
Γιατί οι Γάλλοι είναι συνεχώς στους δρόμους;
- 20 ΟΚΤ 2026
Ο καθηγητής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον, David A. Bell, λέει πως ο δρόμος στη Γαλλία είναι τόσο έντονα συνυφασμένος με τη γαλλική πολιτική ζωή, ώστε συχνά θεωρείται η «τέταρτη εξουσία»· η έσχατη λύση στην οποία καταφεύγουν οι πολίτες όταν η νομοθετική, η εκτελεστική και η δικαστική εξουσία δεν ανταποκρίνονται.
Τις τελευταίες εβδομάδες, αυτή η βαθιά ριζωμένη παράδοση βρήκε και πάλι τιμητές. Μαθητές έστησαν οδοφράγματα έξω από τα λύκειά τους, σχολεία έκλεισαν ή αποκλείστηκαν και χιλιάδες νέοι βγήκαν στους δρόμους διαμαρτυρόμενοι για τις ελλείψεις εκπαιδευτικών, τις υπερπλήρεις αίθουσες, την κακή κατάσταση των κτιρίων, τα πολύωρα σχολικά προγράμματα και τις μεγάλες ανισότητες από περιοχή σε περιοχή.
Μέρα με τη μέρα, οι διαμαρτυρίες έπαψαν να απασχολούν μόνο τους μαθητές. Στο πλευρό τους, από τις πρώτες κιόλας ημέρες, στάθηκαν φοιτητές, εκπαιδευτικοί, γονείς, ακτιβιστές και συνδικάτα με τα αιτήματα να διευρύνονται και να φέρνουν στην επιφάνεια μία γενικευμένη δυσαρέσκεια που εκφράζεται από το μεγαλύτερο μέρος της γαλλικής κοινωνίας. Η ακρίβεια, η άνοδος στις τιμές των καυσίμων, η υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών και το αυξημένο κόστος παραγωγής πυροδότησαν μία από τις χειρότερες κοινωνικές εκρήξεις των τελευταίων δεκαετιών.
Το Σάββατο (17/10) ήταν η μεγαλύτερη ημέρα κινητοποιήσεων από τότε που ξεκίνησαν οι διαδηλώσεις εδώ και περίπου ένα μήνα, με πάνω από μισό εκατομμύριο ανθρώπους να συμμετέχουν σε περίπου 110 πορείες σε ολόκληρη τη Γαλλία, αριθμός που σύμφωνα με το μεγάλο συνδικάτο CGT ανήλθε σε περίπου 800.000 διαδηλωτές.
Τα βίαια επεισόδια που σημειώθηκαν ήταν αποτέλεσμα της σύγκλισης τριών διαφορετικών δυναμικών: του φοιτητικού κινήματος που ξεκίνησε πριν από μερικές εβδομάδες και ζητούσε καλύτερες συνθήκες στα σχολεία και τα πανεπιστήμια, ενός ευρύτερου πανεθνικού κινήματος διαμαρτυρίας για το υψηλό κόστος διαβίωσης και ομάδων που χρησιμοποίησαν τις διαδηλώσεις ως πρόσχημα για λεηλασίες και πλιάτσικο.
Οι εικόνες που κατέφθαναν από τη γαλλική πρωτεύουσα και άλλες πόλεις που ξέσπασαν ταραχές ήταν μεν πρωτόγνωρες αλλά σίγουρα, οι Γάλλοι τις είχαν ξαναδεί.
Η σύγχρονη Γαλλία γεννήθηκε από μια αιματηρή εξέγερση το 1789 και έκτοτε, οι συμβολισμοί εκείνης της εξέγερσης επανέρχονται ξανά και ξανά στα μεγάλα κοινωνικά κινήματα της χώρας. Από τις εξεγέρσεις στους δρόμους καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, ανάμεσά τους και εκείνη του 1832, που ενέπνευσε τους Αθλίους του Βίκτορ Ουγκό, μέχρι τα «Κίτρινα Γιλέκα» που ξεκίνησαν το 2018, η παράδοση της μαζικής διαμαρτυρίας παρέμεινε σταθερά ζωντανή.
Ένας από τους λόγους είναι η πολιτική κουλτούρα που διαθέτουν οι Γάλλοι. Όπως εξηγεί ο καθηγητής Ιστορίας στο Κολέγιο της Βοστώνης, Julian Bourg, «σε αντίθεση με την αγγλοαμερικανική παράδοση, η οποία θεωρεί το κράτος ως ένα ξένο, παρεμβατικό όργανο που απειλεί την ατομική ελευθερία, στη Γαλλία υπάρχει μια μακρά παράδοση σύμφωνα με την οποία το κράτος ενσαρκώνει τον ίδιο τον λαό. Ως εκ τούτου, θεωρείται ότι το κράτος λογοδοτεί άμεσα στον λαό».
