Φραντσέσκα Γιαϊτζόγλου-Watkinson
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Ο Κώστας Νικούλι θέλει να είναι και Έλληνας και Αλβανός

Ο Ντάνι του Xenia, ο Πετρής του Σασμού, ο Kρις του Killer Joe που σκηνοθετεί φέτος ο Γιάννης Στάνκογλου στο Θέατρο Εμπορικόν. Ο Κώστας Νικούλι θέλει να ερμηνεύει τους ρόλους του με αθωότητα και να ζει μακριά από την κατάρα του ξένου. 

Χωρίς το μούσι του Πετρή από τον Σασμό, ο Κώστας Νικούλι μοιάζει ακόμα πιο μικρός. Κι όμως, μου υπενθυμίζει ότι βρίσκεται στο κατώφλι των 30άρηδων. Είναι 28 χρονών και έχει καταφέρει ήδη πολλά, διαγράφοντας μία λαμπρή πορεία στον κινηματογράφο και στο θέατρο με σημαντικές συνεργασίες. 

Το 2014, στο ντεμπούτο του ως ηθοποιός απέσπασε το βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Ηθοποιού για την ταινία Xenia του Πάνου Κούτρα από το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας – Νύχτες Πρεμιέρας. Το 2016, το ταλέντο του έλαμψε στο σανίδι με την παράσταση Ρομπέρτο Τσούκο της Άντζελας Μπρούσκου, ενώ τρία χρόνια μετά, πάτησε για πρώτη φορά το πόδι του στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου με τον Προμηθέα Δεσμώτη του Σταύρου Τσακίρη.

Φέτος, έγινε γνωστός στο ευρύ κοινό μέσα από τη σειρά Σασμός του Alpha που σαρώνει στις τηλεθεάσεις. Υποδύθηκε τον Πετρή και έγινε ένα από τα πιο πολυσυζητημένα πρόσωπα της χρονιάς, αλλά και ένας από τους πιο viral τηλεοπτικούς θανάτους. «Δεν περίμενα να γίνει όλος αυτός ο χαμός με τον θάνατο του Πετρή», παραδέχεται. «Γνώριζα από την πρώτη στιγμή που ανέλαβε τον ρόλο ότι θα πεθάνει. Όταν διάβασα όμως στα τελευταία μου γυρίσματα πώς θα εισπράξουν τον χαμό του οι υπόλοιποι ήρωες με έπιασε ρίγος. Και κοίτα να δεις που δεν το πήραν βαριά μόνο αυτοί, αλλά και οι θεατές», προσθέτει με ενθουσιασμό. 

Όπως φάνηκε από τις αντιδράσεις του κοινού στο Twitter, κανείς δεν ήθελε να πιστέψει ότι δε θα ξαναδεί τον Πετρή στην οθόνη. «Δε γνωρίζω γιατί έγινε τόσο αγαπητός στον κόσμο. Ίσως, επειδή ήταν ένας άνθρωπος πληγωμένος, που προσπαθούσε να ισορροπήσει ανάμεσα στον Σασμό και στη βεντέτα. Πάλευε με νύχια και με δόντια να ξεφύγει από όσα είχε περάσει η οικογένειά του και κατά κάποιο τρόπο του είχε κληροδοτήσει, αλλά στο τέλος δεν τα κατάφερε. Χάθηκε». Μέχρι που ο ίδιος αποφάσισε να τον «αναστήσει» για να διασκεδάσει τη θλίψη του για το τηλεοπτικό κεφάλαιο που έκλεισε.

Η ενδυματολόγος της σειράς ανήρτησε ένα χιουμοριστικό βίντεο στο Instagram με τον ηθοποιό να διακωμωδεί τη δολοφονία του ήρωά του. «Άφησα πίσω ένα κομμάτι του εαυτού μου, αποχαιρέτησα τους συναδέλφους μου και το κλίμα ήταν κάπως βαρύ. Αυτός ήταν ο τρόπος μου για να ελαφρύνω την ατμόσφαιρα».

