
Γιατί το “diesel deal” μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας δεν θα ρίξει τις τιμές των καυσίμων
- 13 ΟΚΤ 2026
Το Σαββατοκύριακο, ο Donald Trump κατάφερε να αιφνιδιάσει βάζοντας στη σειρά λέξεις όπως ΗΠΑ, Ρωσία, πόλεμος στην Ουκρανία, ντίζελ και ενεργειακή εκεχειρία. Πρώτα, ανακοίνωσε ότι κατέληξε σε συμφωνία με τη Ρωσία για την προμήθεια μεγάλων ποσοτήτων ντίζελ τόσο στην αμερικανική όσο και στην παγκόσμια αγορά, με στόχο την αποκλιμάκωση των τιμών των καυσίμων. Ακολούθησε μία ακόμη ανακοίνωση, με την οποία υποστήριξε ότι Μόσχα και Κίεβο συμφώνησαν να σταματήσουν αμέσως τις επιθέσεις εναντίον ενεργειακών υποδομών.
Στην περίπτωση ωστόσο της λεγόμενης «ενεργειακής εκεχειρίας», οι εξελίξεις δεν φαίνεται να δικαιώνουν τη βεβαιότητα του Αμερικανού προέδρου, με το Κρεμλίνο να «αδειάζει» τον Trump και να δηλώνει ότι οι επαφές σχετικά με μία κατάπαυση του πυρός μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας σε ενεργειακές εγκαταστάσεις και σημαντικές υποδομές, συνεχίζονται· διέψευσε στην ουσία τα περί άμεσης ισχύς που ανακοίνωσε ο Trump.
«Από τώρα, τίθεται σε εφαρμογή ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΕΚΕΧΕΙΡΙΑ στον πόλεμο ανάμεσα στην Ρωσία και την Ουκρανία. Οι δύο πλευρές συμφώνησαν. Μην την παραβιάσετε!». Ήταν το μήνυμα που έγραψε στον λογαριασμό του στο Truth Social ο Donald Trump, αιφνιδιάζοντας τις δύο πλευρές.
Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, Dmitry Peskov, δήλωσε ότι η συμφωνία για το ντίζελ μεταξύ Ρωσίας και ΗΠΑ δεν συνδέεται με τις ειρηνευτικές συνομιλίες για την Ουκρανία και τη χαρακτήρισε μια ξεχωριστή οικονομική συμφωνία που εξυπηρετεί τα συμφέροντα και των δύο χωρών.
«Δεν βλέπω καμία άμεση σύνδεση εδώ. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για έναν τομέα συνεργασίας μεταξύ Ρωσίας και ΗΠΑ που είναι αμοιβαία επωφελής. Εξυπηρετεί τα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών, τα συμφέροντα των παγκόσμιων ενεργειακών αγορών και τα συμφέροντα της Ρωσίας. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο συμβαίνει αυτό», δήλωσε μεταξύ άλλων.
Αν όμως η ανακοίνωση περί ενεργειακής εκεχειρίας γεννά ερωτήματα για το αν και κατά πόσο ισχύει, η συμφωνία για το ρωσικό ντίζελ δημιουργεί ένα εξίσου κρίσιμο ερώτημα που απασχολεί και τους περισσότερους: μπορεί πράγματι να ρίξει τις τιμές των καυσίμων;
Η απάντηση, τουλάχιστον σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις των αναλυτών της ενεργειακής αγοράς, δεν είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντική.
Όπως επισημαίνει η Wall Street Journal, η συμφωνία με τη Ρωσία δύσκολα θα προσφέρει ουσιαστική ανακούφιση στους Αμερικανούς καταναλωτές, σε μια περίοδο που το κόστος των καυσίμων παραμένει εξαιρετικά υψηλό και οι ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου πλησιάζουν.
Το πρώτο εμπόδιο είναι πολιτικό και νομικό. Η συμφωνία έχει ήδη προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στην Ουάσινγκτον, με νομοθέτες τόσο από το Ρεπουμπλικανικό όσο και από το Δημοκρατικό Κόμμα να αμφισβητούν τη νομιμότητά της. Ακόμη, όμως, κι αν ξεπεραστούν οι νομικές δυσκολίες, υπάρχει ένα πολύ πιο ουσιαστικό πρόβλημα: οι ποσότητες ρωσικού ντίζελ που προβλέπει η συμφωνία θεωρούνται υπερβολικά μικρές για να επηρεάσουν σημαντικά τις τιμές.
«Ανεξάρτητα από το αν η εισαγωγή ρωσικού ντίζελ στις ΗΠΑ είναι νόμιμη, ενδέχεται να μην έχει ιδιαίτερα ουσιαστικό αντίκτυπο στη μείωση των τιμών στη χώρα», αναφέρουν αναλυτές της ClearView Energy Partners σε ενημερωτικό σημείωμα προς τους πελάτες τους.
