
Νέες ταινίες: Το Clayface δοκιμάζει τα όρια του υπερηρωικού body horror
- 22 ΟΚΤ 2026
Διάβασε τον σχολιασμό μας για τις ταινίες της εβδομάδας παρακάτω:
Clayface
Βαθμολογία: 65/100
Μετά τον Joker και τον Penguin, ένας ακόμη εμβληματικός κακός από την πλούσια πινακοθήκη αντιπάλων του Batman αποκτά τη δική του αυτόνομη ιστορία. Αυτή τη φορά, σειρά έχει ο Clayface, υπό τη δημιουργική εποπτεία του James Gunn που μαζί με τον Peter Safran έχει αναλάβει να χαράξει τη νέα κινηματογραφική και τηλεοπτική πορεία της DC Studios. Σε αντίθεση, όμως, με τις παραδοσιακές υπερηρωικές περιπέτειες, το Clayface στρέφεται αποφασιστικά προς τον τρόμο, στοχεύοντας στις πιο σκοτεινές και αποκρουστικές πτυχές της μυθολογίας των κόμικ.
Στο επίκεντρο της ιστορίας βρίσκεται ο Matt Hagen του Tom Rhys Harries, ένας ανερχόμενος ηθοποιός που βλέπει τη ζωή και την καριέρα του να καταστρέφονται όταν μια βίαιη επίθεση τον αφήνει φρικτά παραμορφωμένο. Απεγνωσμένος να ανακτήσει την προηγούμενη εμφάνισή του, καταφεύγει σε μια πρωτοποριακή πειραματική θεραπεία, που αρχικά μοιάζει να του προσφέρει μια δεύτερη ευκαιρία. Σύντομα, ωστόσο, οι απρόβλεπτες παρενέργειές της αρχίζουν να μεταμορφώνουν το σώμα και το μυαλό του, οδηγώντας τον σε μια εφιαλτική διαδρομή εκδίκησης και σταδιακής απώλειας της ανθρώπινης ταυτότητάς του.
Διατηρώντας τη χαρακτηριστική αισθητική και την υπερβολή των κόμικ, το Clayface επιχειρεί να μεταφέρει το υπερηρωικό σινεμά σε πρωτόγνωρα, για το είδος, επίπεδα σωματικού τρόμου, με φρικτές μεταμορφώσεις, ωμή βία και ανατριχιαστικές εικόνες. Η ερμηνεία του Rhys Harries στον κεντρικό ρόλο, από την άλλη, προσδίδει ευαλωτότητα και τραγικό βάθος σε έναν χαρακτήρα που θα μπορούσε εύκολα να περιοριστεί στη φρικιαστική του εξωτερική εμφάνιση. Πίσω από την κάμερα όμως βρίσκουμε τον Mike Flanagan που συνυπογράφει το σενάριο – ο δημιουργός έχει καθιερωθεί ως ένας μεγάλος αισθηματίας του σύγχρονου τρόμου, που ακόμη και στις πιο σκληρές ιστορίες του αντιμετωπίζει τα τέρατα με βαθιά ενσυναίσθηση. Στην περίπτωση του Clayface, ωστόσο, αυτή η προσέγγιση λειτουργεί εν μέρει εις βάρος της έντασης, αποσυμπιέζοντας την απειλή της ταινίας, ενώ αντίστοιχα λειτουργεί και η επιλογή του James Watkins στην σκηνοθεσία. Ο Watkins, άλλωστε, είχε ήδη επιδείξει την τάση να αμβλύνει την αιχμή του υλικού του στο αμερικανικό remake του Speak No Evil, αφαιρώντας από την αρχική ιστορία μεγάλο μέρος της αμείλικτης δύναμής της.
Έτσι, παρά την τολμηρή εικονογραφία, τις σκηνές που δοκιμάζουν τα όρια του body horror και την πρωταγωνιστική ερμηνεία, το Clayface μοιάζει τελικά να φοβάται τη σκοτεινή πλευρά του ίδιου του τέρατός του, περιορίζοντας την ανατριχίλα μας.
Η ταινία κυκλοφορεί από την Tanweer.
