Konstantinos Tsakalidis / SOOC
ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

Τα σχολεία άνοιξαν αλλά δεν πήγαν όλα τα παιδιά με την ίδια χαρά

Το ελληνικό σχολείο βρίσκεται αντιμέτωπο με μια βαθύτερη κρίση: βία, πίεση, δυσκολίες στη διαχείριση ορίων και μια σχέση εκπαιδευτικών, γονέων και μαθητών που δοκιμάζεται. Ο Μιχάλης Σακελλαρίου, Υποδιευθυντής του 5ου ΓΕΛ Κορυδαλλού και επιμορφωτής του ΕΚΔΔΑ, και η ψυχολόγος Ζωή Κρυώνη μιλούν στο OneMan.

Κάθε Σεπτέμβριο το σχολείο ανοίγει τις πόρτες του με την ίδια σχεδόν εικόνα: παιδιά με καινούργιες τσάντες, γονείς με λίστες, εκπαιδευτικούς με υποχρεώσεις που μοιάζουν να πολλαπλασιάζονται και μια σειρά από προσδοκίες για μια καλή σχολική χρονιά. Πίσω όμως από αυτή την εικόνα κανονικότητας υπάρχει μια πραγματικότητα πολύ πιο σύνθετη. Γιατί το σχολείο δεν είναι πλέον μόνο ο χώρος όπου τα παιδιά μαθαίνουν γράμματα. Είναι ένας μικρόκοσμος μιας κοινωνίας που αλλάζει, πιέζεται και δυσκολεύεται όλο και περισσότερο να διαχειριστεί τη σύγκρουση, τη ματαίωση, τη διαφορετικότητα και τα όρια.

Ο εκπαιδευτικός καλείται να διδάξει, να παιδαγωγήσει, να διαχειριστεί κρίσεις, να αντιμετωπίσει παραβατικές συμπεριφορές, να επικοινωνήσει με γονείς και ταυτόχρονα να ανταποκριθεί σε ένα διαρκώς αυξανόμενο διοικητικό και αξιολογικό πλαίσιο. Οι γονείς, από την άλλη, κινούνται συχνά ανάμεσα στην απουσία και την υπερπροστασία, ενώ τα παιδιά μεγαλώνουν σε ένα περιβάλλον γεμάτο απαιτήσεις, συγκρίσεις και εικόνες επιτυχίας που δεν ανταποκρίνονται πάντα στην πραγματικότητα. Κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά, η σχέση εμπιστοσύνης που θα έπρεπε να αποτελεί τη βάση του σχολείου δοκιμάζεται.

Και μέσα σε αυτή τη γενικότερη συνθήκη, η σχολική βία και ο εκφοβισμός αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα. Το bullying έχει γίνει πλέον μέρος του καθημερινού λεξιλογίου μας, όμως δεν είναι κάθε καβγάς, πείραγμα ή σύγκρουση μεταξύ παιδιών σχολικός εκφοβισμός. Υπάρχουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και μηχανισμοί που μετατρέπουν μια συμπεριφορά σε bullying και μπορούν να εγκλωβίσουν ένα παιδί σε μια ιδιαίτερα δύσκολη και επώδυνη συνθήκη.

iStock

Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο πώς θα τιμωρηθεί ένας μαθητής ή πώς θα προστατευθεί ένα άλλο παιδί. Είναι πολύ μεγαλύτερο: τι συμβαίνει μέσα στο σχολείο, στις οικογένειες και στις σχέσεις μεταξύ των ενηλίκων και των παιδιών; Πώς μαθαίνουμε στα παιδιά να συνυπάρχουν, να διαχειρίζονται τη ματαίωση, να αναγνωρίζουν τα όρια και να αναλαμβάνουν την ευθύνη των πράξεών τους;

Ο Μιχάλης Σακελλαρίου, Υποδιευθυντής του 5ου Γενικού Λυκείου Κορυδαλλού και επιμορφωτής του ΕΚΔΔΑ, μιλά στο OneMan για ένα σχολείο που, όπως περιγράφει, βρίσκεται σε βαθιά κρίση, για την πίεση που δέχονται οι εκπαιδευτικοί, τη σχέση τους με τους γονείς και τους μαθητές, αλλά και για την αμηχανία ενός συστήματος που δυσκολεύεται να διαχειριστεί τα όριά του.