Η αντίδραση των αγορών φαίνεται να ενισχύει αυτή την εκτίμηση. Τη Δευτέρα (12/10), τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης του ντίζελ στη Νέα Υόρκη παρέμειναν σχεδόν αμετάβλητα σε σχέση με το κλείσιμο της Παρασκευής, καθώς η αρχική πτώση που είχε σημειωθεί στις συναλλαγές μετά το κλείσιμο της αγοράς, έπειτα από την ανακοίνωση της συμφωνίας από τον Trump, είχε σχεδόν εξανεμιστεί, με τις τιμές να υπολείπονται πλέον μόλις κατά ένα σεντ.
Την ίδια ημέρα, η μέση τιμή λιανικής του ντίζελ στις ΗΠΑ διαμορφωνόταν περίπου στα 6,27 δολάρια ανά γαλόνι, έναντι του ιστορικού υψηλού των 6,53 δολαρίων τον προηγούμενο μήνα και παρά την αποκλιμάκωση, η τιμή του παρέμενε κατά 71% υψηλότερη σε σχέση με πέρυσι.
Το πετρέλαιο χρησιμοποιείται ως βασικό καύσιμο σε φορτηγά, γεωργικά μηχανήματα και κατασκευαστικό εξοπλισμό, που σημαίνει ότι οι αυξήσεις στην τιμή του και το κόστος του, μπορεί να μετακυλιστεί στους καταναλωτές μέσω υψηλότερων τιμών στα είδη διατροφής και σε άλλα προϊόντα.
Οι αριθμοί πίσω από τη συμφωνία
Ο Trump δήλωσε την Παρασκευή ότι η Ρωσία συμφώνησε να άρει την απαγόρευση εξαγωγών που είχε επιβάλει το καλοκαίρι και να διαθέσει εκατοντάδες χιλιάδες τόνους ντίζελ στις παγκόσμιες αγορές αυτόν και τον επόμενο, αυξάνοντας τις ποσότητες προσεχώς.
Οι ποσότητες για τις οποίες μίλησε ο Trump αντιστοιχούν σε λίγο περισσότερα από 100.000 βαρέλια την ημέρα αυτόν τον μήνα και περίπου 125.000 βαρέλια την ημέρα τον Νοέμβριο. Συγκριτικά, πέρυσι η Ρωσία εξήγαγε περίπου 800.000 βαρέλια ημερησίως.
Αναλυτές και έμποροι ενέργειας χαρακτήρισαν τις ποσότητες που ανέφερε ο Trump «μια σταγόνα στον ωκεανό» σε σύγκριση με το παγκόσμιο έλλειμμα προσφοράς καυσίμων, και ενδέχεται να αντανακλούν τη σημαντικά μειωμένη διυλιστική ικανότητα της Ρωσίας.
Πώς φτάσαμε ως εδώ
Οι τιμές του ντίζελ εκτοξεύτηκαν φέτος μετά την έναρξη του πολέμου στο Ιράν, εξαιτίας του οποίου έχει διακοπεί η εξαγωγή καυσίμων από τη Μέση Ανατολή. Παράλληλα, οι ολοένα και πιο επιτυχημένες επιθέσεις της Ουκρανίας εναντίον ρωσικών διυλιστηρίων, έχουν περιορίσει την παγκόσμια προσφορά.
Πέρυσι, η Ρωσία ήταν ο δεύτερος μεγαλύτερος εξαγωγέας ντίζελ στον κόσμο, μετά τις ΗΠΑ. Ωστόσο, οι εξαγωγές ρωσικού ντίζελ είχαν ήδη μειωθεί όταν το Κρεμλίνο επέβαλε απαγόρευση εξαγωγών τον Ιούλιο, προκειμένου να εξασφαλίσει επαρκή ποσότητα καυσίμων στην εγχώρια αγορά, ιδίως για τη θερινή συγκομιδή. Τα αμερικανικά διυλιστήρια έχουν αυξήσει τις εξαγωγές ντίζελ, αλλά λειτουργούν στο μέγιστο της παραγωγικής τους δυναμικότητας και δεν μπορούν να καλύψουν περαιτέρω το παγκόσμιο έλλειμμα.
Αναλυτές εκτιμούν ότι, για να υποχωρήσουν σημαντικά οι τιμές, θα πρέπει Ρωσία και Ουκρανία να καταλήξουν σε κατάπαυση το πυρός, είτε να αποκατασταθεί η ομαλή διέλευση των πλοίων μέσων των Στενών του Ορμούζ.
Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.