεία έμαθα πρόσφατα μια ιστορία. Στην κατοχή οι Γερμανοί έβαζαν έναν αξιωματικό για να ελέγχει μην κάνουν κατασκευές και στέλνουν πράγματα στον ΕΛΑΣ. Μου είπε ο αδερφός μου, ότι είχε ακούσει από τον πατέρα μου, ότι εκεί κοντά ήταν και τα πορνεία της Σαλονίκης. Οπότε πότιζαν με κονιάκ τον Γερμανό αξιωματικό πρωί-πρωί και έστελναν τα κορίτσια, για να τον απασχολήσουν ως το μεσημέρι. Αυτοί έκαναν ό,τι δουλειές είχαν και έπαιρναν μουλάρια με δεμάτια από κριθάρι και έχωναν μέσα τα ανταλλακτικά για να τα στείλουν στο βουνό. Εκεί ξεκινά η ταινία. Τώρα αν τους πήγα εγώ δεν το θυμάμαι.

Στην ταινία έχει διάφορες ατάκες. Έχει και αυτή που ειπώθηκε εδώ στο μπαλκονάκι. «Η διαταραχή των παρορμήσεων».
[Γέλια] Αυτή ήταν μάλλον μια ιδέα του αδερφού μου του μεσαίου, ο οποίος έπαιζε τον κύριο καθηγητή. Αυτός ασχολείται με δυναμική των ομάδων, κάνει ομαδικές θεραπείες ψυχολογίας. Δεν ξέρω αν ήταν δική του ιδέα και το έβαλε εκείνη τη στιγμή. Πιθανώς αυτός το έβαλε, γιατί ο Τσιώλης από πού να το σκέφτηκε.

Οι χαρακτήρες του Τσιώλη έχουν πάντα εντυπωσιακά κοστούμια, όλοι οι συντελεστές είναι καμαρωτοί. Υπήρχε φινέτσα στις ταινίες.
Α, εμείς τα διαλέγαμε. Δε μου έδωσε ποτέ κανείς ρούχα. Δικά μου είναι τα ρούχα, όλα.

Κατηφορίζουμε από το μπαλκόνι που φιλοξένησε τις περίφημες σκηνές με τους τρεις μπατζανάκηδες, την κυρία Αρχοντούλα και την κυρία Σουλτάνα. Το σκηνικό στον περιβάλλοντα χώρο έχει μεταβληθεί, αλλά οι καλαμιές παραμένουν εκεί δίπλα σε μια εξέδρα που έχει στηθεί, εκεί που άλλοτε διαδραματιζόταν ο διδακτικός και κατηφορικός μονόλογος του Αργύρη Μπακιρτζή προς τον Γιάννη Ζουγανέλη.

Αναμνήσεις από εδώ στη Λίμνη;
Εδώ ήταν ο Ζουγανέλης, και οι κοπέλες κάπου εδώ κοιμόντουσαν. Ο νονός του γιου μου λέει ότι μπάνιο έμαθε εδώ. Η σκηνή που παραμονεύουμε τον Μπουλά γυρίστηκε απέναντι, στην άλλη πλευρά. Εδώ πέφτει ο Ζουγανέλης στη λίμνη και γυρίζουμε και ο κόσμος είναι μαζεμένος εκεί [δείχνει πίσω προς το μπαλκονάκι].

Θυμάμαι ο γιος μου ο μεγάλος τότε ήταν κοντά 5 χρονών. Όταν έπεσα στη λίμνη για να σώσω τον Ζουγανέλη, το παιδί τρόμαξε και φώναξε: «Μπαμπά!». Οπότε γυρίζει ο Τσιώλης στη γυναίκα μου, τη Γεωργία, και της λέει: «Πάρτο μπάσταρδο σου και εξαφανίσου». Στο μοντάζ το έσωσε.

Τι άλλο θυμάστε από εδώ;
Άπειρα πράγματα. Ο αδερφός μου, άνθρωποι που δε ζουν πια, κάτι συγγενείς μας στο γεύμα το μεγάλο, μια Γαλλίδα ζωγράφος. Ζήσαμε έντονα. Η ταινία έχει πάει στον κόσμο πια.

