© Ρωμανός Λιούτας
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

3 Έλληνες χορογράφοι, 3 μέρες γεμάτες χορό, πολλές ιστορίες που γίνονται κίνηση

Λίγο πριν ανέβουν στη σκηνή, οι Ζωή Ευσταθίου, Χριστιάνα Κοσιάρη και Πάνος Μαλακτός μιλούν για τα έργα που θα μας δείξουν στην Πειραιώς 260.

Στην ανακοίνωση του προγράμματος του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου 2026, ο Μιχαήλ Μαρμαρινός είχε τονίσει την φετινή δυναμική παρουσία του χορού στην Πειραιώς 260. «Η κίνηση δεν αποτελεί μια απλή καλλιτεχνική έκφραση, αλλά έναν αυτόνομο τρόπο σκέψης και μια στάση απέναντι στον κόσμο, όπου το σώμα αναδεικνύεται σε φορέα Ιστορίας και πολιτικής ευαισθησίας που διεκδικεί τον χώρο του στο παρόν», είχε υπογραμμίσει χαρακτηριστικά ο καλλιτεχνικός διευθυντής του θεσμού. 

Κάπως έτσι, ξεκίνησε η κουβέντα μας με τους τρεις Έλληνες χορευτές-χορογράφους που ετοιμάζονται να καταλάβουν για ένα τριήμερο (22-24/07) τα βιομηχανικά κτίρια της Πειραιώς 260. Θα είναι η πρώτη τους εμφάνιση στο φεστιβάλ. «Η κίνηση δεν είναι διακόσμηση πάνω σε μια ιδέα. Είναι η ίδια η ιδέα σε δράση», λέει ο Πάνος Μαλακτός και συνεχίζει: «Πολλές φορές σκέφτομαι πρώτα με το σώμα και μετά καταλαβαίνω τι προσπαθώ να πω. Η κίνηση έχει τη δική της λογική, τη δική της γραμματική, τη δική της ικανότητα να αποκαλύπτει πράγματα που ίσως η γλώσσα κάνει πιο ασφαλή ή πιο ελεγχόμενα». 

Για την Ζωή Ευσταθίου, το σώμα έχει παρελθόν, παρόν και μέλλον. «Το σώμα παράγει ιστορία, παράγει πολιτική πράξη, γιατί το σώμα δεν είναι μόνο του μέσα σε ένα περιβάλλον. Πολλές φορές διαχωρίζουμε το σώμα μας από το περιβάλλον στο οποίο ζούμε, όμως περιβάλλον και σώμα είναι ένα δεν μπορεί να υπάρξει το ένα χωρίς το άλλο. Το σώμα μας κουβαλάει πολλά πράγματα, αλλά, επειδή το ρήμα “κουβαλάει” εμπεριέχει μέσα την υπερπροσπάθεια και τον μόχθο, προτιμώ να πω ότι το σώμα ενέχει ιστορία και γράφει ιστορία και την αφήνει πίσω του». 

Στο ίδιο μήκος κύματος και η Χριστιάνα Κοσιάρη: «Η κίνηση, για μένα, δεν είναι ποτέ απλά και μόνο αισθητική, είναι τρόπος σκέψης και εξιστόρησης, το σώμα κουβαλάει πάνω του βίωμα, χρόνο και μνήμη».

Λίγο πριν ανέβουν στη σκηνή, μιλούν για τα έργα που θα μας παρουσιάσουν, τις ιστορίες πίσω από τη δημιουργία τους, όλα όσα τους εμπνέουν και τους ωθούν για να δημιουργήσουν τη δική τους κίνηση σε έναν κόσμο που μοιάζει να μην σταματά να κινείται ποτέ.

Kadinsky, ηλεκτρικό φορτίο, θόρυβος στο When Did Silence Get This Loud? της Ζωής Ευσταθίου

Είναι η πρώτη φορά που συμμετέχω στο Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου και ως δημιουργός και ως χορεύτρια. Η συμμετοχή μου αυτή ήταν ένα όνειρο από τότε που ξεκίνησα να ασχολούμαι με τη διερεύνηση της δικής μου καλλιτεχνικής ταυτότητας ως χορογράφου.

