
Νέες ταινίες: Ο Robert Pattinson εκτός ελέγχου στο Primetime
- 8 ΟΚΤ 2026
Ακολουθεί ο σχολιασμός για τις ταινίες παρακάτω:
Primetime
Βαθμολογία: 65/100
Παρότι η παρουσία του στον αέρα ήταν σύντομη, η εκπομπή To Catch a Predator είχε εξελιχθεί σε φαινόμενο της αμερικανικής ποπ κουλτούρας, συνδυάζοντας την ένταση της αυτοδικίας με την ψυχαναγκαστική περιέργεια της reality τηλεόρασης. Ο παρουσιαστής Chris Hansen, με τη βοήθεια κρυφών καμερών, ερχόταν αντιμέτωπος με ενήλικους άνδρες που έφταναν σε κάποιο σπίτι με σκοπό να κάνουν σεξ με κάποιο ανήλικο άτομο — κάποιο ενήλικο άτομο στην πραγματικότητα, που προσποιούταν το ανήλικο σε online συνομιλίες. Οι άνδρες αυτοί συνήθως συλλαμβάνονταν.
Πιο κοντά σε γκροτέσκο θέαμα που δεν μπορείς να σταματήσεις να παρακολουθείς, το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Lance Oppenheim μάς πετάει μέσα σε ένα εφιαλτικό καρναβάλι ανευθυνότητας, με τον Robert Pattinson στον ρόλο του Hansen. Η ιδέα ενός ρεπόρτερ που έχει εσωτερικεύσει την εικόνα του εαυτού του ως κάποιο είδος υπερήρωα έχει μία σκοτεινή κωμική δύναμη, και η επιλογή του Pattinson που σύντομα επιστρέφει στη Gotham ως Batman είναι ευφυέστατη. Ο ηθοποιός φορά το δέρμα του Hansen υιοθετώντας το παγωμένο, αρπακτικό βλέμμα του και την αδιαπραγμάτευτη πεποίθησή του ότι βρίσκεται σε αποστολή να «καθαρίσει τον κόσμο από ένα αρχαίο κακό». Είναι ξεκαρδιστικός και πιο αιχμηρός από ποτέ. Αγαπάμε ούτως ή άλλως τις υπερμεγέθεις ερμηνείες του, αυτή η αλλόκοτη εκδοχή του Hansen συγκαταλέγεται στις κορυφαίες στιγμές της καριέρας του.
Ο Oppenheim αξιοποιεί το ηδονοβλεπτικό υλικό από κάμερες ασφαλείας και την κοκκώδη, μεγεθυμένη εικόνα των πρώτων ψηφιακών καμερών, που αναπαράγουν τις ένδοξες μέρες της reality τηλεόρασης — εκείνης που άνοιξε το κουτί της Πανδώρας για τη σημερινή εποχή της κανονικοποιημένης υπερπαρακολούθησης. Το καταιγιστικό μοντάζ δίνει, επίσης, την αίσθηση ότι συνεχώς αλλάζεις κανάλια, προμηνύοντας την τωρινή μας διάσπαση προσοχής. Ωστόσο, η περιέργεια του δημιουργού μοιάζει να σταματά στην επιφάνεια, στο πώς έμοιαζαν τότε οι άνθρωποι και τα πράγματα. Η ταινία του δεν διαθέτει μεγαλύτερο αναλυτικό βάρος, ούτε πραγματική διάθεση να αναρωτηθεί τι σήμαινε το To Catch a Predator κάποτε, ή τι μπορεί να σημαίνει σήμερα. Παρά την περίτεχνη ατμόσφαιρα noir απειλής που στήνεται εδώ, δεν είναι καθόλου βέβαιο τι ακριβώς θέλει να πει η ταινία για τα media, την ηθική ή οτιδήποτε άλλο.
Το Primetime ωστόσο, παρά την επιφανειακότητά του, πετυχαίνει να είναι αποτελεσματικά βρώμικο και δυσάρεστο, σε σημείο που νιώθεις ότι έχεις διαπράξει κάποιου είδους παράβαση απλώς και μόνο επειδή το βλέπεις. Δεν παρακολουθείς απλώς την ταινία – νιώθεις ότι σε παρακολουθεί κι εκείνη.
