iStock
TRUE CRIME

Φόνος στο Βιβλιοπωλείο: Η ιστορία της Maria James

46 χρόνια μετά, οι γιοι του θύματος εξακολουθούν να ψάχνουν τις απαντήσεις.

Θόρνμπερι, Μελβούρνη, 1980

Δεν είναι δίκαιο, δεν άξιζε στη μητέρα μου να δολοφονηθεί από τους παπάδες.

Η Maria James διατηρούσε ένα μικρό παλαιοβιβλιοπωλείο στη συνοικία Thornbury της Μελβούρνης, όπου ζούσε με τους δύο γιους της, τον 13χρονο Mark και τον 11χρονο Adam, στο πίσω μέρος του καταστήματος. Το πρωί της Τρίτης 17 Ιουνίου 1980 πολλοί ήταν εκείνοι που την είχαν δει τόσο εντός όσο και εκτός του μαγαζιού. Σύμφωνα με την επίσημη εκδοχή της αστυνομίας, γύρω στις 11:55 τηλεφώνησε στον πρώην σύζυγό της, John James, και προς το τέλος του τηλεφωνήματος τού ζήτησε να την ξανακαλέσει αργότερα. Άλλες πηγές αναφέρουν πως ο John άκουσε από την άλλη άκρη της γραμμής δυνατές φωνές, σαν δύο άνθρωποι να καυγαδίζουν, και μια κραυγή προτού η κλήση ολοκληρωθεί απότομα. Ό,τι κι αν συνέβη, ο John ανησύχησε και έσπευσε στο κατάστημα.

Βρήκε τόσο τη μπροστινή πόρτα του βιβλιοπωλείου, όσο και την πίσω, του σπιτιού, κλειδωμένες, έτσι αναγκάστηκε να παραβιάσει τη δεύτερη. Μέσα στην κρεβατοκάμαρα βρήκε τη Maria νεκρή: το θύμα είχε μαχαιρωθεί 68 φορές σε διάφορα σημεία του σώματός της, τόσο μπροστά όσο και πίσω. Παράλληλα είχε δεχτεί πολλαπλά χτυπήματα στο κεφάλι και το πρόσωπο, ενώ τα χέρια της ήταν δεμένα με σπάγκο. Ο John έντρομος έτρεξε να ζητήσει βοήθεια και όπως βγήκε στο βιβλιοπωλείο, είδε την πόρτα του ανοιχτή. Ο δολοφόνος ήταν ακόμα στη σκηνή του εγκλήματος όταν ο πρώην σύζυγος της Maria ήρθε και είχε μόλις διαφύγει.

Μάρτυρες είδαν έναν εύσωμο και φαλακρό άντρα να τρέχει έξω από το μαγαζί, κινδυνεύοντας να τον πατήσει ένα αυτοκίνητο και να το σκάει από έναν κοντινό παράδρομο. Σκιτσογράφοι της αστυνομίας έφτιαξαν το σκίτσο του βάσει της μαρτυρίας ενός οδοκαθαριστή —αξίζει να σημειωθεί πως η αστυνομία χρησιμοποίησε υπνοθεραπευτή για να αποκτήσει πρόσβαση στη μνήμη του μάρτυρα, μία πρακτική που αργότερα εγκαταλείφθηκε— αλλά μέχρι σήμερα κανείς δεν τον έχει αναγνωρίσει.

Την αρχική έρευνα ανέλαβε ο νεαρός τότε αστυνομικός Ron Iddles, στην πρώτη του υπόθεση ανθρωποκτονίας. Ο Iddles αργότερα θα αποκτούσε τη φήμη του κορυφαίου ντετέκτιβ της Αυστραλίας. Παρά την ενδελεχή έρευνα δεν κατάφερε να προσδιορίσει το κίνητρο του δράστη, με αποτέλεσμα η προανακριτική διαδικασία να καταλήξει το 1982 στο συμπέρασμα ότι η Maria δολοφονήθηκε από κάποιον άγνωστο σε εκείνη και η υπόθεση έμεινε ξεχασμένη στο συρτάρι για τα επόμενα 33 χρόνια.

Το 2013, ο μικρότερος γιος της, ο Adam James αποκάλυψε για πρώτη φορά ένα μυστικό που κρατούσε από τα 11 του χρόνια: τους μήνες πριν τη δολοφονία, είχε κακοποιηθεί σεξουαλικά τρεις φορές από τον βοηθό εφημέριος της τοπικής ενορίας, τον πάτερ Anthony Bongiorno. Σύμφωνα με τον μεγαλύτερο γιο, Mark, η Maria το είχε ανακαλύψει και είχε αναφέρει στον αδερφό του, «Adam, αύριο θα ζητήσω από τον πάτερ Bongiorno να μιλήσουμε». Ένας ηλεκτρολόγος, ο Allan Hircoe, κατέθεσε δεκαετίες αργότερα ότι είχε δει τον Bongiorno με αίματα στο πρόσωπο, στα χέρια και στο μανίκι του περίπου την ώρα της δολοφονίας. Το 2015, ωστόσο, ο ιερέας αποκλείστηκε επισήμως ως ύποπτος, αφού το DNA του δεν ταυτοποιήθηκε με το δείγμα που η αστυνομία τότε θεωρούσε ότι προερχόταν από τον δολοφόνο.

