
Διαμελισμένη: Η ιστορία της Catrine da Costa
- 27 ΙΟΥΝ 2026
Solna, Στοκχόλμη, 1984
«Ένοχοι για τον διαμελισμό. Αθώοι για την ανθρωποκτονία».
Στις 18 Ιουλίου 1984 ένας πεζός που περπατούσε κάτω από μια γέφυρα στη βόρεια πλευρά της Στοκχόλμης παρατήρησε μερικές μαύρες πλαστικές σακούλες πεταμένες μες στα χόρτα. Σκουπίδια θα ‘ναι, ήταν μάλλον αυτό που σκέφτηκε, ωστόσο η περιέργεια τον έκανε να πλησιάσει. Έντρομος, ανακάλυψε ανθρώπινα μέλη μέσα στις σακούλες. Λίγες εβδομάδες αργότερα, σε ένα δεύτερο σημείο, θα εντοπίζονταν περισσότερα κομμάτια από το ίδιο σώμα.
Το κεφάλι, τα εσωτερικά όργανα και αρκετά ακόμη κομμάτια του δεν βρέθηκαν ποτέ. Κάπως έτσι ξεκινά μία από τις πιο παράξενες και πολύκροτες υποθέσεις ανθρωποκτονίας στην ιστορία της Σουηδίας, η οποία κατέληξε να θεωρείται από πολλούς το μεγαλύτερο δικαστικό σκάνδαλο της χώρας.
Θύμα ήταν η 28χρονη Catrine da Costa. Το προφίλ της Catrine (που πήρε το επώνυμό της όταν παντρεύτηκε έναν Πορτογάλο το 1979) δεν την έκανε συμπαθή στην κοινή γνώμη. Ήταν διαζευγμένη μητέρα δύο παιδιών, η οποία αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα εξάρτησης από ηρωίνη και εκδιδόταν περιστασιακά στη Malmskillnadsgatan, το κέντρο της πορνείας και της διακίνησης ναρκωτικών στην πόλη εκείνη την εποχή, προκειμένου να επιβιώσει. Την άνοιξη του 1984 ζούσε ουσιαστικά στο περιθώριο της κοινωνίας, μέχρι που κάποια στιγμή γύρω στις αρχές Ιουνίου εξαφανίστηκε. Μερικές ημέρες αργότερα, η μητέρα της τη δήλωσε αγνοούμενη.
Όταν ταυτοποιήθηκε μέσω των μέσω δακτυλικών αποτυπωμάτων της, οι αστυνομικοί βρέθηκαν μπροστά σε ένα αίνιγμα. Η σορός είχε τεμαχιστεί με τρόπο που φανέρωνε πως ο δράστης διέθετε γνώσεις ανατομίας. Ταυτόχρονα, ωστόσο, εξαιτίας της απουσίας του κεφαλιού και των άλλων ζωτικών οργάνων δεν μπορούσε να προσδιοριστεί με βεβαιότητα η αιτία θανάτου. Θεωρητικά, δεν μπορούσε να αποκλειστεί πέρα από κάθε λογική αμφιβολία το ενδεχόμενο να είχε πεθάνει από υπερβολική δόση και αργότερα κάποιος να τεμάχισε το σώμα.
Όπως και να είχε, παρά το ειδεχθές της υπόθεσης, οι αστυνομικοί δεν ασχολήθηκαν ιδιαίτερα με την υπόθεση, αφού οι δολοφονίες εκδιδόμενων γυναικών δεν ήταν σπάνιες, μέχρι που ένας ηλικιωμένος εμφανίστηκε στο τμήμα της περιοχής και ζήτησε να μιλήσει με κάποιον σχετικά με τον πρώην γαμπρό του, έναν τριαντάχρονο Σουηδοεσθονό ονόματι Teet Härm.
Τα πρώτα καμπανάκια άρχισαν να χτυπούν όταν οι αστυνομικοί έμαθαν πως ο Härm ήταν ιατροδικαστής στο φημισμένο Karolinska Institutet, κοντά στο οποίο είχαν βρεθεί κάποια από τα μέλη του θύματος. Ο Härm ήταν ένας αντισυμβατικός για τα μέτρα εκείνης της εποχής άνθρωπος, αφού εκείνος και οι γυναίκα του είχαν ανοίξει τον γάμο τους και ήταν γνωστό ότι ψώνιζε συχνά σεξεργάτριες από τη Malmskillnadsgatan, όπου εργαζόταν και το θύμα. Όταν όμως ζήτησε διαζύγιο από τη γυναίκα του, εκείνη αυτοκτόνησε την αμέσως επόμενη μέρα δι’ απαγχονισμού.