The Social Reckoning
Βαθμολογία: 40/100
Όταν το Social Network είχε κυκλοφορήσει, ο Aaron Sorkin είχε ανατρέξει σε μία ανησυχία του στούντιο, όταν είχε για πρώτη φορά πέσει στο τραπέζι η πιθανή μεταφορά του σεναρίου του από τον David Fincher. Είχαν απορήσει, όπως έχει δηλώσει, γιατί ο Fincher ήταν γνωστός ως σκηνοθέτης με εξαιρετική έμφαση στα visuals, ενώ ο ίδιος είχε χτίσει την καριέρα του «γράφοντας ανθρώπους που μιλάνε σε δωμάτια».
Πράγματι, δεκαετίες μετά το A Few Good Men και την αλήθεια που δεν μπορούμε να αντέξουμε, ο Sorkin εξακολουθεί να γράφει ιστορίες για το ίδιο πράγμα: ανθρώπους με πολύ ισχυρές ιδέες, που μπαίνουν σε ένα δωμάτιο και προσπαθούν να πείσουν όλους τους υπόλοιπους ότι έχουν δίκιο. Με σκηνοθεσία που δίνει ώθηση και ορμητικότητα στο κείμενό του, όπως ήταν αυτή του Fincher, του Rob Reiner, του Bennett Miller στο Moneyball ή του Thomas Schlamme που τελειοποίησε το περίφημο walk-and-talk στιλ του West Wing, οι σορκινικές αφηγήσεις μπορούν πράγματι να μοιάσουν μονομαχία, με την πιο συναρπαστική σκηνή δράσης.
Το Social Reckoning λοιπόν, η νέα ταινία του που ακολουθεί την οσκαρική Mikey Madison ως Frances Haugen, την πρώην υπάλληλο του Facebook και πληροφοριοδότρια που κατήγγειλε την προτεραιοποίηση του κέρδους έναντι της δημόσιας ασφάλειας από την εταιρεία και τον Mark Zuckerberg μέσω χιλιάδων εσωτερικών εγγράφων, έχει δύο εμπόδια. Την άχρωμη σκηνοθεσία του Sorkin που αδυνατεί να προσθέσει ηλεκτρισμό στα γεγονότα επί της οθόνης, αυτά που έχουν σήμερα φέρει τη Meta αντιμέτωπη με αποζημιώσεις και δικαστικές αποφάσεις ύψους δισεκατομμυρίων δολαρίων ενώ άλλες υποθέσεις αναμένεται να οδηγηθούν επίσης σε δίκη, αλλά και το γεγονός πως το “reckoning” του τίτλου, η ημέρα της κρίσης για το Facebook, δεν έχει στ’ αλήθεια έρθει ακόμη.
Μοιάζοντας περισσότερο με διάλεξη παρά σινεμά, το Social Reckoning θεωρεί λανθασμένα πως ο έξυπνος, στακάτος διάλογος αρκεί για να παραπέμψει στον Frank Capra, χωρίς να αντιλαμβάνεται πως χρειάζεται πάθος και συναισθηματικό βάρος για να λειτουργήσει, και τον συντονισμό του θριαμβευτικού τόνου που θέλει να χρησιμοποιήσει για την αληθινή επιτυχία της πρωταγωνίστριάς του με την ευγενική υπενθύμιση που κάνουν οι κάρτες στους τίτλους τέλους – πως το Facebook δεν υποχρεώθηκε ποτέ τελικά, από κανέναν θεσμό, να επαληθεύει τα στοιχεία που αναρτώνται στο app.
Άρα η γροθιά στον αέρα υψώνεται και αποσυμπιέζεται αμέσως μετά, γιατί ο Sorkin δεν αποφάσισε ποτέ ποια ιστορία ήθελε όντως να πει – αυτήν της θυσίας μίας πληροφοριοδότριας ή ενός ανθρώπου που δεν έχει αλλάξει από όταν εκτόπιζε τον κολλητό του από την ιδιοκτησία του Facebook.
Θα είναι, επίσης, ενημερωτική, μονάχα για το μέρος του κοινού που δεν έχει την παραμικρή ιδέα για τις αμαρτίες του Facebook, και που, υποπτεύομαι και εύχομαι να διαψευστώ, ότι δεν θα έφτανε εύκολα στις αίθουσες για να τις μάθει.