Στη συνέχεια, η ψυχολόγος Ζωή Κρυώνη εστιάζει στον σχολικό εκφοβισμό, εξηγώντας πότε μια σύγκρουση μεταξύ παιδιών μετατρέπεται πράγματι σε bullying, πώς πρέπει να αντιδράσουν οι γονείς όταν το παιδί τους πέφτει θύμα εκφοβισμού, αλλά και τι χρειάζεται να κάνουν όταν ανακαλύπτουν ότι το δικό τους παιδί είναι εκείνο που εκφοβίζει. Γιατί πίσω από τους ρόλους του «θύτη» και του «θύματος» υπάρχουν παιδιά που προσπαθούν να βρουν τη θέση τους στον κόσμο και ενήλικες που καλούνται να είναι πραγματικά παρόντες.

Μιχάλης Σακελλαρίου: Ένα σχολείο σε αμηχανία

Το ελληνικό σχολείο είναι πλέον τραυματισμένο. Και μάλιστα βαριά. Η μεγάλη πληγή που δημιουργήθηκε μέσα στην Πανδημία όχι μόνο δεν έκλεισε, αλλά δείχνει κάθε χρόνο σημάδια ραγδαίας επιδείνωσης. Δεν είναι μόνο οι υποχρεώσεις των εκπαιδευτικών που αυξήθηκαν σε εκθετικό βαθμό. Είναι το είδος των υποχρεώσεων και των καθηκόντων στα οποία καλούνται να ανταποκριθούν. Δράσεις για την αξιολόγηση, ποικίλες επιμορφώσεις, εκδηλώσεις, προγράμματα, απύθμενη γραφειοκρατία και το διδακτικό έργο που τείνει πλέον να γίνει πάρεργο.

Και μέσα σε όλο αυτό το κλίμα, κάποιοι “Διευθυντές” που αντί να στηρίξουν τον εκπαιδευτικό και ειδικά τον πιο πράο και συγκαταβατικό, τον χλευάζουν και οι ίδιοι και μάλιστα τον εγκαλούν για ανεπάρκεια. Είναι εκείνοι που αδιαφορούν πλήρως για τη γνώση και την αγωγή που παρέχει το σχολείο τους και η μόνη τους φροντίδα είναι να μην αμαυρωθεί το απαστράπτον βιογραφικό τους, μην ακουστεί το σχολείο και χαλάσει όλο το προσωπείο που έχουν χτίσει εδώ και χρόνια με μεταπτυχιακά, επιμορφώσεις, σχολικές δήθεν δράσεις και δημόσιες σχέσεις. Για εκείνους οι μαθητές και γονείς τους είναι οι κακομαθημένοι “πελάτες” που ό, τι και να γίνει πρέπει πάντα να έχουν δίκιο. Αυτοί Διευθυντές βιώνουν και οι ίδιοι αφόρητες πιέσεις από τις Διευθύνσεις να φτάσουν τα τμήματα στα όριά τους, με 26+ παιδιά και με απειλές ότι μπορεί να εφαρμοστεί και το 10% με 30 μαθητές/τριες μέσα στην τάξη. Και μάλιστα αυτές οι πιέσεις συνοδεύονται από απειλές για ΕΔΕ, αρνητικές αξιολογήσεις, καθαιρέσεις.

Αντιλαμβανόμαστε νομίζω, κατά πόσο μέσα σε αυτό το πλαίσιο μπορεί να λειτουργήσει και να εδραιωθεί ένα ευνοϊκό εκπαιδευτικό κλίμα που ενεργοποιεί την περιέργεια για τη μαθησιακή περιπέτεια, που ενισχύει την κουλτούρα του δημοκρατικού διαλόγου, που εστιάζει στις εξατομικευμένες ανάγκες του κάθε παιδιού και καλλιεργεί η αποκαθιστά έναν στοιχειώδη Λειτουργικό Γραμματισμό που είναι η μεγάλη πληγή αυτών των ηλικιακών ομάδων. Ούτε λόγος βέβαια για Κριτική Σκέψη.