Όταν λέει ο Τσιώλης: «Πάμε», ξεκινά μια ζωή που είναι πολύ αληθινή. Η ζωή στα γυρίσματα είναι τόσο φορτισμένη που είναι σαν να ζεις την πραγματική σου ζωή υψωμένη στον κύβο ή και παραπάνω. Για μένα φαινόταν εύκολα τα γυρίσματα. Οι ηθοποιοί όμως υπέφεραν, ήταν πολύ σκληρός. Έρχεται ο άλλος έμπειρος ηθοποιός, έχει εμπιστοσύνη στον εαυτό του και λέει θα πάω θα τα αποστηθίσω και θα τα πω. Δεν είναι όμως έτσι. Αν το ξέρεις καλά και έχει γίνει βίωμα σου, το λες διαφορετικά απ’ ότι αν το μάθεις εκείνη την ώρα. Είχε πλάκα, έφερνε καλούς ηθοποιούς και μου φώναζε: «Δείξ’ του πως να παίξει» [γέλια]. Του έλεγα, εγώ θα δείξω σε αυτόν πως να παίξει, είναι δυνατόν;

Είναι τρομερό, θυμάμαι είχα μπει σε μια γούρνα εδώ με ιαματικά νερά, όχι βαθιά μονάχα τα πόδια μου, και έμεινα 20 λεπτά. Είχαμε ακόμη γυρίσματα, και δύο μέρες δεν μπορούσα να παίξω, επειδή με χαλάρωσε ψυχολογικά το νερό.

Τα Λουτρά της Νέας Απολλωνίας

Τα λουτρά είναι σήμερα εγκαταλελειμμένα. Μέχρι πριν το 2018 λειτουργούσαν κανονικά και παρείχαν τις υπηρεσίες τους στους επισκέπτες. Το συγκρότημα φιλοξενούσε επίσης ένα εστιατόριο-καφέ, αρκετά δωμάτια φιλοξενίας, ενώ πριν μια δεκαετία είχε χτιστεί στο οικόπεδο των εγκαταστάσεων, γήπεδο ποδοσφαίρου και μπάσκετ.

Ο Σταύρος Τσιώλης αγαπούσε τους ερασιτέχνες, τις γυναίκες και το φιλμ.
Υπήρχε μια βασική ομάδα που ήμασταν: ο Τσιώλης, ο Βακαλόπουλος, εγώ και ο Καψούρος, ο οπερατέρ, ο οποίος εδώ είχε πάθει μια αιμορραγία στο στομάχι του και ο Τσιώλης αναστατωμένος λέει: «πάει ο Βασίλης, πεθαίνει». Τον πήρα και τον πήγα στο ΑΧΕΠΑ, την άλλη μέρα βγήκε.

Το βασικότερο που χαρακτήριζε τον Τσιώλη ήταν ότι αναζητούσε κάτι αληθινό, γι’ αυτό χρησιμοποιούσε πολύ ερασιτέχνες ηθοποιούς. Θυμάμαι όταν με διάλεξε χωρίς να με έχει δει, ακούγοντας μόνο μερικά τραγούδια μου. Όταν ήρθε να με δει, μου είπε θέλω να γυρίσω μια ταινία μαζί σου. Του είπα δεν κάνω εγώ. Θαυμάζω τους ηθοποιούς και τους κατασκόπους που υποδύονται κάτι που δεν είναι. «Εγώ δε μπορώ να το κάνω αυτό, ακόμη κοκκινίζω», του λέω. «Δεν πειράζει, μου απαντά, υπήρξαν και ηθοποιοί στην ιστορία του σινεμά που έπαιζαν απλώς τον εαυτό τους».

Και εγώ στην ουσία στις ταινίες δεν παίζω κάτι, υποδύομαι τον εαυτό μου. Έτσι όπως μιλάω στις ταινίες, μιλάω και στις παρέες μου. Πολλές φορές ο Τσιώλης, όταν έκανα μια πολύ καλή ερμηνεία, δύσκολη, την έκοβε. Μου έλεγε: «Άντε ρε Ντε Νίρο». Και κρατούσε όπου έκανα κανά λαθάκι. Του λέω το κάνεις για να με εκθέσεις;

Γύριζε το Σχετικά με τον Βασίλη και ενώ είχε αρχίσει γυρίσματα με επαγγελματίες, κάτι δεν του πήγαινε καλά. Ο Τσακίρογλου στο γύρισμα διάβαζε την εφημερίδα Αθλητική Ηχώ. Του έλεγαν: «Νικήτα έλα πάνω για γύρισμα». Πηγαίναν, τελείωνε το πλάνο, του έλεγε «είσαι τέλειος». Καθόταν πάλι και διάβαζε εφημερίδα. Του τη βίδωσε του Τσιώλη και του λέει: «Νικήτα είσαι τέλειος. Δε μου κάνεις». Έτσι ξεκίνησε να ψάχνει μόνο ερασιτέχνες.

Κάνουμε λοιπόν ένα δοκιμαστικό στην Αθήνα. Πράγματι είδαμε εκεί ότι δεν μπορώ να παίξω. Σε δύο μήνες μου τηλεφώνησε, ήταν και φοβερός ηθοποιός, με μεγάλη θεατρικότητα μου λέει: «καταστρέφομαι, θα χάσω εκατομμύρια, θα πάθω πτώχευση πρέπει να έρθετε να αρχίσουμε γυρίσματα». Έτσι άρχισε η συνεργασία μας με τον Τσιώλη.