Κυρίως, όμως, σύμφωνα με τον Bell, οι διαδηλώσεις είναι συχνές επειδή υπάρχει η αίσθηση ότι αποδίδουν και έχουν αποτέλεσμα. Για παράδειγμα, οι διαδηλώσεις της δεκαετίας του 1930 οδήγησαν σε μέτρα προστασίας των εργαζομένων που εξακολουθούν να προασπίζονται με ζήλο.
Από την άλλη, υπάρχουν ορισμένα στοιχεία που διαφοροποιούν τις σημερινές κινητοποιήσεις από εκείνες του παρελθόντος. Για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες, όπως αναφέρει ο Bourg, οι μαθητές λυκείου ήταν εκείνοι που πρώτοι ανέλαβαν δράση. Καθοριστικός είναι, μεταξύ άλλων, ο ρόλος των social media, τα οποία επέτρεψαν στα κινήματα να εξαπλωθούν σε ολόκληρη τη χώρα, σε αντίθεση με τις εξεγέρσεις των προηγούμενων γενεών, οι οποίες χρειάζονταν περισσότερο χρόνο για να βγουν εκτός των συνόρων του Παρισιού.
Παρά τις διαφορές, όμως, οι κινητοποιήσεις των τελευταίων εβδομάδων κουβαλούν σαφείς και διδακτικές αναφορές στο παρελθόν. Και για να καταλάβει κανείς καλύτερα το σημερινό μαθητικό κίνημα, αρκεί να επιστρέψει σε ορισμένες από τις σημαντικότερες στιγμές κοινωνικής αναταραχής της σύγχρονης γαλλικής ιστορίας.
Ο Μάης του ’68
Οι διαδηλώσεις του 21ου αιώνα δεν μπορούν να κατανοηθούν χωρίς να ληφθούν υπόψη εκείνες που σάρωσαν τη Γαλλία το 1968 και μεταμόρφωσαν τη χώρα.
«Είμαστε οι κληρονόμοι του Μάη του ’68», έγραφε ένα πανό έξω από σχολείο την περασμένη εβδομάδα. Το 1968, οι κινητοποιήσεις που ξεκίνησαν από τους φοιτητές παρέσυραν εκατομμύρια εργαζομένους σε απεργίες, έφεραν τη γαλλική κυβέρνηση στα όρια της κατάρρευσης και ενέπνευσαν αντίστοιχα φοιτητικά κινήματα σε άλλες χώρες.
Ο Bourg προειδοποίησε ότι, μέχρι στιγμής, οι διαδηλώσεις των τελευταίων εβδομάδων έχουν πιο συγκεκριμένο αντικείμενο και δεν είναι τόσο ισχυρές ιδεολογικά όσο εκείνες που ταράξανε τη Γαλλία πριν από σχεδόν 60 χρόνια, οι οποίες τροφοδοτήθηκαν αρχικά από ριζοσπαστικές, αντικαθεστωτικές πολιτικές. «Παρ’ όλα αυτά, κάθε σημαντικό γαλλικό κίνημα δημιουργεί την πιθανότητα τα αιτήματα μιας συγκεκριμένης ομάδας να οδηγήσουν σε πιο γενικευμένες διαμαρτυρίες και σε μια ευρύτερη πολιτική κρίση», είπε. «Αυτή είναι η ηχώ του 1968».
Τα προάστια του 2005
Το 2005, η Γαλλία βίωσε τρεις εβδομάδες αναταραχών σε εκατοντάδες προάστια και πόλεις, αφού δύο έφηβοι, ο Zyed Benna και ο Bouna Traoré, υπέστησαν ηλεκτροπληξία και πέθαναν ενώ κρύβονταν από την αστυνομία σε έναν ηλεκτρικό υποσταθμό.
Ξέσπασαν σφοδρές συγκρούσεις μεταξύ διαδηλωτών και αστυνομίας εν μέσω εντάσεων που σιγόβραζαν εδώ και καιρό λόγω της ανεργίας των νέων και των κατηγοριών για αστυνομική βία, ειδικά εναντίον ατόμων με χαμηλό εισόδημα και ατόμων διαφορετικής εθνικότητας στα πολυώροφα προάστια (banlieues) του Παρισιού και άλλων πόλεων.