Βασίλισσα στη Θάλασσα/Queen at Sea
Βαθμολογία: 85/100
Το 2008, ήταν σχεδόν αδύνατο να ξεφυλλίσει κανείς μια εφημερίδα ή ένα περιοδικό χωρίς να πέσει πάνω σε κάποιο δημοσίευμα που ανακήρυσσε τον Αμερικανό σκηνοθέτη Lance Hammer ως το επόμενο μεγάλο όνομα του κινηματογράφου, χάρη στο γεμάτο ευαισθησία, νεορεαλιστικό και πολυβραβευμένο ντεμπούτο του, Ballast. Κι έπειτα, λες και ήθελε να περιπαίξει τους δημοσιογράφους που έσπευδαν να τον αποθεώσουν, ο Hammer εξαφανίστηκε από το κινηματογραφικό προσκήνιο για 18 ολόκληρα χρόνια, προτού επιστρέψει με το χαμηλόφωνο δράμα Queen at Sea, που εκτυλίσσεται στο Λονδίνο.
Στα πρώτα κιόλας λεπτά της ταινίας, η Amanda, μια δυναμική, μεσήλικη πανεπιστημιακός την οποία υποδύεται η Juliette Binoche, μπαίνει στο δωμάτιο και βρίσκει τον πατριό της να κάνει σεξ με την ηλικιωμένη μητέρα της, Leslie. Πεπεισμένη ότι η Leslie δεν είναι σε θέση να συναινέσει, και εξοργισμένη επειδή ο Martin έχει αγνοήσει τις προηγούμενες επίμονες απαιτήσεις της να σταματήσουν τις σεξουαλικές τους επαφές, μια θέση την οποία έχει υποστηρίξει και ο οικογενειακός τους γιατρός, η Amanda καλεί παρορμητικά την αστυνομία. Από εκείνη τη στιγμή, η οικογένεια βρίσκεται αντιμέτωπη με μια σειρά από απάνθρωπες και αποπροσωποποιημένες διαδικασίες του νομικού συστήματος και των κοινωνικών υπηρεσιών.
Είναι ενδεικτικό της σκηνοθετικής δεξιοτεχνίας του Hammer, αλλά και των αφοσιωμένων, ανεπιτήδευτων ερμηνειών των τριών βασικών πρωταγωνιστών, ότι το Queen at Sea, σε αντίθεση με ορισμένες άλλες ταινίες που καταπιάνονται με τη φροντίδα ανθρώπων στο τέλος της ζωής τους, δεν δίνει ποτέ την εντύπωση ότι επιδιώκει να σοκάρει ή να χειραγωγήσει συναισθηματικά τον θεατή. Αντιθέτως, ο Hammer σκιαγραφεί με εξαιρετική λεπτότητα ένα πέρα για πέρα πραγματικό ηθικό δίλημμα. Εδώ δεν υπάρχουν εύκολες απαντήσεις, ούτε ξεκάθαροι ήρωες και κακοί. Μια λιγότερο διακριτική ταινία θα επέλεγε να οικοδομήσει μια διπολική αντιπαράθεση ανάμεσα στην οικογένεια και τους κοινωνικούς λειτουργούς που έχουν αναλάβει την υπόθεση της Leslie. Ο Hammer, ωστόσο, προτιμά μια εντυπωσιακά αμερόληπτη προσέγγιση, αποφεύγοντας να καταδικάσει οποιαδήποτε πλευρά.
Παράλληλα, η ταινία φιλοτεχνεί ένα διακριτικό αλλά αμείλικτο πορτρέτο των πουριτανικών φοβιών της κοινωνίας. Παρακολουθούμε τη λειτουργία ενός συστήματος φροντίδας που χαρακτηρίζεται από μια αμήχανη ανικανότητα να διαχειριστεί τη σεξουαλικότητα, τη σωματική επαφή και το ίδιο το ανθρώπινο σώμα. Ενός συστήματος που μοιάζει ανίκανο να αναγνωρίσει και να λάβει υπόψη τη μοναδικότητα κάθε ανθρώπινης ύπαρξης.
Σε έναν δίκαιο κόσμο, η Anna Calder-Marshall, η οποία τιμήθηκε με την Αργυρή Άρκτο Β΄ Γυναικείου Ρόλου στην Berlinale για την ερμηνεία της ως καλλιτέχνιδας που πάσχει από άνοια στο Queen at Sea, θα αποτελούσε σταθερή παρουσία και στη φετινή κούρσα των κινηματογραφικών βραβείων, όπως και ο συμπρωταγωνιστής της, Tom Courtenay. Η ικανότητα της Binoche να αξιοποιεί τις ανεξάντλητες δυνατότητες της συναισθηματικής έκφρασης —αυτό που ο φιλόσοφος Gerhard Richter έχει περιγράψει ως την αδυναμία ταξινόμησης των εκφράσεων του ανθρώπινου προσώπου— προσδίδει στην ταινία ένα σχεδόν απόκοσμο δραματικό βάρος και έναν ανατριχιαστικό ρεαλισμό. Η ηρωίδα της θέλει τα πράγματα να βγάζουν νόημα, να βρει μια λύση, μια διέξοδο. Όμως βρίσκεται αντιμέτωπη με μια κατάσταση που δεν πρόκειται ποτέ να αποκτήσει λογική συνοχή. Όπως όλοι μας, μαθαίνει σταδιακά ότι ο έλεγχος που πιστεύουμε πως ασκούμε στη ζωή μας δεν είναι παρά μια ψευδαίσθηση.