Πήρε τον Τάσο Δενέγρη, στον οποίο του έλεγε: «εκεί βλέπεις μια σκάλα, θα πας αριστερά». Αρχίζανε το γύρισμα, αυτός όμως ήταν αδύνατο να πάει αριστερά. Πήγαινε δεξιά. Όχι ότι το έκανε επίτηδες, αλλά ο εαυτός του τον έσπρωχνε να κάνει κάτι άλλο χωρίς να το καταλαβαίνει. Ε, αυτό ήθελε ο Τσιώλης. Την κρυμμένη αλήθεια, που έκρυβε ο καθένας μέσα του.

Στους χαρακτήρες του ο Τσιώλης διαπραγματεύεται συνεχώς τη σχέση γυναίκα-άνδρα. Τον απασχολούσε η επικοινωνία με το άλλο φύλο. Όχι ουδέτερα, είχε τη θέση του άνδρα δηλαδή. Παρουσίαζε τα πάθη και τις αμαρτίες του.
Όλοι οι ήρωες του Τσιώλη είναι αυτός. Πάντα τον απασχολούσε η γυναίκα, και από προηγούμενες ταινίες. Στο μια τόσο μακρινή απουσία παραδείγματος χάριν. Όλες οι ταινίες του έχουν σχέση με τη γυναίκα. Παρακαλώ γυναίκες μην κλαίτε, Έρωτας στη Χουρμαδιά, Ας περιμένουν οι γυναίκες, Γυναίκες που περάσατε από εδώ. Ίσως, η συνεχής αναφορά, να υποδηλώνει και την απουσία της γυναίκας.

Σήμερα κάτι που σας λείπει ή σας εντυπωσιάζει από το ελληνικό σινεμά;
O Τσιώλης πάντα γύριζε φιλμ. Υπήρχε η αγωνία πάντα ότι θα τελειώσει το φιλμ. Παρατηρώ μια αδυναμία των σύγχρονων σκηνοθετών που γυρίζουν ταινίες με ψηφιακές κάμερες. Γυρίζαμε μια σκηνή υπέροχη και έλεγαν: «Πάμε ακόμη μια». Γιατί να πάμε ακόμη μία; Αν πήγαινε καλά η σκηνή, δεν την ξαναγυρίζαμε. Πρώτα απ’ όλα το φιλμ είναι ακριβό. Το άλλο είναι τζάμπα. Σκέφτομαι γιατί το κάνουν αυτό; Για σιγουριά; Και τελικά είμαι σίγουρος ότι επιλέγουν τη χειρότερη λήψη. Αυτή που είναι πιο τεχνικά τέλεια, αλλά δεν έχει ψυχή. Μη νομίζεις ότι τον παρακολουθώ και πολύ τον σύγχρονο ελληνικό κινηματογράφο.

Αργότερα αναφέρει και συζητά μια ταινία που έκανε μεγάλη εμπορική επιτυχία.
Δεν κατάλαβα την τόση επιτυχία της. Ακατανόητη μου φάνηκε. Σκέψου ότι την έκριναν άνθρωποι που ήξεραν από σινεμά. Θα μου πεις στη Σεούλ κάποτε, οι Χειμερινοί Κολυμβητές ήμασταν τέταρτοι σε ακροαματικότητα και οι Rolling Stones ήταν έβδομοι. Συμβαίνουν παράξενα πράγματα στη ζωή. Εδώ ψήφισε το 41% Νέα Δημοκρατία, γιατί να μη συμβεί αυτό; Όσο χειρότερη είναι μια κυβέρνηση τόσες περισσότερες ψήφους παίρνει. Ζούμε μια τρέλα.

Από τη Θεσσαλονίκη τι κρατάτε;
Τι να κρατήσω; Η Θεσσαλονίκη είναι η πόλη μου. Δε θεωρώ ότι επειδή πήγα στην Καβάλα άλλαξα πόλη. Εξακολουθώ και είμαι Σαλονικιός. Οι φίλοι μου, τα αδέρφια μου ζουν εκεί. Και ουδέποτε σκέφτηκα να πάω στην Αθήνα. Ο γιος μου το σκέφτεται. Δεν υπήρχε λόγος να κατέβω. Γιατί; Για να κυνηγήσω καριέρα την οποία ουδέποτε κυνήγησα; Δε μου άρεσε η Αθήνα, μου μύριζε. Η δουλειά μου ήταν εδώ. Η θάλασσα είναι 100 μέτρα από το σπίτι. Η Θεσσαλονίκη όμως έχει ξεπέσει πολύ.

Ο δρόμος προς την Αθήνα είναι τελευταία πολύ κατηφορικός. Θα ανοίγατε τελωνείο, με σύνορα στα Τέμπη, να ζητάμε διαβατήριο σε όποιον ανεβαίνει;
Ναι, βέβαια. Πάντα!