Το 2025, μελετούσα το έργο του ζωγράφου Kadinsky, για μία παραγωγή που παρουσίασα τον περασμένο Δεκέμβριο. Στα γραπτά του, διάβασα μία φράση που μου έκανε τρομερή εντύπωση και αποτέλεσε το έναυσμα για τη δημιουργία του έργου «When did silence get this loud?». Έγραφε ότι «κάθε χρώμα εμπεριέχει μέσα του ηλεκτρικό φορτίο». Κοντοστάθηκα και είπα στον εαυτό μου: «Μισό λεπτό, αυτό είναι υπέροχο!». Συμβαίνει τόσος θόρυβος μέσα σε ένα χρώμα, την ώρα που το παρατηρούμε στην απόλυτη σιωπή. Δεν είναι ησυχία, είναι σιωπή. Συμβαίνουν ήχοι που δεν τους ακούμε, είναι μία στιγμή σιωπής που θαυμάζουμε ένα χρώμα, έναν πίνακα και δημιουργούμε τα νοήματά μας. Οπότε στην αρχή, θέλησα να δημιουργήσω ένα έργο για τη σιωπή του ηλεκτρισμού.

Στη συνέχεια, η ιδέα αυτή επεκτάθηκε στη διανθρώπινη σιωπή και στην ανάγκη για σιωπή μέσα σε έναν κόσμο αδιάκοπης υπερπληροφόρησης, υπερφόρτωσης του μυαλού, της ψυχής. Σε μία στιγμή σιωπής μέσα στο χάος του θορύβου. Οι performers βρίσκονται συνεχώς σε έναν αδιάκοπο θόρυβο και προσπαθούν να βρουν τη σιωπή, η οποία εμφανίζεται με διαφορετικές ποιότητες. Κάθε σιωπή στη ζωή μας έχει διαφορετικά νοήματα και είναι ένα στοιχείο που το συναντάμε έντονα σε αυτό το έργο. Η σιωπή είναι ίδια, όμως ο λόγος ύπαρξής της αλλάζει το νόημά της.

Σιωπές βιώνω συχνά γιατί είμαι ένας άνθρωπος που μαθαίνει ακόμα να μοιράζεται τα συναισθήματα και τους προβληματισμούς του, αλλά εκκωφαντική σιωπή ένιωσα όταν γύρισα στην Ελλάδα, μετά από μία δεκαετία που έμενα στο Βέλγιο. Και αυτό, γιατί δεν το βίωνα ως μία νέα αρχή, αλλά ως ένα μεταίχμιο. Βρισκόμουν στο ενδιάμεσο. Και το ενδιάμεσο έχει μία εκκωφαντική σιωπή. Το ενδιάμεσο το φαντάζομαι σαν έναν ακάλυπτο χώρο μίας πολυκατοικίας. Έναν κενό χώρο που διαχωρίζει ζωές, καταστάσεις, συναισθήματα, ανθρώπους. Είναι καίριος ο σκοπός του, αλλά παραμένει ένας σκοτεινός, ανεξερεύνητος, ακάλυπτος τόπος. Έτσι αισθάνομαι την εκκωφαντική σιωπή. Δεν είναι η αρχή, ούτε το τέλος μίας συνθήκης, αλλά το ενδιάμεσο.

Ο τρόπος με τον οποίο κινούμαι έχει μία καθαρότητα στον χώρο, αλλά πολλές φορές γίνεται παιχνιδιάρικος, δημιουργώντας ένα μικρό χάος. Μου αρέσει να παίζω με κινήσεις, καταστάσεις και σχήματα που δεν γνωρίζω. Πυρήνας της κίνησής μου είναι «ένα γειωμένο σώμα με ελαφριά σκέψη». Μου αρέσει πολύ να συνδυάζω αυτά τα δύο χαρακτηριστικά που έχω ως άτομο – μου αρέσει η φωτεινότητα στο μυαλό και στη διάθεση, δεν είμαι άνθρωπος του σκοταδιού. Το σώμα κινείται αποφασιστικά και ελαφριά, όντας δυνατό και γειωμένο. 

Η δημιουργία μου ξεκινάει πάντοτε από την αγνότητα της κίνησης. Εμπιστεύομαι το σώμα να είναι στον πυρήνα των πάντων. Εμπιστεύομαι την ενστικτώδη κίνηση που διαγράφει πορεία στον κενό χώρο. Μετά έρχεται η νοηματοδότηση της κίνησης αυτής, την αφήνω να υπάρξει μέσα μου, χωρίς να ξέρω ακριβώς τι είναι, τι θέλει να πει, από πού προέρχεται και πού οδεύει. Δημιουργώ έργα που έχουν ένα βαθύ νόημα το οποίο, όμως, ανήκει στο φως, στην καθαρότητα, στην ειλικρίνεια και στη χαρά.

Info: 22-24/07, Πειραιώς 260 (Ε). Προπώληση εδώ.  