Δύο χρόνια αργότερα, ωστόσο, τα πάντα ανατράπηκαν. Το ερευνητικό podcast Trace του ABC, με τη δημοσιογράφο Rachael Brown, αποκάλυψε ένα καταστροφικό για την πορεία της έρευνας λάθος: το μαξιλάρι από όπου είχε εξαχθεί το δείγμα DNA που αθώωνε τον Bongiorno προέρχονταν στην πραγματικότητα από μια εντελώς άσχετη υπόθεση φόνου, αυτή του Noel McCoy, ο οποίος είχε δολοφονηθεί το 1975 και το εύρημα αναμίχθηκε κατά λάθος με αυτά της Maria James.

Η αστυνομία δεν είχε στα χέρια της ποτέ το πραγματικό DNA του δολοφόνου. Ξαφνικά όλοι οι ύποπτοι, μαζί και ο Bongiorno, επανήλθαν στο προσκήνιο. Το ίδιο podcast αποκάλυψε πως ο Adam είχε κακοποιηθεί και από δεύτερο ιερέα, τον πατέρα Thomas O’Keeffe, εφημέριο της εκκλησίας St Mary’s στο Thornbury, το Σαββατοκύριακο πριν από τη δολοφονία. Ωστόσο, όταν έγιναν οι αποκαλύψεις αυτές, οι δύο ιερείς είχαν πεθάνει, ο Ο’Keeffe το 1984 και ο Bongiorno το 2002.

Άλλος ύποπτος για τη δολοφονία της Maria ήταν ο καταδικασμένος για τον φόνο της συζύγου του, Vicki Cleary, Peter Keogh, ο οποίος, σύμφωνα με καταθέσεις είχε πει κάποτε στην Cleary: «Θα σου κάνω ό,τι έκανα σε εκείνη τη βιβλιοπώλισσα». Ούτε ο Keogh, ωστόσο, συνδέθηκε ποτέ με τη δολοφονία της Maria.

Καθώς η υπόθεση ξανάνοιγε, αποκαλύφθηκε πως το ματωμένο πάπλωμα της Maria —πιθανό τεκμήριο που δυνητικά θα μπορούσε να αποκαλύψει το πραγματικό DNA του δολοφόνου— είχε εξαφανιστεί μυστηριωδώς από την αποθήκη αποδεικτικών στοιχείων της αστυνομίας, μαζί με τα ματωμένα ρούχα της. Επανεμφανίστηκε, εντελώς αναπάντεχα, τον Ιούνιο του 2021, ωστόσο η ανάλυση DNA σε τρίχες που βρέθηκαν δεν έχει δώσει μέχρι σήμερα κάποιο αποτέλεσμα που μπορεί να συνδέσει τον φόνο με ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα πρόσωπα.

Από το 2017 οι γιοι της Maria ζητούσαν επίσημα την επανεξέταση της υπόθεσης και το 2018 άρχισαν να προχωρούν οι διαδικασίες για να ανοίξει και πάλι ο φάκελος. Η νέα προανακριτική διαδικασία ξεκίνησε τελικά τον Σεπτέμβριο του 2021, σαράντα ένα χρόνια μετά τον φόνο, με έξι υπόπτους στο επίκεντρο: τους ιερείς Anthony Bongiorno και Thomas O’Keeffe και τους Peter Keogh, Peco Macevski, Lyle Perkins, Mario Falcucci. Ο Ron Iddles κατέθεσε πως, για εκείνον ο Bongiorno παρέμενε ο πιο πιθανός ύποπτος, καθώς είχε το κίνητρο, το μέσο και την ευκαιρία για να διαπράξει τη δολοφονία.

Νέες εξετάσεις που έγιναν σε ένα μαξιλάρι απέδωσαν ένα μερικό, μικτό γενετικό προφίλ: το DNA της Maria και ενός άγνωστου άντρα, το οποίο ναι μεν ταίριαζε με αυτό του Keogh αλλά παράλληλα με το 50% του πληθυσμού της χώρας. Το αποτέλεσμα ήταν τόσο γενικό, που ο Keogh δεν μπορούσε να συνδεθεί με τον φόνο. Οι τρίχες που βρέθηκαν στο πάπλωμα, ωστόσο, άνοιξαν άλλη μια οδό: μέσω της ανάλυσης του μιτοχονδριακού DNA θα μπορούσαν να συγκριθούν με δείγμα του Bongiorno, το οποίο η αστυνομία είχε αποκτήσει κρυφά το 2014 από την αδερφή του.

Τον Μάρτιο του 2022 η έρευνα της ανακρίτριας Caitlin English κατέληξε πως η Maria δολοφονήθηκε από έναν άγνωστο δράστη —άρα η υπόθεση παραμένει μέχρι σήμερα επισήμως ανεξιχνίαστη — κρίνοντας, ωστόσο πως τόσο ο πατέρας Bongiorno όσο και ο Keogh παραμένουν οι βασικοί ύποπτοι.

Σαράντα τέσσερα χρόνια μετά τον φόνο, το 2024, η αστυνομία προσέφερε αμοιβή ενός εκατομμυρίου δολαρίων για πληροφορίες, ενώ σύμφωνα με την αστυνομική διεύθυνση της Victoria, καθώς η τεχνολογία εξελίσσεται, ίσως στο μέλλον να υπάρξει η δυνατότητα να εξεταστούν καλύτερα τόσο το πάπλωμα, όσο και ο σπάγκος με τον οποίο η Maria βρέθηκε δεμένη. Οι δύο γιοι της, μεσήλικες πλέον, συνεχίζουν να αναζητούν τις απαντήσεις που το σύστημα δεν έχει καταφέρει ακόμα να δώσει.

Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.

Exit mobile version