ΑΡΗΣ ΡΑΜΜΟΣ
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Ο Άρης Ράμμος είδε τον Άκι Καουρισμάκι να φεύγει από το κάδρο, πριν σβήσει το τσιγάρο του

O φωτογράφος πίσω από τα χαρακτηριστικά πορτρέτα του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης περιγράφει στο OneMan την ιδέα που έγινε σημείο αναγνωρίσεως του φεστιβάλ, εξηγεί ότι στη πόλαροιντ της πόλης έχει Σύννεφα στον Ορίζοντα και θυμάται τη συνάντηση με τον Άκι Καουρισμάκι που κράτησε κάτι λιγότερο από μια τζούρα τσιγάρου.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ΑΡΗΣ ΡΑΜΜΟΣ

Στο κατά Γκοντάρ ευαγγέλιο, η φωτογραφία είναι αλήθεια και το σινεμά, αλήθεια 24 φορές το δευτερόλεπτο. Κάθε Νοέμβριο και Μάρτη, τέχνες, καλλιτέχνες και κοινό, συναντιούνται στο λιμάνι Θεσσαλονίκης. Οι δημιουργοί παρουσιάζουν το έργο τους στο κοινό και οι θεατές ζουν, ή παίζουν στο δικό τους, κατά μήκος και πλάτος της προβλήτας.

Όταν ο Μάρτης έχει κέφια, το μεσημεριανό μενού έχει επίκληση στον ήλιο. Κι όταν τα φώτα σβήσουν μετά τις τελευταίες προβολές της μέρας, οι δρόμοι οδηγούν στα ξενυχτάδικα της Νύμφης και γράφονται ιστορίες, που καλό είναι να παραμένουν σκοτεινές. Άλλο τα στόρυ, κι άλλο τα stories.

Από το 2011 και μετά, το λεύκωμα του φεστιβάλ φέρει την υπογραφή του Άρη Ράμμου. Στη corporate γλώσσα, ο Άρης συστήνεται ως ο επίσημος φωτογράφος του Διεθνούς Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και του Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης.

Να το πούμε απλά όμως, γιατί στα Βαλκάνια κουράζουν οι λεζάντες. Πίσω από τα χαρακτηριστικά σινεμάτικ σκοτεινά πορτρέτα του φεστιβάλ, κρύβεται το χέρι του Άρη Ράμμου. Μπροστά από αυτά, έχουν περάσει πολλοί. Άλλοι κάθισαν και αντάλλαξαν και δυο, τρεις κουβέντες μετά, κι άλλοι έφυγαν πριν καν φυσήξουν τον καπνό του τσιγάρου.

Όλα ξεκίνησαν μια δεκαπενταετία πίσω. «Έγινε ένας διαγωνισμός, έστειλαν κάποιοι φωτογράφοι δείγμα δουλειάς και διάλεξαν εμένα. Έπρεπε να προτείνω ένα καινούργιο στυλ και εφόσον είναι φεστιβάλ κινηματογράφου και Θεσσαλονίκη, το έκανα λίγο πιο νταρκ, λίγο πιο σινεμά, με την τεχνική που κάνω με το φως.

Το λάτρεψαν τόσο πολλοί που πλέον δε με αφήνουν να κάνω κάτι άλλο μετά από τόσα χρόνια. Τους λέω μήπως κάνω κάτι άλλο, όχι μου λένε, δεν υπάρχει περίπτωση. Έρχονται σκηνοθέτες και ηθοποιοί και μου λένε ότι περιμένουν μια τέτοια εικόνα, επειδή είναι αρκετά χαρακτηριστική. Βλέπεις την φωτογραφία και λες ότι είναι φεστιβάλ», λέει ο Άρης.