Μητέρα, γήρας, απώλεια στα Κόλλυβα της Χριστιάνας Κοσιάρη

© Stephie Grape

Η πρώτη σκέψη για Τα Κόλλυβα έγινε, αφού ολοκλήρωσα τα τρία μου έργα στην Ελευσίνα με ερασιτέχνες χορεύτριες άνω των 65 ετών. Το πρώτο ήταν ένα video dance στο οποίο συμμετείχε η μητέρα μου (Bouboulina), το δεύτερο ένα ντουέτο που χορεύαμε εγώ και η μητέρα μου (Bouboulina’s) και το τρίτο, μια σύνθεση με τέσσερις γυναίκες άνω των 65 (Bouboulines). Εκεί ανακάλυψα ότι τα σώματα ανθρώπων άνω των 60 με μαγεύουν, έχουν μια άλλη υπόσταση, οι κινήσεις και η σωματικότητά τους είναι διαφορετικές.

Παράλληλα, επειδή κι εγώ μεγαλώνω, μου γεννήθηκαν διάφορα υπαρξιακά ζητήματα σε σχέση με την απώλεια, με τη σχέση μου με τους γονείς μου, με τον θάνατο, με τον χρόνο, με το γήρας. Υπήρχε μια ανάγκη πρώτα προσωπική, να μην αποκλειστώ κι εγώ καθώς μεγαλώνω, αλλά και η σκέψη ότι οι άνθρωποι, όσο μεγαλώνουν, μένουν όλο και περισσότερο απ’ έξω. Αυτά ήταν τα πρώτα λιθαράκια στη σκέψη μου. Αποφάσισα να συνεχίσω την προηγούμενή μου απόπειρα να χορογραφήσω σώματα μεγαλύτερης ηλικίας, μια εσωτερική επιθυμία με κινούσε προς τα εκεί και παράλληλα η σκέψη ότι αυτά τα σώματα περιθωριοποιούνται. 

Θέλω να μιλήσω για την απώλεια, τον θάνατο, μια θεματική που γενικά στη ζωή αποφεύγουμε, την εξορκίζουμε με ευχές του τύπου «μόνο υγεία», «να ‘μαστε καλά», χωρίς να τη συζητάμε πραγματικά. Θέλω λοιπόν να την «συζητήσω» όχι με έναν δραματικό τρόπο, αλλά να μιλήσω για αυτή ως μια φυσική διαδικασία που όμως ταυτόχρονα μας υπενθυμίζει ότι αυτό που αναζητούμε για να απαλύνουμε το τέλος είναι τελικά η σύνδεση με τους ανθρώπους, κάτι που αισθάνομαι ότι χάνουμε ως μεσήλικες λόγω της έλλειψης χρόνου και της ζωής που τρέχει, και που βλέπω ότι σε μεγαλύτερες ηλικίες ξαναβρίσκεται με άλλους όρους.  

Η κυριότερη πηγή έμπνευσης είναι η μητέρα μου. Βλέπω ότι μετά τη σύνταξή της κάνει πολλά πράγματα που τη γεμίζουν, ξαναβρίσκει παλιές φίλες και ίσως απολαμβάνει λίγο περισσότερο τη ζωή, κάτι που εγώ, αυτή τη στιγμή, βρίσκω μερικές φορές δύσκολο να την απολαύσω. Και όλο αυτό, τελικά, μου δίνει ελπίδα.

Η κίνηση, για μένα, δεν είναι ποτέ απλά και μόνο αισθητική, είναι τρόπος σκέψης και εξιστόρησης, το σώμα κουβαλάει πάνω του βίωμα, χρόνο και μνήμη. Στον πυρήνα της δικής μου δημιουργίας βρίσκεται ακριβώς αυτό, το σώμα ως μάρτυρας του χρόνου που περνάει. Τα σώματα ανθρώπων που μεγαλώνουν γίνονται συνειδητή επιλογή, γιατί η ηλικία δεν πρέπει να σημαίνει αποκλεισμό ή μη ορατότητα. Άρα η κίνηση, για μένα, είναι πράγματι μια στάση απέναντι στον κόσμο, μια διεκδίκηση χώρου για σώματα που συνήθως μένουν στο περιθώριο.