Ο πεθερός ωστόσο υποψιαζόταν πως ο Härm είχε σκοτώσει την κόρη του, παρόλο που εκείνη είχε ιστορικό κατάθλιψης και είχε αποπειραθεί να αυτοκτονήσει και παλαιότερα. Η da Costa ήταν άλλο ένα θύμα του, έλεγε και υπήρχαν ορισμένες λεπτομέρειες που έδεναν όμορφα με την ιστορία: ο Härm ειδικευόταν στους θανάτους από στραγγαλισμό, είχε συγγράψει αρκετές εργασίες πάνω στο θέμα και στο σπίτι του βρέθηκαν μαχαίρια και βίαιο πορνογραφικό υλικό, ενώ δεκάδες εκδιδόμενες τον αναγνώρισαν ως πελάτη. Κατά τα φαινόμενα, η αστυνομία είχε βρει τον δράστη που αναζητούσε. Ένας δεύτερος μάρτυρας, ωστόσο περιέπλεξε ακόμα περισσότερο την υπόθεση.
Αυτή τη φορά στο τμήμα εμφανίστηκε η σύζυγος ενός γιατρού, του Thomas Allgén. Έναν χρόνο νωρίτερα τον είχε κατηγορήσει ότι είχε κακοποιήσει σεξουαλικά την ενός χρόνου κόρη τους, όταν βρήκε ορισμένα παράξενα σημάδια στα γεννητικά της όργανα, τα οποία ωστόσο εξετάστηκαν από πολλούς γιατρούς, οι οποίοι έκριναν πως ήταν απλά έκζεμα από τις πάνες. Η γυναίκα δεν τους πίστεψε και αργότερα μέσα στη χρονιά πήρε το παιδί της κι έφυγε από το σπίτι.
Έναν χρόνο μετά τη δολοφονία της da Costa, ωστόσο, το 1985 η πρώην σύζυγος του Allgén θα ισχυριζόταν ότι η πλέον δυόμιση ετών κόρη της που είχε μόλις αρχίσει να μιλάει, έλεγε ιστορίες για έναν διαμελισμό, τον οποίο είχε δήθεν δει τον πατέρα της να διαπράττει, μαζί με τον Härm. Το παιδί ήταν ενός έτους όταν πέθανε η da Costa.
Οι καταθέσεις του παιδιού (οι οποίες παρήγαγαν υλικό διάρκειας εννιά ωρών, στη διάρκεια του οποίου το μωρό έλεγε διάφορες λεξούλες, όσο η μητέρα του μιλούσε και αφηγείτο διάφορες ευφάνταστες ιστορίες) πέρασαν μέσα από φίλτρα ψυχολόγων, ψυχιάτρων και αστυνομικών. Χρόνια αργότερα, πολλοί ειδικοί θα αμφισβητούσαν έντονα τον τρόπο με τον οποίο αξιοποιήθηκαν αυτές οι μαρτυρίες.
Η έρευνα κόλλησε για ένα διάστημα — το 1986 η προσοχή της αστυνομίας ήταν στραμμένη στη δολοφονία του πρωθυπουργού Olof Palme — και ξανάνοιξε το 1987. Το φθινόπωρο εκείνης της χρονιάς οι δύο γιατροί συνελήφθησαν και τον Ιανουάριο του 1988 κάθισαν στο εδώλιο. Όλη η χώρα κρατούσε την ανάσα της, περιμένοντας την καταδίκη των δύο γιατρών.
Υπήρχε, ωστόσο, ένα βασικό πρόβλημα: το δικαστήριο δεν μπορούσε να αποδείξει πώς ακριβώς πέθανε η Catrine da Costa. Δίχως αιτία θανάτου, χωρίς άμεσες αποδείξεις και ευρήματα που να συνδέουν τους δύο άνδρες με τη δολοφονία, το δικαστήριο δεν μπορούσε να τους βρει ενόχους για ανθρωποκτονία. Εν τέλει, έπειτα από δύο δίκες (με την πρώτη να ακυρώνεται, επειδή κάποιος από τους ενόρκους αποκάλυψε στον Τύπο την ετυμηγορία προτού επικυρωθεί από την έδρα), ο Härm και ο Allgén αθωώθηκαν για τη δολοφονία της da Costa.
Στο σκεπτικό της απόφασης, ωστόσο, οι δικαστές δήλωσαν την πεποίθησή τους ότι οι δύο γιατροί ήταν ένοχοι για τον διαμελισμό του σώματός της. Το αδίκημα αυτό είχε ήδη παραγραφεί, οπότε δεν τους επιβλήθηκε κάποια ποινή και επειδή η απόφαση ήταν αθωωτική, δεν μπορούσαν να εφεσιβάλουν. Με άλλα λόγια, οι δύο άνδρες βρέθηκαν σε μια παράδοξη κατάσταση: παρότι αθώοι, στα μάτια της κοινωνίας ήταν ένοχοι. Οι συνέπειες της απόφασης θα ήταν καταστροφικές.