Ο εκπαιδευτικός του σημερινού σχολείου καλείται να είναι ταυτόχρονα δάσκαλος, παιδαγωγός, ψυχολόγος, διαχειριστής κρίσεων, υπεύθυνος ασφαλείας, διοικητικός υπάλληλος, συντονιστής δράσεων, επιμορφούμενος και αξιολογούμενος. Καλείται να προσαρμοστεί διαρκώς σε νέες απαιτήσεις, ενώ παράλληλα αισθάνεται ότι κάθε του απόφαση, κάθε του κίνηση, ακόμη και φράση, μπορεί να αμφισβητηθεί, να παρερμηνευθεί ή να οδηγήσει σε καταγγελία. Ένας εκπαιδευτικός που αισθάνεται μόνος, αποσυνδεδεμένος από το έργο του, ματαιωμένος από χίλιες μεριές, κυνηγημένος από την Ύλη και τις παντός είδους Δράσεις, φοβισμένος ότι για το παραμικρό θα δώσει λόγο και θα καταγγελθεί, προσπαθεί απλώς να επιβιώσει σε ένα δυστοπικό περιβάλλον. Τη στιγμή μάλιστα που όλες οι παθολογίες, οι αστοχίες, οι αντιφάσεις και οι αρρυθμίες ενός συστήματος φορτώνονται στις πλάτες του, καθώς θεωρείται το εύκολο εξιλαστήριο θύμα, αφού είναι το πιο ορατό και άμεσο εκτελεστικό όργανο άνωθεν αόρατων εντολών. Έτσι, σταδιακά, δημιουργείται ένας εκπαιδευτικός φοβισμένος και αμυντικός. Όχι απαραίτητα επειδή δεν αγαπά τη δουλειά του, αλλά επειδή έχει αρχίσει να αισθάνεται ότι πρέπει πρώτα να προστατεύσει τον εαυτό του και μετά να ασκήσει το παιδαγωγικό του έργο.

Αυτό δεν είναι σχολείο για κανέναν. Είναι κάτεργο.

Οι μαθητές /τριες δεν είναι οι ίδιοι/ες πριν το 2020. Μια μεγάλη μερίδα των σημερινών εφήβων έρχονται στο σχολείο φορτωμένοι/ες με έναν αδιόρατο θυμό. Είναι το χαμηλό αντίκρισμα των σπουδών στην αγορά εργασίας; Είναι η υπερβολικές απαιτήσεις και η ενέργεια που καλούνται να καταβάλουν για έναν τίτλο που νομοτελειακά θα οδηγήσει στη διαρκή ανασφάλεια; Είναι οι αναπαραστάσεις στα social media ενός lifestyle που πρακτικά δεν υπάρχει χωρίς φίλτρα, AI και λογισμικά της επεξεργασίας εικόνας;

Είναι τα σύμβολα επιτυχίας και ευδαιμονίας αλλά ακόμη και ορατότητας; Είναι ένας εκβιαστικός και στρεσογόνος καταναλωτισμός; Είναι τέλος η συναισθηματική έρημος μέσα στην οποία πολλά από αυτά μεγαλώνουν;

Το ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα που σαπίζει σιγά σιγά το είχα αναφέρει αρκετές φορές στο παρελθόν. Κάποιοι γονείς αδιάφοροι και αμήχανοι απέναντι στις συμπεριφορές των παιδιών τους αλλά και η άλλη όψη του νομίσματος. Εκείνοι που τα “πνίγουν” με την καθοδήγηση και την “υποστήριξη”, σπεύδουν να ζητήσουν τον λόγο από τον καθηγητή αν ο βαθμός του παιδιού τους δεν είναι ο αναμενόμενος και είναι πρόθυμοι να πουν και εξόφθαλμα ψέματα μπροστά μας, να δώσουν δεκάδες άλλοθι, ακόμη και όταν αποδεδειγμένα το παιδί τους είναι παραβατικό κατ’ εξακολούθηση και χρειάζεται άλλου είδους βοήθεια, εκτός από ενθάρρυνση και συγχωροχάρτια. Φανταστείτε το μήνυμα που μεταδίδουν στα παιδιά τους.

Η χρήση αθέμιτων μέσων είναι ο ενδεδειγμένος τρόπος για την επίτευξη των στόχων μας.

