
Φωνή από τον Τάφο: Η ιστορία της Teresita Basa
- 22 ΑΥΓ 2026
Σικάγο, Ιλινόις, 1977
Είμαι η Teresita Basa. Ο άνθρωπος που με σκότωσε είναι ακόμα ελεύθερος.
Στις 21 Φεβρουαρίου 1977, γύρω στις 7:30 το βράδυ, η Teresita Basa μιλούσε στο τηλέφωνο με μια φίλη της, τη Ruth Loeb. Η κλήση διήρκεσε για περίπου είκοσι λεπτά και η Teresita ενημέρωσε τη Ruth ότι περίμενε έναν επισκέπτη, χωρίς όμως να αναφέρει το όνομά του. Ήταν η τελευταία φορά που κάποιος άκουσε τη φωνή της. Λίγο πριν τις εννιά, οι γείτονες του δέκατου πέμπτου ορόφου σε μια πολυκατοικία της Pine Grove Avenue στη συνοικία Edgewater του Σικάγο, μύρισαν καπνό.
Ο θυρωρός άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματος 15Β με το αντικλείδι του και οι πυροσβέστες που όρμησαν μέσα βρήκαν τη φωτιά να καίει ακόμα κάτω από ένα στρώμα στην κρεβατοκάμαρα. Από κάτω βρισκόταν το γυμνό σώμα της Teresita Basa, με ένα κουζινομάχαιρο να προεξέχει από το στήθος της.
Το θύμα ήταν 47 ετών, Φιλιππινέζα στην καταγωγή και εργαζόταν ως αναπνευστική φυσικοθεραπεύτρια στο Edgewater Hospital. Δεν ήταν μια τυχαία γυναίκα. Είχε γεννηθεί το 1929 σε μια εύπορη οικογένεια στις Φιλιππίνες και είχε έρθει στις Ηνωμένες Πολιτείες στις αρχές της δεκαετίας του 1960, αναζητώντας μια καλύτερη ζωή. Ήταν μορφωμένη, λάτρευε παθολογικά τη μουσική, παρακολουθούσε μεταπτυχιακές σπουδές πάνω στο αντικείμενο και έκανε ιδιαίτερα μαθήματα πιάνου στο διαμέρισμά της.
Δεν ήταν παντρεμένη, ούτε είχε παντρευτεί ποτέ, ζούσε μόνη και έστελνε τακτικά εμβάσματα στην οικογένειά της. Οι συνάδελφοί της στο νοσοκομείο τη θυμούνταν σαν έναν άνθρωπο ήσυχο, ευγενικό, που δεν είχε εχθρούς. Με άλλα λόγια, το προφίλ της έκανε τον φόνο να μοιάζει ακόμα πιο ανεξήγητος.
Το γυμνό σώμα και το στημένο σκηνικό παρέπεμπαν αρχικά τους αστυνομικούς σε ανθρωποκτονία με σεξουαλικό κίνητρο, ωστόσο η νεκροψία απέκλεισε αυτό το ενδεχόμενο. Οι ντετέκτιβ Joseph Stachula και Lee Epplen ανέλαβαν την υπόθεση και ανέκριναν συναδέλφους, φίλους και συγγενείς της Basa. Κανείς δεν ήξερε τίποτα. Δεν υπήρχαν ίχνη διάρρηξης, δεν υπήρχε προφανές κίνητρο, οι μήνες περνούσαν δίχως την παραμικρή εξέλιξη και, όπως ήταν φυσικό, η έρευνα ήρθε σε αδιέξοδο.