Αναγέννηση/Resurrection
Βαθμολογία: 85/100
Σε μια «άγρια και βίαιη εποχή», όπως μας ενημερώνει η αρχική κάρτα της Αναγέννησης, οι άνθρωποι έχουν διαπιστώσει πως το μυστικό της αιώνιας ζωής είναι να μη βλέπουν όνειρα. Σαν κεριά που δεν καίγονται ποτέ, αυτά τα πλάσματα χωρίς όνειρα μπορούν να ζουν για πάντα. Όσοι συνεχίζουν κρυφά να ονειρεύονται είναι γνωστοί ως Παραληρηματικοί. «Φέρνουν πόνο στην πραγματικότητα και χάος στην ιστορία», συνεχίζει η κάρτα. «Δημιουργούν σπάσματα στον χρόνο». Εκείνοι που μπορούν να διακρίνουν πίσω από τις ψευδαισθήσεις ονομάζονται Μεγάλοι Άλλοι. Όλα αυτά στη νέα ταινία του Bi Gan που κέρδισε το περσινό Prix Special στο περσινό Φεστιβάλ Καννών, είναι περισσότερο προκλητικά παρά διαφωτιστικά, όμως δηλώνουν εξαρχής το εύρος της φαντασίας της ταινίας.
Εκτεινόμενη από τις αρχές του 19ου αιώνα μέχρι το σήμερα, η τελευταία ταινία του 36χρονου σκηνοθέτη χωρίζεται σε πέντε χρονικές περιόδους και έξι κεφάλαια, αποτίοντας φόρο τιμής στα αντίστοιχα κινηματογραφικά στιλ κάθε εποχής. Η αφήγηση μετατοπίζεται διαρκώς, εξελίσσεται συνεχώς και, με κάθε νέο στάδιο, καλεί το κοινό σε μία διαφορετική κινηματογραφική εμπειρία.
Ο κεντρικός άξονας αυτής της φανταστικής αφήγησης είναι ο Παραληρηματικός, που υποδύεται ο Jackson Yee και που εξακολουθεί να επιλέγει το όνειρο μέσα από το σινεμά — εύλογα, αφού το Hollywood περιγράφεται εδώ και δεκαετίες ως «εργοστάσιο ονείρων». Ο Yee ενσαρκώνει με αισθαντικότητα πέντε διαφορετικούς χαρακτήρες από διαφορετικές εποχές, αποδίδοντας πειστικά διαφορετικές προφορές και διαλέκτους. Η εντυπωσιακή Shu Qi υποδύεται τη Μεγάλη Άλλη, τη διώκτριά του, που επιλέγει να διαμελίσει το σώμα του προκειμένου να εξετάσει τα όνειρά του.
Τα έξι κεφάλαια εξερευνούν τις πέντε αισθήσεις — όραση, ακοή, γεύση, όσφρηση και αφή — καθώς και τη νόηση. Όλα έχουν βαθιές ρίζες στη βουδιστική διδασκαλία, ως οι έξι ρίζες της ανθρώπινης αντίληψης. Πρέπει να αλληλεπιδρούν μεταξύ τους για να γεννηθούν συναισθήματα. Αν αυτή η σύνδεση αποτύχει ή παραμένει ελλιπής, σύμφωνα με τον βουδισμό το συγκεκριμένο ον υπολείπεται της πλήρους ανθρώπινης υπόστασης. Κάθε κεφάλαιο σηματοδοτείται από ένα κερί που καίγεται και, όσο η ταινία προχωρά, ο Bi καταπιάνεται κάθε φορά με μία διαφορετική αίσθηση. Στο τέλος, όταν όλες οι αισθήσεις του Παραληρηματικού έχουν εξαλειφθεί, εκείνος πρέπει να επιστρέψει στην αρχική του μορφή: ένα Τέρας.
Γυρισμένη με σχεδόν φετιχιστικό σεβασμό στις οπτικές υφές και στις χρωματικές παλέτες, και με μουσική του γαλλικού electro ντουέτου M83, η Αναγέννηση είναι μία άσκηση ύφους στην πιο ακραία της μορφή. Τα παιχνίδια αναγνώρισης αναφορών, ωστόσο, μπορούν να κουράσουν μέσα στην τεράστια διάρκειά του, γι’ αυτό και στο τελευταίο μέρος ο σκηνοθέτης αλλάζει ταχύτητα. Η τελευταία ώρα ξεδιπλώνεται σε ένα αδιάκοπο μονοπλάνο, ακολουθώντας δύο νέους καθώς διασχίζουν μία παραθαλάσσια πόλη την τελευταία νύχτα του 1999, πεπεισμένοι ότι ο κόσμος πρόκειται να τελειώσει.