Είναι οι γονείς με τις δεκάδες ενοχές. Τα αφήνουν και μεγαλώνουν στον αυτόματο. Και επειδή έχουν τύψεις που δεν ασχολούνται και δεν είναι δίπλα τους στις ανάγκες και τις αγωνίες τους, τούς κάνουν όλα τα χατίρια για να τα τυφλώσουν με τις παραχωρήσεις και τις υλικές παροχές και να μην αντιληφθούν την Ψυχική ματαίωση μέσα στην οποία μεγαλώνουν. Κανένας οργανισμός και κανένα σχολείο όμως δεν μπορεί να λειτουργήσει όταν κάθε όριο μετατρέπεται σε διαπραγμάτευση. Όταν οι κανονισμοί γίνονται κουρελόχαρτο από τις δεκάδες «χάρες» και εξαιρέσεις.

Υπάρχει και η άλλη version. Ο γονέας – drone. Είμαστε συνεχώς από πάνω τους, ελέγχουμε κάθε πτυχή της ιδιωτικής και δημόσιας ζωής τους, παίρνουμε πρωτοβουλίες για εκείνα, παρα-βιάζουμε την προσωπικότητά τους και εγκαθιστούμε το λειτουργικό / την ταυτότητα που θα θέλαμε να έχουν. Και κάπως έτσι ο βαθμός του γίνεται οικογενειακή υπόθεση. Μια παρατήρηση του εκπαιδευτικού γίνεται προσβολή. Μια συνέπεια γίνεται αδικία. Μια χαμηλότερη επίδοση γίνεται λόγος για τηλεφώνημα ή απειλητική επίσκεψη στο σχολείο. Και αφού έχουμε πειστεί και τα έχουμε πείσει ότι γεννήθηκαν με το ευλογημένο DNA και με IQ λάμπουσας αστερόσκονης, οφείλουν να κάνουν το όνομα της οικογένειας να αστράψει και να αφήσουν τον περίγυρο άφωνο με τις εκτυφλωτικές επιτυχίες τους. Τα πνίγουμε με τα φροντιστήρια, τις γλώσσες, τις προσδοκίες, τις φιλοδοξίες και τις απαιτήσεις μας, τα γεμίζουμε ενοχές για τις θυσίες που κάνουμε για χάρη τους και με μοναδική μαεστρία κατασκευάζουμε μία ερειπωμένη προσωπικότητα ή το μοντέλο νέας κοπής που σήμερα ονομάζουμε Delulu.

iStock

Πώς μεθαύριο αυτά τα παιδιά θα έρθουν σε επαφή με μια πραγματικότητα που μόνο φιλική και συναινετική δεν θα είναι για εκείνα και τις επιθυμίες τους; Πώς θα αντιμετωπίσουν τη Ματαίωση, την ερωτική, την συναισθηματική, την οικονομική, την επαγγελματική; Θα κλαίνε τα Σαββατοκύριακα; Θα επιδίδονται σε μαραθώνιους θρήνων και οδυρμών; Θα καταστρέφουν και τις ζωές των ανθρώπων που είναι δίπλα τους;

Ανάμεσα όμως στα δύο αυτά άκρα υπάρχει ένα ολόκληρο φάσμα. Και μέσα σε αυτό το φάσμα βρίσκονται, ευτυχώς, πολλοί υπεύθυνοι, συνετοί και επαρκείς γονείς. Γονείς που ενδιαφέρονται χωρίς να ασφυκτιούν, που θέτουν όρια χωρίς να συνθλίβουν, που αφουγκράζονται το παιδί τους και τα αιτήματά του χωρίς να δικαιολογούν τα πάντα, που συνεργάζονται με το σχολείο χωρίς να θεωρούν τον εκπαιδευτικό αντίπαλο και που μπορούν να δεχθούν ακόμη και μια δυσάρεστη παρατήρηση όταν αυτή αφορά πραγματικά το παιδί τους. Είναι οι γονείς που διαθέτουν χρόνο στην επικοινωνία και αφουγκράζονται το παιδί τους. Δεν είναι, λοιπόν, όλοι οι γονείς αδιάφοροι ούτε όλοι γονείς-ελικόπτερα. Όπως σε κάθε κοινωνική ομάδα, η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη από τα δύο άκρα. Και αυτοί οι γονείς, που δεν κάνουν θόρυβο, που δεν τηλεφωνούν για κάθε βαθμό και δεν απαιτούν προνομιακή μεταχείριση, είναι τελικά οι πιο πολύτιμοι σύμμαχοι του σχολείου.