Τον Μάιο του 1989 και οι δύο έχασαν την άδεια άσκησης ιατρικής, με βάση το ίδιο σκεπτικό. Προσέφυγαν στο Ανώτατο Δικαστήριο της Σουηδίας και αργότερα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ωστόσο η απόφαση δεν ανετράπη. Ο Härm είχε επιχειρήσει να αυτοκτονήσει ήδη από το 1985 και είχε χάσει το μεγαλύτερο μέρος της ακοής του. Θα ζούσε τα επόμενα σαράντα χρόνια σαν ερημίτης, που έβγαινε από το σπίτι του μονάχα τα βράδια. Κανείς τους δεν θα ξαναεργαζόταν ως γιατρός.
Οι δύο γιατροί, ωστόσο, δεν ήταν οι μοναδικοί ύποπτοι για τη δολοφονία. Ο Stanislaw Gonerka, Πολωνός χασάπης, είχε βγει από ψυχιατρείο μόλις έξι μήνες πριν τον θάνατο της da Costa· το 1974 είχε στραγγαλίσει και διαμελίσει μια γυναίκα, τα μέλη της οποίας είχε τοποθετήσει σε σακούλες σκουπιδιών. Το κεφάλι του θύματός του δεν βρέθηκε ποτέ, όπως ακριβώς συνέβη και στην υπόθεση da Costa. Σύχναζε στη Malmskillnadsgatan και πολλές από τις εκδιδόμενες γυναίκες τον φοβούνταν. Η αστυνομία τον ανέκρινε δύο φορές και παρόλο που δεν είχε άλλοθι αφέθηκε ελεύθερος. Πέθανε το 1987, τρία χρόνια μετά τη δολοφονία της Catrine da Costa και δύο χρόνια πριν την καταδίκη των Härm και Allgén.
Με τα χρόνια, δημοσιογράφοι, συγγραφείς και ερευνητές άρχισαν να εξετάζουν και πάλι τον φάκελο της υπόθεσης. Η συγγραφέας Hanna Olsson, που είχε γνωρίσει την ίδια την Catrine, έγραψε το 1990 το βιβλίο Catrine och rättvisan (Η Κατρίνε και η δικαιοσύνη) που φανέρωνε μια απλή και συνάμα σκληρή αλήθεια: μια πόρνη δεν θεωρούνταν αξιόπιστη μάρτυρας ούτε για τον θάνατό της. Εννιά χρόνια αργότερα, το 1999, το κράτος θα προχωρούσε στην ποινικοποίηση της αγοράς σεξ στη Σουηδία. Ταυτόχρονα, η δολοφονία της da Costa ενέπνευσε συγγραφείς όπως οι Stieg Larsson και Henning Mankell.
Η δημόσια συζήτηση αναζωπυρώθηκε ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, μετά από νέες δημοσιογραφικές έρευνες και ντοκιμαντέρ που ανέδειξαν τα κενά της υπόθεσης. Ακόμη και άνθρωποι που συμμετείχαν στη διαδικασία εξέφρασαν τις αμφιβολίες τους για όσα συνέβησαν τότε. Μόλις πριν από δύο εβδομάδες η σουηδική κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι αποζημιώνει τους Härm και Allgén με δύο εκατομμύρια κορόνες στον καθένα και τον υπουργό Δικαιοσύνης Gunnar Strömmer να δηλώνει πως το να κρίνεσαι ένοχος για μια πράξη που έχει παραγραφεί, για την οποία δεν έχεις καν κατηγορηθεί, δίχως τη δυνατότητα να ασκήσεις έφεση, αντιβαίνει στις θεμελιώδεις αρχές του κράτους δικαίου.
Τα χρήματα, όπως παραδέχτηκε ο δικηγόρος τους, ήταν συμβολικά. Κανένα ποσό δεν θα μπορούσε να τους αποζημιώσει για τα σαράντα χρόνια που έχασαν.
Και η Catrine da Costa; Κανείς δεν καταδικάστηκε για τον θάνατό της. Και επειδή η έρευνα, από νωρίς, στράφηκε μοναχά προς μία κατεύθυνση, ο άνθρωπος που τη διαμέλισε κι έπειτα πέταξε τα κομμάτια της κάτω από εκείνη τη γέφυρα στη Solna πιθανότατα δεν θα βρεθεί ποτέ. Το 2009 η υπόθεση παραγράφηκε και την 1η Ιουλίου εκείνης της χρονιάς η εισαγγελία έπαψε κι επίσημα τις έρευνες για την εξιχνίαση της δολοφονίας.
Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.