Τον ρωτώ αν έτσι συνηθίζει να αντιμετωπίζει ό,τι τον θλίβει και σε προσωπικό επίπεδο. «Προσπαθώ να αποφορτίζω με χιούμορ τη στενοχώρια και τις δυσκολίες. Το να τα βάψω μαύρα δεν είναι παραγωγικό. Χειρότερο κακό θα μου κάνει», εξηγεί και πίνει μία γενναιόδωρη γουλιά από την παγωμένη μπίρα του. Στρίβει ένα τσιγάρο και κάνει μία παύση αρκετών δευτερολέπτων.

Μέσα στην πολυπραγμοσύνη και τη διαρκή κίνηση στην οποία βρίσκεται, ο Κώστας Νικούλι φροντίζει να κάνει, όταν οι υποχρεώσεις το επιτρέπουν, μικρά διαλείμματα για να χαλαρώνει. «Έχουμε όση ώρα θέλεις για να πιούμε την μπίρα μας και να τα πούμε. Είμαι χαλαρός για τις επόμενες ώρες», μου λέει και αυτή είναι μία χαλαρή κουβέντα μαζί του σε ένα από αυτά τα σπάνια διαλείμματα.

«Στην τηλεόραση μαθαίνεις να είσαι διαθέσιμος και ανοιχτός σε κάθε συνθήκη, να δουλεύεις στα κόκκινα και να ξεδιπλώνεις μέρα με τη μέρα, το τόξο του χαρακτήρα που υποδύεσαι».

Ο Σασμός, οι Άγριες Μέλισσες και η δουλειά στα κόκκινα

Τον περασμένο Φεβρουάριο, ο Κώστας Νικούλι έκανε ένα πέρασμα από τις Άγριες Μέλισσες. Συμμετείχε σε ένα επεισόδιο, σε μία σκηνή flashback, υποδυόμενος τον πατέρα των αδελφών Σταμίρη σε νεαρή ηλικία. Φέτος, εκτός από τον Σασμό, τον είδαμε να πρωταγωνιστεί και στη μίνι σειρά 42 βαθμοί, την παραγωγή της Cosmote TV, που προβλήθηκε μες στον Ιανουάριο στον Ant1. Και σε αυτή την τηλεοπτική ιστορία, ο ρόλος του στο φινάλε πέθανε. 

«Η πλάκα είναι ότι ο Νίκος των 42 βαθμών πέθανε την ίδια εβδομάδα με τον Πετρή του Σασμού, με δύο ημέρες διαφορά». Θέλει να πιστεύει ότι δεν τον κυνηγάει «κάποια υποκριτική κατάρα», αλλά ότι όλο αυτό είναι μία «παρεξηγημένη σύμπτωση» (συνεχίζεται με έναν δαιμόνιο τρόπο και στο θεατρικό σανίδι, αλλά για αυτό θα μου μιλήσει αργότερα).

Το γεγονός ότι μέσα σε ένα σχεδόν χρόνο έχει παίξει στις δύο πιο επιτυχημένες σειρές της ελληνικής τηλεόρασης σήμερα, μόνο χαρά του δίνει. «Το κέρδος για μένα είναι μεγάλο. Δεν εξαντλείται στο ότι έγινα γνωστός στο ευρύ κοινό. Αυτή είναι μία πρώτη επιφανειακή ανάγνωση. Το σημαντικότερο είναι ότι συνεργάστηκα με σημαντικούς ανθρώπους και εξελίχθηκα μέσα από τη δουλειά που κάναμε. Αυτή την εξέλιξη αναζητώ σε κάθε πρόταση που μου γίνεται, γι’ αυτό και δε λέω “ναι” σε όλους και όλα». 