Ζιλιέτ Μπινός

Αγαπούσε πάντα το πορτρέτο. «Η όλη διαδικασία ξεκινάει από πριν γίνει η φωτογράφιση. Έρχεται ο άνθρωπος να δει πού έχεις στήσει, να του αρέσει το σημείο, πώς θα του μιλήσεις, πώς θα συμπεριφερθείς. Από εκεί και πέρα η τεχνική δεν είναι καθόλου περίπλοκη, με ένα φως γίνεται η δουλειά. Πιο πολύ θέλει να χαλαρώσεις τον άλλον και να φαίνεται πίσω η πόλη. Δεν είναι τόσο τεχνικό, όσο η αλληλεπίδραση μεταξύ σας», εξηγεί και γυρίζει πίσω σε δύο, κάπως ιδιαίτερες, συναντήσεις.

«Την πρώτη φορά που φωτογραφίζεις κάποιον με τον οποίο έχεις μεγαλώσει, είναι ιδιαίτερο. Από τους πρώτους που φωτογράφισα ήταν ο Τζάρμους. Είχα δει τις ταινίες του, τον θαύμαζα πολύ και ήμουν ψαρωμένος. Έρχεται προς το μέρος μου και δε νομίζω ότι έχω γνωρίσει πιο κουλ άνθρωπο. Μου λέει εσύ είσαι ο καλλιτέχνης, κάνε με ό,τι θέλεις», λέει με χαμόγελο.  

Υπάρχουν και πιο ιδιαίτερες περιπτώσεις, όμως.

Άκι Καουρισμάκι

«Θυμάμαι έναν σκηνοθέτη, είχαμε ετοιμάσει το σκηνικό με τον βοηθό μου, κάνουμε τεστ στο πώς θα φωτογραφίσουμε, στο φως. Ένιωθα ότι δεν θα καθόταν για πολύ. Έρχεται, κάθεται μπροστά στο φως, δε με κοιτάει, βγάζει ένα τσιγάρο, το ανάβει και ενώ παίρνει την πρώτη του τζούρα, κοιτάει στην κάμερα, αρχίζω τραβάω εγώ και με το που τελειώνει την τζούρα, γυρνάει και μου λέει αν δεν το έχεις τώρα, δεν θα το έχεις ποτέ και σηκώνεται και φεύγει. Έχω μείνει παγωτό. Είχα την εικόνα, όμως. Ήταν ο Άκι Καουρισμάκι», περιγράφει γελώντας, μιλάει για επιρροές και παρουσιάζει την δική του πολαρόιντ της Θεσσαλονίκης.

Φοίβος Δεληβοριάς

«Έβλεπα πολύ σινεμά μεγαλώνοντας, παρακολουθούσα φωτογράφους, από National Geographic μέχρι Χέλμουτ Νιούτον. Στις ταινίες, υπάρχουν επιρροές, από Τζάρμους, κι άλλους πολλούς. Το νταρκ στοιχείο έπαιζε πολύ στη γενιά μου και νομίζω συνδέεται αρκετά και με το πώς βλέπουμε τη Θεσσαλονίκη. Ακόμα κι αν έχει ήλιο μερικές μέρες, στο μυαλό μας το φυσικό της τοπίο είναι συννεφιασμένο.

Η Θεσσαλονίκη είναι καλλιτεχνική πόλη. Προδιαθέτει προς την καλλιτεχνία και την ανησυχία, αν περπατήσεις στην παραλία δεν γίνεται να μη φωτογραφίσεις το τοπίο, με κάμερα ή κινητό», εξηγεί. 

Δεν είναι πια παιδί του δρόμου, αλλά η φωτογραφική κάψα καλά κρατεί. Στα ταξίδια του σε Ταϊλάνδη, Καμπότζη κι Αμερική δε κατέβασε ποτέ τη μηχανή του. Αγαπημένος του προορισμός, η Γαλλία. Θα έχει πάντα το Παρίσι.

Όλα αυτά όμως θα ήταν διαφορετικά, αν η μοίρα δεν έφερνε στο δρόμου την Άννα Καψάλη.

«Ήμουν ερωτευμένος με την φωτογραφία, οι φίλοι μου με φώναζαν Γιαπωνέζο. Σπούδασα χειροποίητο κόσμημα και είτε θα άνοιγα δικό μου εργαστήριο χρυσοχοϊας, ή δεν ξέρω και εγώ τί. Σε αυτή τη φάση μέσω ενός φίλου γνώρισα την Άννα την Καψάλη που ήταν στυλίστρια στο Fame Story και με πήρε να φωτογραφίσω μια επίδειξη μόδας, για πλάκα.