Ο κοινωνικός ρεαλισμός της ταινίας κορυφώνεται σε μια συγκλονιστική τρίτη πράξη, θέτοντας ένα τελευταίο, οδυνηρό ερώτημα: μπορεί η βαθιά ανθρώπινη ανάγκη να βλέπουμε ένα αγαπημένο μας πρόσωπο που φθίνει όπως ήταν κάποτε, και όχι όπως είναι σήμερα, να μετατραπεί από ένα σημείο και μετά σε κίνδυνο, όταν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια τόσο ανελέητη ασθένεια; Προς τιμήν του, ο Hammer δεν επιχειρεί να δώσει μια οριστική απάντηση, αλλά να διερευνήσει το ίδιο το ερώτημα. Το αποτέλεσμα είναι μια ταινία εντυπωσιακής λεπτότητας, ένας βαθιά συμπονετικός αλλά απαλλαγμένος από εύκολους συναισθηματισμούς στοχασμός πάνω στα όρια της αγάπης μπροστά στην αδυσώπητη επέλαση του χρόνου.
Η ταινία κυκλοφορεί από το Cinobo.
Ντε Γκωλ: Προς την Ελευθερία/De Gaulle: Liberte
Βαθμολογία: 68/100
Το δεύτερο μέρος του επικού κινηματογραφικού εγχειρήματος του Antonin Baudry, με επίκεντρο τον Γάλλο στρατηγό Charles de Gaulle (Simon Abkarian) πριν από την ανάδειξή του στην προεδρία της Γαλλίας, διατηρεί τις ίδιες αισθητικές επιλογές που χαρακτήριζαν το πρώτο μέρος, προσφέροντας παράλληλα αρκετή πυκνή ιστορική πληροφορία ώστε να ικανοποιήσει ακόμη και τους απαιτητικούς λάτρεις των ιστορικών επών.
Το Liberté διαπνέεται για ακόμη μία φορά από τον ίδιο υπέρμετρο πατριωτισμό που χαρακτήριζε και τον προκάτοχό του.
Κάθε ενέργεια του πρωταγωνιστή γίνεται για το καλό της «ΓΑΛΛΙΑΣ!», καθώς επιδίδεται σε διπλωματικές διαπραγματεύσεις με τον Βρετανό πρωθυπουργό Winston Churchill (Simon Russell Beale) και τον Αμερικανό πρόεδρο Franklin D. Roosevelt (Campbell Scott), προκειμένου να εδραιώσει τη νομιμοποίησή του στους κόλπους των Συμμαχικών Δυνάμεων. Στόχος του είναι η απελευθέρωση της Γαλλίας από τις δυνάμεις του Άξονα που ελέγχουν τη χώρα από το 1940, και η πλήρης αποστασιοποίησή της από τους υποστηρικτές του καθεστώτος του Βισύ. Οι επιδιώξεις του, ωστόσο, έρχονται σε σύγκρουση με τις απόψεις του Roosevelt, που θεωρεί ότι ο Henri Giraud (Thierry Lhermitte) είναι ο καταλληλότερος για να αναλάβει την ηγεσία της χώρας μετά τη δολοφονία του ναυάρχου Darlan (Mathieu Kassovitz). Ο de Gaulle πιστεύει πως ο ίδιος είναι ο πλέον κατάλληλος να οικοδομήσει μία νέα, ελεύθερη Γαλλία, αρκεί οι ισχυροί σύμμαχοι να του παραχωρήσουν τον πλήρη έλεγχο των επιχειρήσεων που θα εξασφαλίσουν την απελευθέρωση της πατρίδας του. Ωστόσο, τόσο οι Ηνωμένες Πολιτείες όσο και το Ηνωμένο Βασίλειο αντιμετωπίζουν με σκεπτικισμό τις ανορθόδοξες μεθόδους του.