Και τελικά, ποιος φταίει;

Το ερώτημα είναι λάθος.

Δεν φταίνε «οι εκπαιδευτικοί». Δεν φταίνε «οι γονείς». Δεν φταίνε «τα παιδιά».

Το σχολείο είναι ο καθρέφτης μιας κοινωνίας που βρίσκεται και η ίδια σε αμηχανία.

Οι εκπαιδευτικοί πιέζονται να παράγουν αποτελέσματα χωρίς να διαθέτουν πάντα τα εργαλεία και την εμπιστοσύνη που χρειάζονται. Οι γονείς παλεύουν ανάμεσα στην ενοχή, την απουσία, την υπερπροστασία και τον φόβο για το μέλλον των παιδιών τους. Και οι μαθητές προσπαθούν να ενηλικιωθούν σε έναν κόσμο που τους υπόσχεται τα πάντα στην οθόνη και ελάχιστα στην πραγματικότητα.

Το αποτέλεσμα είναι μια σχέση γεμάτη καχυποψία.

Ο εκπαιδευτικός φοβάται τον γονέα. Ο γονέας φοβάται για το παιδί του. Το παιδί φοβάται την αποτυχία. Η διοίκηση φοβάται την καταγγελία. Και όλοι μαζί φοβούνται να αναλάβουν την ευθύνη μιας δύσκολης απόφασης.

Έτσι γεννιέται η αμηχανία. Και η αμηχανία, όταν γίνεται μόνιμη συνθήκη, παραλύει.

Το σχολείο δεν χρειάζεται άλλη μία καμπάνια, άλλη μία δράση, άλλο ένα πρόγραμμα που θα προστεθεί στον ήδη φορτωμένο φάκελο του εκπαιδευτικού.

Χρειάζεται κάτι πολύ δυσκολότερο: εμπιστοσύνη, όρια και επιστροφή στην ουσία.

Ο εκπαιδευτικός πρέπει να μπορεί να διδάσκει χωρίς να αισθάνεται διαρκώς ύποπτος. Ο γονιός πρέπει να ξαναβρεί τον ρόλο του ως γονιός και όχι ως δικηγόρος του παιδιού του. Και ο μαθητής πρέπει να καταλάβει ότι η εκπαίδευση δεν υπάρχει για να τον κάνει απλώς ευτυχισμένο ή να του εξασφαλίσει έναν καλό βαθμό. Υπάρχει για να τον κάνει ελεύθερο, ικανό να σκέφτεται και αρκετά δυνατό ώστε να αντέχει έναν κόσμο που δεν θα είναι πάντοτε φιλικός μαζί του.

Αυτό είναι το σχολείο που χρειαζόμαστε.

Όχι ένα σχολείο που θα προσπαθεί να μην ενοχλεί κανέναν.

Αλλά ένα σχολείο που θα τολμά, ξανά, να μορφώνει.

Και ίσως το πρώτο βήμα είναι να παραδεχτούμε ότι αυτή τη στιγμή δεν ξέρουμε ακριβώς πώς να το κάνουμε.

Ζωή Κρυώνη: Πότε μια σύγκρουση μεταξύ παιδιών γίνεται bullying – Τι πρέπει να κάνουν οι γονείς

Η αρχή της σχολικής χρονιάς κάθε χρόνο έρχεται συνοδευόμενη από άγχος, ανυπομονησία, αλλαγές και προσδοκίες. Ένα βασικό ζήτημα που τα τελευταία αρκετά χρόνια απασχολεί, όχι άδικα, τόσο την επικαιρότητα όσο και τους άμεσα εμπλεκόμενους με την εκπαιδευτική διαδικασία, γονείς και εκπαιδευτικούς, είναι ο σχολικός εκφοβισμός, το γνωστό πλέον bullying. Έχει όμως νόημα να ξεκαθαρίσουμε πότε πραγματικά πρόκειται για bullying, καθώς ο όρος έχει περάσει στο καθημερινό μας λεξιλόγιο δυναμικά, ίσως κάποιες φορές περισσότερο απ’ όσο βοηθά στην πραγματικότητα η χρήση του.