Αν και το αγαπημένο του μέσο είναι ο κινηματογράφος, με το θέατρο να ακολουθεί σε απόσταση αναπνοής και με σημαντικές δουλειές στο ενεργητικό του, η τηλεόραση είναι εκείνη που κάνει σύμφωνα με τον ίδιο έναν ηθοποιό ευέλικτο, εύστροφο και αεικίνητο. «Μαθαίνεις να είσαι διαθέσιμος και ανοιχτός σε κάθε συνθήκη, να δουλεύεις στα κόκκινα και να ξεδιπλώνεις φύλλο-φύλλο, μέρα με τη μέρα, το τόξο του χαρακτήρα που υποδύεσαι».

Η επόμενη δουλειά του στη μικρή οθόνη μετά τον Σασμό είναι Τα Νεοκλασικά και πάλι στον Alpha. Αγαπημένες και κλασικές κωμωδίες του ελληνικού κινηματογράφου που βασίζονται σε θεατρικά έργα και αναβιώνουν μέσα από μία σύγχρονη ματιά στην τηλεόραση. «Θα παίξω στο Μίας πεντάρας νιάτα (θα προβληθεί στις 18 Μαρτίου) τον ρόλο που είχε κρατήσει ο Στέφανος Ληναίος, του φρεσκοπαντρεμένου Γιώργου που απαγορεύει στη σύζυγό του να εργαστεί για να μην την παρενοχλήσουν σεξουαλικά, ενώ τα χρέη τους τρέχουν».

«Πεθαίνω σχεδόν κάθε βράδυ και στο θεατρικό σανίδι».

Ο αυτοκαταστροφικός κόσμος του Killer Joe 

Μοναδική επαγγελματική σταθερά στο φετινό τηλεοπτικό τοπίο του Κώστα Νικούλι που αλλάζει διαρκώς είναι η θεατρική παράσταση στην οποία πρωταγωνιστεί. Υπό τις σκηνοθετικές οδηγίες του Γιάννη Στάνκογλου -σκηνοθετεί για πρώτη φορά-, υποδύεται τον Κρις στο Killer Joe του Tracy Letts. Ένα βίαιο έργο με θέμα την παθογένεια μιας δυσλειτουργικής οικογένειας με φόντο την κατάρρευση του αμερικανικού ονείρου στα τέλη του 20ού αιώνα. 

«Ο Κρις είναι ένας καταχρεωμένος έμπορος ναρκωτικών που προτείνει στον πατέρα του να προσλάβουν έναν πληρωμένο δολοφόνο για να σκοτώσουν τη μητέρα του και να πάρουν την παχυλή ασφάλεια ζωής της, τα 50 χιλιάδες δολάρια. 

Μέσα σε αυτή την αρρώστια που ζουν, εκμηδενίζοντας την ανθρώπινη ύπαρξη, τους βλέπουμε να είναι θρήσκοι. Πιστεύουν στον Θεό, όσο σάπιοι και αν είναι. Δεν υποκρίνονται, τους βγαίνει ασυνείδητα. Δε γνωρίζουν πώς να ξεφύγουν από τη σαπίλα στην οποία έχουν βουτηχτεί και επικαλούνται κάτι ανώτερο που θα τους κάνει να σωθούν, που θα τους σώσει από τις αμαρτίες τους. Κατά ένα τρόπο, ο Θεός τους είναι και τα 50 χιλιάδες δολάρια, ένα σχόλιο του συγγραφέα για το χρήμα που είναι σαν Θεός, μία ψευδαίσθηση απελευθέρωσης απ’ ό,τι σε κρατά πίσω. Κι όμως, κάτι άλλο πρέπει να αλλάξεις μέσα σου για να απελευθερωθείς». 

Ο Κρις του Killer Joe έχει και αυτός άσχημο τέλος. «Πεθαίνω σχεδόν κάθε βράδυ και στο θεατρικό σανίδι». Αναρωτιέται, χαριτολογώντας, αν φταίει αυτός που τραβάει τέτοιους ρόλους, γιατί όπως μου λέει οι περισσότεροι στη μέχρι τώρα διαδρομή του έχουν αυτή την κατάληξη.