Στην ουσία, παρακολουθούμε τρεις παράλληλες ιστορίες: την προσπάθεια του de Gaulle να πείσει τους Churchill και Roosevelt να τον εμπιστευτούν, τη σύγκρουση του στρατηγού Leclerc (Niels Schneider) με τα γερμανικά στρατεύματα στην έρημο της Λιβύης και τη δράση του Jean Moulin (Félix Kysyl) που, μαζί με την Olivia (Anamaria Vartolomei), ενισχύει το αντιστασιακό κίνημα στους δρόμους του Παρισιού. Οι τρεις αυτές αφηγηματικές διαδρομές συγκλίνουν τελικά στην τελευταία σκηνή της ταινίας. Ο όγκος των πληροφοριών μπορεί κατά στιγμές να αποδειχθεί απαιτητικός για τον θεατή, ιδιαίτερα καθώς ο Baudry ενσωματώνει πλήθος ιστορικών λεπτομερειών σχεδόν σε κάθε διάλογο. Σε αντίθεση όμως, με το πρώτο μέρος, τίποτα από αυτά δεν δίνει την αίσθηση απροκάλυπτης προπαγάνδας.
Ενώ η πρώτη ταινία επιδίωκε να σκιαγραφήσει τον ατρόμητο αλλά και αδέξιο ήρωά της, μια ιδιότυπη διασταύρωση του Δον Κιχώτη με έναν Καπετάνιο Γαλλία, το δεύτερο μέρος υιοθετεί έναν αισθητά πιο σκληρό και σκοτεινό τόνο, εστιάζοντας στις δυσκολίες του αγώνα μέσα από μια διαδοχή επικών σκηνών. Οι σκηνές δράσης χαρακτηρίζονται από εντυπωσιακή κλίμακα και μεγαλοπρέπεια, το ενδιαφέρον ωστόσο, είναι πως ο Baudry, αντί να αναπαραστήσει για ακόμη μία φορά την Απόβαση στη Νορμανδία όπου κορυφώνεται η αφήγηση, επιλέγει να χρησιμοποιήσει αρχειακό υλικό. Προηγουμένως, όμως, έχει δημιουργήσει την ισχυρότερη ίσως εικόνα ολόκληρης της διλογίας: ο de Gaulle στέκεται μπροστά σε έναν γκρεμό, κοιτάζοντας τον ορίζοντα εν μέσω καταιγίδας, ενώ οι αστραπές φωτίζουν την απέραντη έκταση του στόλου που ετοιμάζεται να αποπλεύσει για τη Νορμανδία.
Ο Abkarian έχει αρκετές σκηνές στις οποίες αποβιβάζεται από στρατιωτικά αεροσκάφη και παρατηρεί με υπεροπτικό ύφος την υποδοχή που τον περιμένει, διαρκώς σε επιφυλακή απέναντι στην παραμικρή ένδειξη ασέβειας προς το πρόσωπό του και, κατ’ επέκταση, προς την ίδια τη Γαλλία. Στην πραγματικότητα, ο χαρακτήρας του μοιάζει ανίκανος να μπει σε οποιοδήποτε δωμάτιο χωρίς πρώτα να εξετάσει ποιοι βρίσκονται μέσα και με ποιον τρόπο θα μπορούσαν ενδεχομένως να τον προσβάλουν. Ο ηθοποιός αξιοποιεί στο έπακρο αυτή την πτυχή του ρόλου, αναδεικνύοντας μία απολαυστική, συχνά κωμική διάσταση του χαρακτήρα.
Ίσως το Liberté να μη διαθέτει την ίδια ίντριγκα και την προσωπική, ανθρώπινη δραματική ένταση του πρώτου μέρους, και μπορεί ο πατριωτικός του στόμφος να είναι αναμφισβήτητα αστείος κατά τόπους, είναι όμως δύσκολο να μη σε παρασύρει καθόλου η ορμή του.
H ταινία κυκλοφορεί από την TFG.
Ένα Φως που Δεν Σβήνει Ποτέ/Jossain on valo joka ei sammu
Βαθμολογία: 76/100
Ο Pauli, ένας επιτυχημένος φλαουτίστας της κλασικής μουσικής, επιστρέφει στη μικρή γενέτειρά του έπειτα από έναν νευρικό κλονισμό. Παρότι έχει προγραμματίσει μια εμφάνιση στην περιοχή, αντί να κάνει πρόβες αποφασίζει να καταστρέψει το πολύτιμο μουσικό του όργανο. Μετανιώνοντας αμέσως για την πράξη του, επισκέπτεται το τοπικό εργαστήριο επισκευής μουσικών οργάνων, όπου συναντά τυχαία την Iiris (Anna Rosaliina Kauno), μια παλιά συμμαθήτριά του, η οποία επίσης δεν διστάζει να κακομεταχειρίζεται τα όργανά της, αν και με έναν κάπως πιο δημιουργικό τρόπο. «Θέλω να φτιάξω κάτι που κανείς δεν έχει ξανακούσει», του λέει, «κάτι για το οποίο η ανθρωπότητα δεν είναι ακόμη έτοιμη». Ο Pauli, που σε όλη του τη ζωή κυνηγούσε την τελειότητα, γοητεύεται από τη χαοτική ενέργειά της και βρίσκει παρηγοριά στους ηχητικούς πειραματισμούς τους. Όταν, όμως, οι πιέσεις του παρελθόντος επανέρχονται, καλείται να πάρει δύσκολες αποφάσεις για το μέλλον του και για τις φιλίες που του έχουν προσφέρει μια καινούργια ελπίδα.