Όταν λοιπόν κάνουμε λόγο για bullying, δεν αναφερόμαστε σε κάθε καβγά, σύγκρουση ή πείραγμα μεταξύ παιδιών. Σχολικός εκφοβισμός ορίζεται ένα συγκεκριμένο μοτίβο επιθετικής συμπεριφοράς, στο οποίο υπάρχει πραγματική ή αντιλαμβανόμενη ανισορροπία δύναμης και η συμπεριφορά αυτή συμβαίνει κατ’ επανάληψη ή είναι πιθανό να επαναληφθεί. Σαφώς ένας έντονος καβγάς ανάμεσα σε δύο παιδιά αντίστοιχης «ισχύος» μπορεί να είναι προβληματικός και να χρειάζεται παρέμβαση, χωρίς όμως να αποτελεί κατ’ ανάγκη εκφοβισμό.

Η διάκριση αυτή είναι σημαντική, καθώς οι συγκρούσεις και οι μηχανισμοί, που αναπτύσσει το άτομο για να τις διαχειριστεί, αποτελούν αναπόφευκτο μέρος των ανθρώπινων σχέσεων και της ψυχοσυναισθηματικής μας ανάπτυξης. Αντίθετα, ο εκφοβισμός δημιουργεί ένα ασφυκτικό πλαίσιο για το παιδί που γίνεται δέκτης του, μέσα στο οποίο δυσκολεύεται να υπερασπιστεί τον εαυτό του.

Τι γίνεται αν αντιληφθούμε ότι το παιδί μας δέχεται bullying;

Αρχικά, το πρώτο και σημαντικότερο ίσως βήμα είναι να ακούσουμε και να κατανοήσουμε πλήρως την οπτική του παιδιού, πριν δράσουμε. Δηλαδή, να του προσφέρουμε τον απαραίτητο χώρο να εκφράσει τα γεγονότα, τα συναισθήματα και την κατάσταση όπως την αντιλαμβάνεται. Χρειάζεται ψυχραιμία από μεριάς των γονέων και αποφυγή σπασμωδικών κινήσεων. Η δική μας ηρεμία είναι που θα προσφέρει, σε ένα πρώτο επίπεδο, την αίσθηση ασφάλειας στο παιδί. Είναι καλό να αποφευχθεί ο πανικός, οι εν είδει ανάκρισης ερωτήσεις και οι βιαστικές συμβουλές «αγνόησέ τους» ή «χτύπα τους κι εσύ/ κάνε τους το ίδιο».

Ταυτόχρονα, είναι καίριας σημασίας η στάση μας απέναντι στο παιδί που μας εμπιστεύεται κάτι τέτοιο, καθώς θα χρειαστεί να το διαβεβαιώσουμε ότι έκανε πολύ καλά που μίλησε γι’ αυτό και ότι η ευθύνη του εκφοβισμού σε καμία περίπτωση δεν είναι δική του. Στη συνέχεια, ωστόσο, θα βοηθήσει να καταγράψουμε με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ακρίβεια τα περιστατικά που έχουν λάβει χώρα και να επικοινωνήσουμε με το σχολείο, επιδιώκοντας συνεργασία και όχι αντιπαράθεση.

Παράλληλα, παρατηρούμε πιθανές αλλαγές στη διάθεση, την όρεξη και τον ύπνο του παιδιού αλλά και ενδεχόμενη σχολική άρνηση. Μήπως τον τελευταίο καιρό εκφράζει όλο και συχνότερα άρνηση για το σχολείο και τις παρέες; Πολλές φορές αυτή μπορεί βέβαια και να σωματοποιηθεί: συχνότεροι πονόκοιλοι, πονοκέφαλοι, αϋπνία που οδηγεί σε πρωινή υπνηλία. Όταν η επιβάρυνση είναι σημαντική ή δείχνει να επιμένει για μεγάλα χρονικά διαστήματα, η βοήθεια ενός ειδικού ψυχικής υγείας είναι ιδιαίτερα βοηθητική, αν όχι απαραίτητη.