Πήγα έτσι. Είδε τις φωτογραφίες και λέει εσύ έχεις ματιά. Άρχισε να με προωθεί και με έβαλε στα περιοδικά. Είμαστε γύρω στο 2007. Έγιναν όλα πολύ γρήγορα. Μπήκα στο Glow και μέσα σε δύο χρόνια, πήρε τηλέφωνο η κυρία Λυμπέρη τη Νανώ Κουγιουμτζόγλου, την ιδιοκτήτρια του Glow και της είπε ποιος είναι αυτός ο φωτογράφος, τον θέλω. Έγιναν όλα πολύ γρήγορα αφού ξεκίνησα. Δούλευα για Vogue, Status, με πρότειναν για το φεστιβάλ», μου λέει.

Αλεξάντερ Πέιν /Φαίδων Παπαμιχαήλ

Στο πέμπτο επεισόδιο της τελευταίας σεζόν του Black Mirror, ένας μοναχικός άντρας βουτάει κυριολεκτικά σε φωτογραφικά καρέ που κάπου χάθηκαν και συναντά παγιδευμένους ανθρώπους μέσα στα κάδρα, τα πρόσωπα των οποίων είχαν ξεχαστεί.

Αν μπορούσε να επισκεφτεί ένα δικό του κλικ, ίσως να συναντούσε κάπου τον πατέρα του. «Μπορεί να ήταν μια φωτογραφία με τους γονείς μου που τους έχω χάσει, μπορεί να ήταν η πρώτη ολοσέλιδη εικόνα μου που δημοσιεύτηκε στη Vogue. Το έντυπο είχε βαρύτητα τότε. Εικόνες που σηματοδότησαν κάτι για μένα, που βγήκαν από την bucket list μου.

Είναι λυτρωτικό να αποτυπώνεις κάτι δικό σου. Όταν αντικρίζεις κάτι και το αντιμετωπίζεις μέσα από την τέχνη σου, είναι λυτρωτικό, φυσικά. Στη σημερινή εποχή είναι πιο διαδεδομένο βέβαια να πας σε ψυχολόγο, που είναι επίσης σωστό. Όλα βοηθούν. Η καλλιτεχνία σε ορίζει, είναι η ταυτότητα σου, το πώς συμπεριφέρεσαι.

Από μικρός ήμουν εσωστρεφής ως προς την ουσία μου. Κοινωνικός μεν, σφίγγα δε, ως προς τι το κρύβω μέσα στον συναισθηματικό μου κόσμο. Προσπαθούσα να εκφραστώ μέσω της φωτογραφίας, ήταν σχεδόν ανάγκη να εξωτερικεύσω αυτά που ένιωθα. Άσχετα που είναι δουλειά, αντλώ τις ιδέες από μέσα μου. Παραμένει χόμπι, ο εσωτερικός μου κόσμος», αναφέρει.

Μόνικα Μπελούτσι

Στο μυαλό του υπάρχει ένα φωτογραφικό απωθημένο. Έχει ήδη σκεφτεί και το location. «Έχω μεγάλο καημό να φωτογραφίσω τον Γούλιαμ Νταφόε, δεν ονειρεύομαι ομορφιά, θέλω εκείνον μέσα στο χώρο του φεστιβάλ. Θα μπορούσα να σου πω σε μια έρημο, να κυλιέται στην άμμο, αλλά θα ήθελα να έρθει εδώ, στη Θεσσαλονίκη αγγίζει τις χορδές μου», λέει ο Άρης.

Πριν από κάθε φεστιβάλ, παίρνει τηλέφωνα πριν ανακοινώσουν τους καλεσμένους, για κανένα inside. Βλέπει το πρόγραμμα, για να δει πρόσωπα.

«Δε με ενδιαφέρει να είναι διάσημοι, αλλά φάτσες που θέλω να φωτογραφίσω», καταλήγει.

Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.