Μπορεί οι φίλοι του να τον τρολάρουν, η μητέρα ενός από αυτούς όμως του είπε πρόσφατα κάτι που τον συγκίνησε ιδιαίτερα. «Βλέποντας τη σκηνή του θανάτου του Πετρή, η στενοχώρια της ήταν τριπλή: επειδή πέθανε ο Πετρής που σαν χαρακτήρας της άρεσε, επειδή είναι μάνα και ούτε να διανοηθεί τον χαμό του παιδιού της, αλλά κυρίως επειδή ήμουν εγώ που με ξέρει από παιδί και τώρα ακολουθεί την πορεία μου, με βλέπει να γίνομαι αυτό που ονειρεύομαι».

«Στο Xenia είχα μία αθωότητα. Απολάμβανα αυτό που έκανα και γινόμουν και ο ίδιος απολαυστικός».

Ο μονόδρομος της υποκριτικής και η ιδανική αρχή με την Xenia

Η ενασχόληση του Κώστα Νικούλι με την ηθοποιία έγινε ασυνείδητα στα χρόνια του Λυκείου. Είδε μία ανάρτηση της θεατρικής ομάδας του σχολείου του για το ανέβασμα μίας παράστασης και δήλωσε συμμετοχή. 

«Αμέσως κατάλαβα ότι αυτό ήθελα να κάνω στη ζωή μου. Επιστροφή δεν υπήρχε και έτσι αποφάσισα να το σπουδάσω. Πήγα σε μία εξωσχολική θεατρική ομάδα για να βρω μία καθηγήτρια που θα με βοηθούσε στην προετοιμασία μου για να δώσω εξετάσεις στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών και εκεί βρέθηκε μπροστά μου η αγγελία του Πάνου Κούτρα. Αναζητούσε παιδιά αλβανικής καταγωγής με άπταιστα ελληνικά για έναν από τους πρωταγωνιστικούς ρόλους της νέας του ταινίας με τίτλο Xenia». 

Σε όλη τη χρονιά της Γ’ Λυκείου, περνούσε ανά τρεις μήνες από οντισιόν. Σχεδόν δώδεκα μήνες μετά, πήρε τον ρόλο. Η πρώτη του επαγγελματική απόπειρα ως ηθοποιός ήταν γεγονός. Ήταν επίσης μία ονειρεμένη αρχή. Ούτε ο ίδιος μπορούσε να φανταστεί ότι θα βραβευόταν για την ερμηνεία του στον ρόλο του Ντάνι και μάλιστα στην παρθενική του εμφάνιση. 

«Βρήκα εύφορο έδαφος και άνθισα», λέει. «Είχα έναν πολύ καλό σκηνοθέτη, που με καθοδηγούσε διαρκώς, καθώς δεν είχα ιδέα τι σημαίνει κινηματογράφος και εργαζόμουν σε ένα υγιές περιβάλλον», εξηγεί για να υπογραμμίσει: «Είχα επίσης μία αθωότητα. Απολάμβανα αυτό που έκανα και γινόμουν και ο ίδιος απολαυστικός. Ξέρεις, από τη στιγμή που γινόμαστε επαγγελματίες αρχίζουν να μας απασχολούν διάφορα πράγματα, να μας προβληματίζουν σκέψεις που μας κάνουν να χάνουμε τον στόχο μας και μαζί το να απολαμβάνουμε τη δουλειά. Προσπαθώ να μη χάνω την αθωότητά μου, τον ενθουσιασμό και την αφέλεια της πρώτης φόρας». 