Τον Αύγουστο του 1977, σχεδόν έξι μήνες μετά τον φόνο, ο Stachula δέχτηκε ένα τηλεφώνημα από έναν γιατρό στο Evanston, τον Jose Chua. Η γυναίκα του, η Remibias “Remy” Chua, επίσης Φιλιππινέζα και αναπνευστική φυσικοθεραπεύτρια στο ίδιο νοσοκομείο με τη Basa, ισχυριζόταν πως το πνεύμα της νεκρής συναδέλφου της την είχε καταλάβει τρεις φορές και μιλούσε μέσα από την ίδια. Ο Chua παραδέχτηκε πως μήνες τώρα δίσταζε να απευθυνθεί στην αστυνομία, καθώς φοβόταν, ίσως και δικαιολογημένα, πως θα τον περνούσαν για τρελό.
Σύμφωνα με την αφήγησή του, η Remy είχε αρχίσει να βλέπει όνειρα στα οποία η Basa την ικέτευε να μιλήσει στην αστυνομία. Ένα βράδυ, καθώς ήταν ξαπλωμένη στο σπίτι, άρχισε ξαφνικά να μιλά με μια φωνή που δεν ήταν δική της, στα Ταγκάλογκ: «Γιατρέ, θα ήθελα να ζητήσω τη βοήθειά σας. Ο άνθρωπος που με σκότωσε είναι ακόμα ελεύθερος».
Όταν ο Jose ρώτησε ποια ήταν, η φωνή απάντησε: «Είμαι η Teresita Basa». Ονόμασε μάλιστα τον δολοφόνο της: έναν συνάδελφό της στο νοσοκομείο, τον Allan Showery. Λίγες μέρες αργότερα, σε μια δεύτερη «επίσκεψη» του πνεύματος, η φωνή τον μάλωσε επειδή δεν είχε μιλήσει ακόμη στην αστυνομία και προσέθεσε πως ο Showery είχε κλέψει κοσμήματά της, για να τα χαρίσει στην κοπέλα του.
Η αστυνομία δεν ήξερε τι να πιστέψει, δεν είχε όμως και κάτι να χάσει. Οι ντετέκτιβ θυμήθηκαν μία λεπτομέρεια που ταίριαζε στη μαρτυρία από το υπερπέραν: ένα σημείωμα που είχαν βρει στο διαμέρισμα της Basa, το οποίο ανέγραφε «Βρες εισιτήρια θεάτρου για τον A.S». Ανακάλυψαν πως ο Showery δούλευε πράγματι στο ίδιο νοσοκομείο, ζούσε κοντά στο διαμέρισμα του θύματος και είχε μάλιστα προγραμματίσει να πάει εκείνο το βράδυ για να επισκευάσει την τηλεόραση της Teresita. Οι αστυνομικοί ήρθαν σε επαφή με την κοπέλα του, τη Yanka Kamluv, η οποία τους έδειξε ένα μαργαριταρένιο δαχτυλίδι και ένα κολιέ από νεφρίτη που της είχε χαρίσει ο Showery τα περασμένα Χριστούγεννα. Συγγενείς και φίλοι της Basa αναγνώρισαν αμέσως τα κοσμήματα.
Όταν οι ντετέκτιβ τον έφεραν αντιμέτωπο με τα στοιχεία, ο Showery κατέρρευσε και ομολόγησε. Ισχυρίστηκε πως πράγματι είχε πάει να επισκευάσει την τηλεόραση εκείνο το απόγευμα, αλλά δεν είχε μαζί του τα κατάλληλα εργαλεία. Έφυγε και λίγο αργότερα γύρισε με ένα μαχαίρι, η Teresita τον άφησε να περάσει, εκείνος της επιτέθηκε από πίσω, την αναισθητοποίησε, της έσκισε το νυχτικό για να δημιουργηθεί η εντύπωση πως ο δράστης είχε σεξουαλικό κίνητρο, τη μαχαίρωσε και έβαλε φωτιά στο δωμάτιο προτού φύγει.