Πολλές από αυτές τις εντάσεις δεν έχουν επιλυθεί. Ο θάνατος ενός εφήβου από αστυνομικά πυρά το 2023, προκάλεσε νέο κύμα μαζικών διαδηλώσεων, κατά τις οποίες συνελήφθησαν χιλιάδες ανήλικοι.
Και παρότι οι σημερινές διαδηλώσεις πυροδοτούνται κυρίως από αιτήματα για την εκπαίδευση, μεγάλο μέρος της οργής πηγάζει από μια πολύ πιο βαθιά και διαρκή αίσθηση που επικρατεί ανάμεσα στους νέους, ότι οι πολιτικοί ηγέτες δεν επενδύουν αρκετά στο μέλλον τους.
Τα «Κίτρινα Γιλέκα» (2018-20)
Το 2018, οι διαδηλώσεις των «Κίτρινων Γιλέκων», που πυροδοτήθηκαν από την αύξηση του φόρου στη βενζίνη και πήραν το όνομά τους από τα φωσφοριζέ γιλέκα οδικής ασφάλειας που φορούσαν οι διαδηλωτές, ξεκίνησαν ως μία αυθόρμητη αντίδραση στην αύξηση της φορολογίας στα καύσιμα και πολύ γρήγορα εξελίχθηκαν σε γενικευμένη αντίδραση για τη συνεχή υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου.
Οι διαδηλώσεις κορυφώθηκαν στα τέλη του 2018 και συνεχίστηκαν με περιοδικές εξάρσεις μέχρι το 2020. Διαδηλωτές εισέβαλαν σε κυβερνητικά κτίρια, η αστυνομία έκανε χρήση πλαστικών σφαιρών και δακρυγόνων, ενώ αρκετοί άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους σε τροχαία ατυχήματα που σχετίζονταν με τις διαδηλώσεις ή τραυματίστηκαν σε αυτές.
Ο Bourg σημειώνει ότι τα «Κίτρινα Γιλέκα» δεν είχαν ξεκάθαρο κομματικό πρόσημο, αν και η οργή τους κατευθύνθηκε κατά των οικονομικών πολιτικών του Προέδρου Emmanuel Macron. Fun fact: η τελευταία θητεία του Γάλλου προέδρου πλησιάζει προς το τέλος της και δεδομένου ότι τα «Κίτρινα Γιλέκα» διαδήλωναν κατά το πρώτο έτος της προεδρίας του Macron και βρίσκονται ξανά στους δρόμους κατά το τελευταίο έτος της θητείας του, σημαίνει ότι δεν έχουν αλλάξει και πολλά.
Όπως επισημαίνει ο Bell, υπάρχει μια ακόμη ομοιότητα με τις σημερινές κινητοποιήσεις, μιας και τα «Κίτρινα Γιλέκα» ξεκίνησαν εστιάζοντας σε ένα μεμονωμένο ζήτημα και στην πορεία, το κίνημα εξελίχθηκε και μεγάλωσε για να εκφράσει την απογοήτευση των πολιτών απέναντι στις πολιτικές λιτότητας.
Οι εργαζόμενοι και το συνταξιοδοτικό του 2023
Οι πολιτικές του Macron έβγαλαν και το 2023 τον κόσμο στους δρόμους, αυτή τη φορά, όταν πρότεινε την αύξηση του νόμιμου ορίου συνταξιοδότησης από τα 62 στα 64 έτη.
Η κατακραυγή που ακολούθησε οδήγησε, σε ορισμένες περιπτώσεις, πάνω από ένα εκατομμύριο ανθρώπους στους δρόμους· εργαζόμενοι από διαφορετικούς κλάδους και από όλο το πολιτικό φάσμα διαδήλωσαν ενάντια στις προτεινόμενες αλλαγές, τις οποίες η κυβέρνηση επέμενε ότι ήταν απαραίτητα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης.
Τελικά, ο Macron κατέφυγε σε μια σπάνια συνταγματική διαδικασία για να περάσει τη μεταρρύθμιση χωρίς ψηφοφορία στο Κοινοβούλιο, ενισχύοντας ακόμη περισσότερο την εικόνα ενός προέδρου που κυβερνά αγνοώντας πλήρως την πίεση του δρόμου. Πέρυσι, μετά από παρατεταμένες πολιτικές αναταραχές, η κυβέρνηση επανέφερε το θέμα, με τον πρωθυπουργό Sébastien Lecornu να προτείνει την αναστολή της μεταρρύθμισης μέχρι τις επόμενες προεδρικές εκλογές, το 2027.
Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.