Αναγνωρίζει ότι για την επιτυχία του Xenia -συμπτωματικά συμπρωταγωνιστής του ήταν ο Γιάννης Στάνγκογλου- τον βοήθησε και το γεγονός ότι κατά κάποιο τρόπο έπαιξε τον εαυτό του. «Όλα τα προσωπικά μου βιώματα βγήκαν μέσα από τον Ντάνι, ένα παιδί χωρίς πατρίδα, που ένιωθε ξένος στην Ελλάδα, αλλά και ξένος στην Αλβανία, που αναζητούσε την ταυτότητα του. Τη δική μου ακόμα δεν την έχω βρει».

«Θέλω να παίρνω εικόνες και πληροφορίες για την ταυτότητά μου, όχι να διαλέγω πλευρές».

Έλληνας, Αλβανός ή Αφρικανός;

Την περίοδο του Xenia, o Κώστας Νικούλι ζούσε μόνος του στην Αθήνα. Οι γονείς του είχαν φύγει για την Αλβανία -υποτίθεται ότι θα τους ακολουθούσε και αυτός μόλις τελείωνε το σχολείο, αν δεν έβρισκε τι θα κάνει στη ζωή του, αλλά τελικά τους ανακοίνωσε ότι θα γίνει ηθοποιός-, ενώ ο αδερφός του βρισκόταν στην Κρήτη. 

«Ήμουν σε μία πολύ περίεργη φάση και ο ρόλος του Ντάνι λειτούργησε κάπως απελευθερωτικά. Μέσα μου συνέβαινε μία συνεχόμενη πάλη για το ποιος είμαι. Είμαι περισσότερο Έλληνας ή Αλβανός; Τι είναι για μένα η Ελλάδα στην οποία έχω γεννηθεί και μεγαλώσει και τι η Αλβανία, ο τόπος καταγωγής των γονιών μου, το χωριό μου;». 

Συνειδητοποίησε τελικά ότι δε χρειάζεται να λύσει τίποτα απολύτως. «Δε θέλω να το λύσω, θέλω να μου επιτρέψετε να είμαι και τα δύο. Θέλω να είμαι και Έλληνας και Αλβανός. Έχω ρίζες ακόμα και από την Αφρική, εκεί όπου γεννήθηκε ο παππούς μου από την πλευρά της μητέρας μου. Θέλω να παίρνω εικόνες και πληροφορίες για την ταυτότητά μου, όχι να διαλέγω πλευρές». Γι’ αυτό, δε θα άλλαζε ποτέ το επίθετό του σε «Νικούλης», όπως συνηθίζουν να τον ρωτούν σε συνεντεύξεις. 

Ρατσιστικές συμπεριφορές έχει βιώσει, «αλλά και ποιο παιδί δεν έχει γίνει δέκτης ρατσισμού στο σχολείο του για λόγους που δεν αφορούν την καταγωγή του», αναρωτιέται. «Να το βρίζουν, να το υποτιμούν, ακόμα και να το χτυπούν για τα μαλλιά, τα γυαλιά, τα κιλά του, για το ότι είναι περισσότερο κορίτσι ή περισσότερο αγόρι από ότι πρέπει. 

Το πιο θλιβερό είναι ότι η ρατσιστική συμπεριφορά που επιδεικνύει κάποιος ως παιδί τον ακολουθεί και στην ενήλικη ζωή του. Περνάει στην κοινωνία και κάπως έτσι ακούς για παράδειγμα στις ειδήσεις ότι ο δολοφόνος του 19χρονου Άλκης είναι Αλβανός. Μας λέει κάτι παραπάνω το γεγονός ότι είναι αλβανικής καταγωγής; Αυτό δεν προάγει ρατσισμό; Δεν είναι ο Αλβανός δολοφόνος. Είναι σκέτο ο δολοφόνος».

Μετά από αρκετά λεπτά, ξανακάνει μία παύση δευτερολέπτων. Αυτή τη φορά, γιατί το κλίμα βάρυνε, όπως μου λέει, χωρίς να χάνει το μεγάλο του χαμόγελο.