Το γοητευτικό σενάριο του Lauri-Matti Parppei είναι τόσο πυκνά διανθισμένο με ανέκφραστο, υπόγειο χιούμορ, ώστε ακόμη και ο Aki Kaurismäki ίσως να βρήκε επιτέλους κάποιον αντάξιό του. Μεγάλο μέρος αυτής της διακριτικής, στεγνής κωμικότητας πηγάζει από την αντίθεση ανάμεσα στις προσωπικότητες του Pauli και της Iiris και στο γαλήνιο, παλιομοδίτικο χωριό όπου ζουν, ένα μέρος που κάθε άλλο παρά ιδανικό μοιάζει για τη δημιουργία μουσικής ικανής να αλλάξει τον κόσμο. Ωστόσο ο Parppei εμπλουτίζει την αφήγησή του με μια παιχνιδιάρικη τρυφερότητα, που ο σπουδαίος συμπατριώτης του δεν ασπάζεται.
Οι μουσικές ιδέες που εξερευνά η ταινία είναι ιδιαίτερα περίπλοκες και συναρπαστικές, και η επιλογή να χτιστεί μια συγκινητική, αισιόδοξη ιστορία γύρω από κακοφωνίες αποδεικνύεται επιτυχημένη. Έχοντας προηγουμένως αφιερώσει τη ζωή του στην προσπάθεια να φτάσει στην κορυφή του κόσμου της κλασικής μουσικής, ο Pauli ανακαλύπτει ξανά, μέσα από τον χρόνο που περνά με την Iiris, τη χαρά της μουσικής δημιουργίας και τους ανθρώπινους δεσμούς που μπορούν να γεννηθούν μέσα από την καλλιτεχνική έκφραση.
Παρότι στα χαρτιά η ιστορία θα μπορούσε εύκολα να εξελιχθεί σε ακόμη μία συμβατική ανεξάρτητη ταινία που βασίζεται στην εκκεντρικότητα των χαρακτήρων της, το αποτέλεσμα ξεχωρίζει χάρη στην ουσιαστική σκιαγράφηση των ηρώων, τόσο σε επίπεδο σεναρίου όσο και ερμηνειών. Ας μπει ο Lauri-Matti Parppei και το καστ του λοιπόν στο ραντάρ μας ως πλέον υποσχόμενα νέα ταλέντα του σκανδιναβικού κινηματογράφου.
H ταινία κυκλοφορεί από την Amorsa.
ΚΥΚΛΟΦΟΡΟΥΝ ΕΠΙΣΗΣ:
Motor City
Ντιτρόιτ, δεκαετία ’70. Η ζωή του Τζον Μίλερ (Άλαν Ρίτσον), ενός εργάτη αυτοκινητοβιομηχανίας, καταστρέφεται όταν παγιδεύεται από έναν αδίστακτο μαφιόζο (Μπεν Φόστερ) και πηγαίνει φυλακή. Χρόνια αργότερα, σκληραγωγημένος και σημαδεμένος από το παρελθόν, ο Μίλερ επιστρέφει αποφασισμένος να πάρει πίσω όσα του στέρησαν – τη ζωή του, αλλά και τη γυναίκα που αγάπησε (Σέιλιν Γούντλεϊ), και εξαπολύει ένα κύμα εκδίκησης σε όσους τον πρόδωσαν.
Η ταινία κυκλοφορεί από την TFG.
The Influencer Project
Η ινφλουένσερ Chiara King ταξιδεύει στην Κοπεγχάγη για να δείξει την αφιλτράριστη πλευρά της ζωής της. Καθώς οι κάμερες καταγράφουν κάθε της κίνηση, ένας εμμονικός stalker αρχίζει να την παρακολουθεί. Σύντομα, τα όρια ανάμεσα στους θαυμαστές και την απειλή, την πραγματικότητα και τη μυθοπλασία αρχίζουν να θολώνουν. Aπό τους δημιουργούς του The Blair Witch Project.
Η ταινία κυκλοφορεί από τη NEO Films.
Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.