
Γιατί το City Lights έχει το σπουδαιότερο φινάλε στην ιστορία του σινεμά
- 26 ΙΑΝ 2026
Όταν το περιοδικό Life ρώτησε τον Charlie Chaplin το 1966 ποια από τις ταινίες του θεωρούσε αγαπημένη του, εκείνος επέλεξε το City Lights. Και, πιστός στη συνήθειά του να υποβαθμίζει τον εαυτό του, πρόσθεσε απλώς: ««Νομίζω ότι είναι στιβαρή και καλοφτιαγμένη»».
Από την πρεμιέρα της, στις 30 Ιανουαρίου 1931 στο Los Angeles, η βουβή αυτή ρομαντική κωμωδία έχει δεχτεί πολύ πιο ενθουσιώδεις χαρακτηρισμούς από ιστορικούς του σινεμά, σκηνοθέτες και θεατές.
Στην ταινία, ο Σαρλό ερωτεύεται μια τυφλή ανθοπώλισσα, η οποία τον περνά για εκατομμυριούχο. Όταν το British Film Institute δημοσίευσε το 1952 την πρώτη του λίστα με τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών, το City Lights βρέθηκε στη δεύτερη θέση, ισοβαθμώντας με το The Gold Rush.
Σκηνοθέτες όπως ο Stanley Kubrick, ο Orson Welles και ο Andrei Tarkovsky την ανέφεραν ως μία από τις αγαπημένες τους, ενώ ο σεναριογράφος James Agee έγραψε ότι περιέχει «τη σπουδαιότερη ερμηνεία και στιγμή στην ιστορία του κινηματογράφου».
Η στιγμή αυτή έρχεται στο φινάλε. Ο Σαρλό και η ανθοπώλισσα συναντιούνται ξανά, εκείνη πλέον βλέπει, εκείνος στέκεται απέναντί της φτωχός και ταλαιπωρημένος.
Ανταλλάσσουν ένα βλέμμα γεμάτο αμηχανία, ελπίδα και τρυφερότητα, και η εικόνα σβήνει. Ένα τέλος τόσο λιτό και συναισθηματικά καθαρό, που συχνά χαρακτηρίζεται ως το καλύτερο στην ιστορία του σινεμά.
Το φινάλε αυτό λειτουργεί επειδή έχει προετοιμαστεί με απόλυτη ακρίβεια.
Ο Σαρλό μαθαίνει ότι η κοπέλα κινδυνεύει να χάσει το σπίτι της, δουλεύει ως οδοκαθαριστής και πυγμάχος, μπλέκεται με έναν μεθυσμένο εκατομμυριούχο που τον θυμάται μόνο όταν πίνει και τελικά κατηγορείται άδικα για κλοπή.
Πριν συλληφθεί, της δίνει τα χρήματα που χρειάζεται για να πληρώσει το ενοίκιο και να γιατρευτεί. Όταν αποφυλακίζεται μήνες αργότερα, τη βρίσκει ιδιοκτήτρια ενός ανθοπωλείου και τότε έρχεται η σιωπηλή, καθοριστική στιγμή.
Ο συγγραφέας του βιβλίου City Lights (BFI Film Classics), Charles Maland, θεωρεί τη σκηνή αυτή την απόλυτη απόδειξη της δεξιοτεχνίας του Charlie Chaplin. Ο τρόπος που το κάδρο σφίγγει σταδιακά, η μουσική που εντείνει το συναίσθημα και, κυρίως, οι ερμηνείες, δημιουργούν μια ένταση χωρίς υπερβολές.
Ο ίδιος ο Chaplin είχε πει ότι για τη σκηνή αυτή στόχος του ήταν «να μην παίζει», να δείχνει απλώς ντροπή, χαρά και αμηχανία ταυτόχρονα.
Όπως γράφει και το BBC, δύναμη του τέλους οφείλεται και στο γεγονός ότι ο Chaplin δεν δίνει απαντήσεις. Δεν ξέρουμε αν η κοπέλα θα τον ακολουθήσει ή αν όλα τελειώνουν εκεί. Κάποιοι βλέπουν ρομαντισμό, άλλοι ειρωνεία και απόσταση. Αυτή η αμφισημία άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στο σινεμά.
Ταινίες τόσο διαφορετικές όσο τα The 400 Blows, This Is England, Gone Girl και Moonlight χρωστούν ένα μεγάλο κινηματογραφικό χρέος στον Charlie Chaplin, καθώς όλες τους επιλέγουν να κλείσουν με τους χαρακτήρες να κοιτούν απευθείας την κάμερα.
Άλλες ταινίες υπήρξαν πολύ πιο ρητές στους φόρους τιμής τους. Στο Manhattan του Woody Allen, το φινάλε βρίσκει τον ήρωά του να χαμογελά με μια πικρή τρυφερότητα στη νεαρή σύντροφό του Tracy, τη στιγμή που εκείνη του επιβεβαιώνει πως θα φύγει για το Λονδίνο για έξι μήνες.
Έναν χρόνο αργότερα, στο The Long Good Friday, ο σκηνοθέτης John Mackenzie καρφώνει την κάμερα στο πρόσωπο του γκάνγκστερ που υποδύεται ο Bob Hoskins, καταγράφοντας μια καταιγίδα συναισθημάτων μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, τη στιγμή που συνειδητοποιεί πως έχει πέσει στα χέρια εκτελεστών του IRA και ότι το τέλος του είναι αναπόφευκτο.
Ακόμα και το φινάλε του Monsters, Inc. της Pixar γνέφει διακριτικά προς τα City Lights. Αντί να δείξει την επανένωση του Sulley με τη Boo, αφού όλα δείχνουν ότι έχουν χωριστεί για πάντα όταν καταστρέφεται η πύλη προς το παιδικό της δωμάτιο, η ταινία περιορίζεται σε μια απλή, φορτισμένη στιγμή: τον Sulley να ανοίγει την πόρτα, να κοιτάζει γύρω του, να ακούει τη Boo να φωνάζει “Kitty!” και να χαμογελά.
Τo City Lights ήταν και το πιο απαιτητικό πρότζεκτ του Charlie Chaplin. Παρότι ο ομιλών κινηματογράφος είχε ήδη κυριαρχήσει, εκείνος επέμεινε στη βουβή μορφή.
Όταν οι κάμερες άρχισαν να γράφουν στις 27 Δεκεμβρίου 1928, ο Charlie Chaplin ήταν ο πιο διάσημος άνθρωπος στον κόσμο. Είχε σκαρφαλώσει από τη φτώχεια του London στην κορυφή του Hollywood και ήταν πολυεκατομμυριούχος με απόλυτο δημιουργικό έλεγχο πάνω στις ταινίες του.
Σε τέτοιο βαθμό, ώστε -παρότι το The Jazz Singer είχε ήδη ανοίξει τον δρόμο για τον ομιλούντα κινηματογράφο 14 μήνες νωρίτερα και το Hollywood είχε ουσιαστικά γυρίσει την πλάτη του στις βωβές ταινίες– ο Chaplin επέμεινε ότι το City Lights δεν θα περιλάμβαναν ούτε μία γραμμή διαλόγου.
Ξόδεψε χρόνια στην προετοιμασία, γύρισε ορισμένες σκηνές εκατοντάδες φορές και δημιούργησε την πιο ακριβή ταινία της καριέρας του. Το ρίσκο απέδωσε: η ταινία γνώρισε τεράστια επιτυχία και με τα χρόνια καθιερώθηκε ως το πιο διαχρονικό έργο του.
Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.