«Όταν ήμουν παιδί ζούσα για το έξω, για το παιχνίδι με τους φίλους και οι γονείς μου δε μου το στέρησαν ποτέ». 

Οι χειμώνες στο Παλαιό Φάληρο, τα καλοκαίρια στους Άγιους Σαράντα

Ο Κώστας γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Παλαιό Φάληρο. Οι γονείς του ήρθαν από τους Άγιους Σαράντα στην Αθήνα το 1992 και δύο χρόνια μετά, τον έφεραν στον κόσμο. Η μητέρα του είχε μίνι μάρκετ και ο πατέρας του έκανε διάφορες δουλειές: οδηγός φορτηγών, οδηγός ταξί, καθηγητής γαλλικών σε ιδιωτικό εκπαιδευτικό ίδρυμα λόγω των σπουδών του πάνω στη γαλλική φιλολογία στην Αλβανία. 

Από τα παιδικά του χρόνια έχει όμορφες αναμνήσεις, αν και η καθημερινότητα δεν ήταν πάντα εύκολη. «Η μητέρα και ο πατέρας μου πάλεψαν σκληρά για να τα καταφέρουν». Θυμάται ότι μικρός ήταν συνέχεια έξω. «Ζούσα για το παιχνίδι με τους φίλους μου και οι γονείς μου δε μου το στέρησαν ποτέ». 

Τα καλοκαίρια, έφευγε για τρεις μήνες με τον αδερφό του στους Άγιους Σαράντα. «Μέναμε με τους παππούδες μας, γινόμασταν κατάμαυροι από τον ήλιο και ψηνόμασταν από το αλάτι της θάλασσας». Εκεί, έκανε παρέα με παιδιά που έμεναν μόνιμα στην Ελλάδα, αλλά έκαναν διακοπές σαν και αυτόν στην Αλβανία. «Δε γνωρίζω αλβανικά, δεν είναι η πρώτη μου γλώσσα και επίσης, οι γονείς μου δε μιλούσαν ποτέ στο σπίτι… Η κατάρα του ξένου. Στην Ελλάδα με έβλεπαν σαν ξένο και στην Αλβανία, πάλι σαν ξένο».

Τον τελευταίο ένα χρόνο, ζει στη Ριζούπολη. «Μου λείπει πολύ η θάλασσα. Από παιδί με ηρεμούσε. Έχω αρχίσει όμως να αγαπώ και την καινούργια μου γειτονιά». 

Στον ελεύθερο του χρόνο, κατηφορίζει νότια για να βρεθεί με τους παιδικούς του φίλους, παίζει ποδόσφαιρο στην ομάδα του ΣΕΗ (Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών) και αποσυμπιέζεται με video games και Netflix. «Δεν ήμουν ποτέ από τα παιδιά που έλιωναν με τις κονσόλες. Ήμουν πάντα του έξω, ίσως για αυτό. Ούτε και τώρα παίζω με τις ώρες. Λίγο μόνο έτσι για να κάνω την πλάκα μου όποτε έχω όρεξη και καλή παρέα».

Με τις σειρές και τις ταινίες όμως είναι αδύνατο να μη «λιώσει». Ο τελευταίος μαραθώνιος streaming που έκανε ήταν η σειρά The Office. To mockumentary sitcom με τον Steve Carell για την καθημερινή ζωή των υπαλλήλων μίας φανταστικής, αμερικάνικης εταιρείας στο γραφείο. «Έχει αυτό το άβολο χιούμορ που σε φέρνει σε αμηχανία και το οποίο λάτρεψα. Είναι ιδιοφυές».

Με τα social media δεν ασχολείται πολύ, εν αντιθέσει με τους φίλους του. «Έχω λογαριασμούς και σε Facebook και σε Instagram αλλά αλήθεια, βαριέμαι. Θέλουν ενέργεια και χρόνο που δεν έχω καμία διάθεση να τα σπαταλήσω εκεί, γράφοντας απόψεις και ανεβάζοντας selfies».