Εδώ, το σινεμά δεν είναι απλώς ένα μέσο. Είναι ένα θεραπευτικό βάλσαμο, ικανό να σώσει τη βασανισμένη ψυχή του Παραληρηματικού, εξορκίζοντας τις πιο σκοτεινές του παρορμήσεις και αντικαθιστώντας τες με στιγμές καθαρού κινηματογραφικού θαύματος.
Η Αναγέννηση διατρέχεται από μελαγχολική διάθεση, ναι. Ο Παραληρηματικός μπορεί να καίει λαμπρά, όμως ο χρόνος του τελειώνει — μια υπαρξιακή αγωνία που αντανακλά τις διαρκείς συζητήσεις γύρω από το «τέλος του σινεμά». Όμως στο αινιγματικό κατασκεύασμα του Bi υπάρχει ταυτόχρονα και ελπίδα — όχι απαραίτητα τόσο σε αυτό που λέει, όσο στον τρόπο με τον οποίο το λέει. Ανακαλύπτει εξαίσιες νέες μορφές μέσα σε παλιές και «νεκρές» φόρμες, ώστε το σινεμά να μπορεί να συνεχίσει να ζει. Η κινηματογράφησή του είναι υπερβολικά δυναμική για να προκαλέσει πένθιμα δάκρυα.
Η εκθαμβωτικής ομορφιάς, τολμηρά πειραματική παραίσθηση που κατασκευάζει εδώ ο Bi Gan, υποστηρίζει πως — όπως διακηρύσσει εμφατικά και ο τίτλος του — το ίδιο το σινεμά διαθέτει αξιοσημείωτη αντοχή στον χρόνο. Ακόμη κι αν κάποιοι από τους επικεφαλής της mainstream βιομηχανίας ψυχαγωγίας μοιάζουν αποφασισμένοι να εξαλείψουν κινηματογραφικές πρακτικές όπως η ίδια η έξοδος στην αίθουσα, δημιουργοί όπως ο Bi κρατούν την τέχνη ολοζώντανη.
Το γεγονός πως ταινίες σαν κι αυτή εξακολουθούν να γυρίζονται αποτελεί από μόνο του απόδειξη πως, ύστερα από περισσότερο από έναν αιώνα αλλαγών και αναταράξεων, νέων τεχνολογιών και διαφορετικών συνηθειών θέασης, το σινεμά επιμένει. Ίσως το μέλλον του εξακολουθεί ακόμη να επινοείται.
ΚΥΚΛΟΦΟΡΟΥΝ ΑΚΟΜΗ:
Ξεχασμένο Νησί/Forgotten Island
Καθώς γιορτάζουν την τελευταία τους νύχτα μαζί ως απόφοιτες Λυκείου, η Τζο και η Ραΐσα, φίλες από το Δημοτικό, ανακαλύπτουν μια μυστηριώδη πύλη που τις μεταφέρει στο φανταστικό νησί Νακάλι, γεμάτο μαγικά και μυθικά πλάσματα για τα οποία άκουγαν ιστορίες από τους Φιλιππινέζους συγγενείς τους. Μερικά από αυτά τα πλάσματα θα γίνουν φίλοι, άλλα εχθροί. Μαζί με έναν καλοπροαίρετο αλλά αδέξιο άνθρωπο-σκύλο (Ντέιβ Φράνκο) και μια μικρή αλλά δυναμική παρέα φίλων, η Τζο και η Ραΐσα πρέπει να αντιμετωπίσουν το πιο φοβερό πλάσμα του νησιού. Όταν ανακαλύπτουν ότι το τίμημα για να επιστρέψουν πίσω είναι να θυσιάσουν τις αναμνήσεις ολόκληρης της φιλίας τους, η Τζο και η Ράισα θα αναμετρηθούν με τον χρόνο για να φύγουν από το νησί πριν ξεχάσουν η μία την άλλη για πάντα.
Άλλη Μαμά/Other Mommy
Η βραβευμένη με Όσκαρ Jessica Chastain πρωταγωνιστεί σε διπλό ρόλο, ως μητέρα της Bella αλλά και ως η «Άλλη Μαμά», η ενσάρκωση μίας μυστηριώδους οντότητας που θέλει να τρυπώσει στην καρδιά της μικρής της κόρης.
Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.