Κι αν το παιδί μας είναι εκείνο που εκφοβίζει;

Αυτή ίσως είναι η δυσκολότερη πληροφορία που καλείται να διαχειριστεί ένας γονιός. Η πρώτη και άμεση αντίδραση συνήθως είναι η άρνηση, ο θυμός και η ντροπή. Ωστόσο, δε βοηθά ούτε η δικαιολόγηση του παιδιού ούτε και η δαιμονοποίησή του.

Αρχικά, σε αυτήν την περίπτωση το σημαντικότερο μήνυμα που χρειάζεται να επικοινωνήσουμε είναι ότι η συμπεριφορά είναι απαράδεκτη, όχι το ίδιο το παιδί.

Έχει νόημα να ακούσουμε και να κατανοήσουμε και εδώ τι κρύβεται πίσω από τη συμπεριφορά του παιδιού, χωρίς να σημαίνει ότι τη δικαιολογούμε. Θέτουμε σταθερά και ξεκάθαρα όρια και συνέπειες, συνεργαζόμαστε με το σχολείο και τους εκπαιδευτικούς, ενώ παράλληλα είναι σημαντικό να βοηθήσουμε το παιδί να αντιληφθεί και να αναγνωρίσει τον αντίκτυπο των πράξεών του αναλαμβάνοντας και την ανάλογη ευθύνη. Η ενσυναίσθηση δεν καλλιεργείται μέσα από την ταπείνωση και την τιμωρία, όσο μέσα από τη σύνδεση, τα όρια και την επανόρθωση.

Στόχος μας τελικά δεν είναι να μεγαλώσουμε «τέλεια» παιδιά αλλά να μεγαλώσουμε παιδιά που γνωρίζουν ότι μπορούν να ζητήσουν βοήθεια, όταν τη χρειάζονται, αναγνωρίζουν τις συνέπειες των συμπεριφορών τους και αναλαμβάνουν την ευθύνη όταν πληγώσουν κάποιον άλλο.

Και στις δύο περιπτώσεις, ωστόσο, είτε το παιδί δέχεται εκφοβισμό είτε εκφοβίζει, φαίνεται ότι το σημαντικότερο σημείο είναι η σχέση ασφάλειας και αποδοχής του γονέα ή/ και του εκπαιδευτικού με το παιδί. Είναι σωτήρια συνθήκη όταν μέσα στη σχέση το παιδί θα νιώσει την ανάγκη και την ασφάλεια να μοιραστεί χωρίς να αισθάνεται ότι διακυβεύεται η αποδοχή του ίδιου του εαυτού του.

Το bullying δεν αφορά μόνο δύο παιδιά, εκείνο που πληγώνει κι εκείνο που πληγώνεται. Αφορά κυρίως τα πλαίσια μέσα στα οποία τα παιδιά μαθαίνουν να σχετίζονται, να διεκδικούν τη θέση τους και να διαχειρίζονται τη διαφορετικότητα και τη δύναμη. Η διαχείριση ανάλογων καταστάσεων δεν εξαντλείται ούτε περιορίζεται στην τιμωρία του θύτη ή την προστασία του θύματος. Χρειάζεται διαρκής προσπάθεια, ενημέρωση και ανοιχτές κεραίες. Χρειάζεται, εν ολίγοις, ενήλικες που είναι διαθέσιμοι να ακούσουν, να παρέμβουν, να βάλουν όρια χωρίς ταμπέλες και να είναι συναισθηματικά και πρακτικά παρόντες.

Πίσω από τους ρόλους του θύτη και του θύματος, ας μην ξεχνάμε ότι βρίσκονται παιδιά που ψάχνουν τη θέση τους στον κόσμο και την αίσθηση του ανήκειν σ’ αυτόν.

* Η Ζωή Κρυώνη είναι Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπεύτρια, απόφοιτος του τμήματος Ψυχολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, ειδικευόμενη στην Γνωσιακή Συμπεριφοριστική Ψυχοθεραπεία στην Εταιρεία Γνωσιακών Συμπεριφοριστικών Σπουδών.

Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.