Η δίκη ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 1979 και μέσα από τα μέσα ενημέρωσης έγινε γνωστή ως «η δίκη της φωνής από τον τάφο», παρότι η ιστορία δεν παρουσιάστηκε ποτέ επίσημα ενώπιον των ενόρκων και η εισαγγελία στηρίχθηκε αποκλειστικά στην ομολογία και τα κοσμήματα. Η υπεράσπιση, με επικεφαλής τον δικηγόρο William Swano, προσπάθησε να πείσει τους ενόρκους πως η Remy Chua γνώριζε τις λεπτομέρειες της υπόθεσης καθώς είχε μία παλαιότερη διένεξη με τον Showery στη δουλειά, είχε επισκεφτεί στο παρελθόν το διαμέρισμα της Basa και γνώριζε για την επικείμενη επισκευή της τηλεόρασης.
Υπονόησε πως η Chua είχε δώσει μία υπερφυσική χροιά στη μαρτυρία της προκειμένου να αποφύγει να εξηγήσει στην αστυνομία τον τρόπο με τον οποίο γνώριζε όλες αυτές τις λεπτομέρειες. Την πέμπτη μέρα της δίκης, ο Showery ανακάλεσε την ομολογία του και ισχυρίστηκε πως εκείνο το βράδυ έπαιζε βελάκια σε ένα μπαρ με γείτονές του. Οι ένορκοι διαφώνησαν επί δεκατρείς ώρες και εν τέλει η δίκη ακυρώθηκε.
Ένα μήνα αργότερα, στις 23 Φεβρουαρίου 1979, σχεδόν δύο χρόνια μετά τον φόνο, και ενώ περίμενε την έναρξη της δεύτερης δίκης, ο Showery αποφάσισε, ενάντια στη συμβουλή των ίδιων του των δικηγόρων, να δηλώσει ένοχος για τον φόνο, τη ληστεία και τον εμπρησμό. Καταδικάστηκε σε δεκατέσσερα χρόνια φυλάκιση. Αποφυλακίστηκε υπό όρους το 1983 και έκτοτε τα ίχνη του χάθηκαν.
Η υπόθεση δεν έμεινε μόνο στα δικαστικά αρχεία. Το 1979 το ζευγάρι Carol και O.A. Mercado εξέδωσε το βιβλίο A Voice from the Grave, βασισμένο στην ιστορία και μια δεκαετία αργότερα τα δικαιώματα πέρασαν στην τηλεοπτική εκπομπή Unsolved Mysteries, που αφιέρωσε ένα επεισόδιο στην υπόθεση, άσχετα που η υπόθεση είχε εξιχνιαστεί. Για τη φιλιππινέζικη κοινότητα του Σικάγο, η ιστορία αυτή δεν ήταν παράξενη, καθώς η πίστη σε πνεύματα που επικοινωνούν με τους ζωντανούς έχει βαθιές ρίζες στον πολιτισμό τους.
Το ερώτημα παραμένει μέχρι σήμερα: κατέθεσε πράγματι η Remy Chua μια αλήθεια που της αποκάλυψε το πνεύμα της Teresita Basa, ή απλά συνέδεσε, συνειδητά ή ασυνείδητα, κομμάτια των πληροφοριών που ήδη κατείχε, ντύνοντάς τα με τον μανδύα του υπερφυσικού επειδή η ίδια δεν ήθελε να αναλάβει την ευθύνη της κατηγορίας;
Ό,τι κι αν συνέβη στο σπίτι των Chua, ένα πράγμα παραμένει αδιαμφισβήτητο: οι πληροφορίες ήταν αληθείς, οδήγησαν στην ομολογία και την καταδίκη του δράστη και εξιχνίασαν για την οποία η αστυνομία είχε σηκώσει τα χέρια ψηλά. Η Teresita Basa, η γυναίκα που είχε έρθει από τις Φιλιππίνες αναζητώντας μια ήσυχη ζωή αφιερωμένη στη μουσική, έμεινε τελικά στην ιστορία για κάτι εντελώς διαφορετικό: ως η γυναίκα που, σύμφωνα με τον θρύλο, επέστρεψε από τον θάνατο για να αποκαλύψει το όνομα του δολοφόνου της.
Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.