Ποια είναι η δική μου σχέση με όλα τα παραπάνω; Σε σχέση με τη φθορά, βλέπω ότι το σώμα μου αλλάζει, και πολλές φορές αμφιταλαντεύομαι ανάμεσα στη φυσικότητα αυτής της διαδικασίας και στην επιβολή, παράλληλα, από την κοινωνία που μας βομβαρδίζει μόνο με νεανικότητα, πώς θα μείνουμε για πάντα ακμαίοι, για πάντα αψεγάδιαστοι. Έκανα ένα ολόκληρο έργο πάνω σε αυτό, το RUNWAY, που πραγματεύεται την αγωνία του ανθρώπου να μείνει πάντα όμορφος, προχωρώντας σε εμμονικές ρουτίνες ομορφιάς και ευεξίας, ώστε τελικά να δημιουργήσει έναν άλλο εαυτό, που μπορεί να τον θεωρεί πιο καλό και όμορφο, αλλά που καταλήγει ένα εμμονικό «τέρας». 

Σε σχέση με τον θάνατο τώρα και το τέλος, δεν έχω να πω κάτι παραπάνω, πέρα από το ότι φοβάμαι. Φοβάμαι για αρχή για τους πολύ κοντινούς μου και κατ’ επέκταση για μένα. Θα ήθελα ένα τέλος απλό, χωρίς πόνο.

Info: 22-24/07, Πειραιώς 260 (Β). Προπώληση εδώ.  

Ιαπωνία, Τάμτα, αντίσταση στο Brightest Heroine του Πάνου Μαλακτού

Γενικά, δεν κυνηγάω τη χορογραφία, απλά και μόνο για να κάνω χορογραφία. Δεν κάνω συνέχεια αιτήσεις επειδή «πρέπει» ή επειδή αυτό είναι το επόμενο επαγγελματικό βήμα. Προσπαθώ να το κάνω μόνο όταν νιώθω ότι έχω κάτι να πω και ότι αυτό το κάτι χρειάζεται να γίνει παράσταση. Οπότε για μένα η συμμετοχή μου -η πρώτη μου- στο Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου δεν ήρθε απλά ως μια καριέρα-στιγμή, αλλά ως αποτέλεσμα μιας ανάγκης: να μιλήσω μέσα από αυτό το έργο, με το σώμα μου, για κάτι που με αφορά βαθιά αυτή τη στιγμή.

Η ιδέα για το Brightest Heroine προέκυψε περίπου πριν έναν χρόνο, μέσα από ένα μείγμα πραγμάτων που άρχισαν σιγά-σιγά να ενώνονται. Στην αρχή ήταν κάποιες μουσικές και τραγούδια που άκουγα συνέχεια και που μου δημιουργούσαν πολύ συγκεκριμένες εικόνες, ενέργειες και σωματικές καταστάσεις. Μετά βρέθηκα στην Ιαπωνία για περιοδεία, ως χορευτής σε άλλη παράσταση και είχα αρκετό ελεύθερο χρόνο. Πήγαινα στο στούντιο, δοκίμαζα υλικό, έπαιζα με αυτό το κινησιολογικό σύμπαν που άρχισε να εμφανίζεται, ενώ ταυτόχρονα επηρεαζόμουν από τα anime, τα cartoons, τα video games, τις αισθητικές και τις υπερβολές που έβλεπα γύρω μου.

Το έργο δεν ξεκίνησε μόνο από μια αισθητική αναφορά. Ξεκίνησε κυρίως από μια ανάγκη να αντιδράσω σε αυτά που συμβαίνουν γύρω μας. Ζώντας στην Κύπρο, βρίσκεσαι πολύ κοντά σε μια εμπόλεμη ζώνη, πολύ κοντά στη γενοκτονία στην Παλαιστίνη, πολύ κοντά σε ιστορίες αποικιοκρατίας, κατοχής, βίας, εκτοπισμού, αλλά και σε μια καθημερινότητα όπου ο καπιταλισμός, το gentrification και η πολιτική αδιαφορία αλλάζουν το πώς ζούμε και το πώς υπάρχουμε. Όλα αυτά δεν μπορώ να τα αγνοήσω, ούτε ως άνθρωπος, ούτε ως καλλιτέχνης.

Οπότε το Brightest Heroine γεννήθηκε από αυτή τη σύγκρουση: από τη μία ένας πολύ φαντασιακός, pop, anime, video-game κόσμος, και από την άλλη μια πολύ σκληρή πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα. Με ενδιέφερε να δημιουργήσω μια ηρωίδα που δεν είναι τέλεια, δεν είναι καθαρή, δεν είναι ατρόμητη. Είναι ένα σώμα κουρασμένο, τραυματισμένο, γεμάτο glitches, αλλά που συνεχίζει να σηκώνεται και να πολεμά. Για μένα, αυτή η ηρωίδα είναι ένας τρόπος να μιλήσω για την αντίσταση, όχι ως κάτι ηρωικό με την κλασική έννοια, αλλά ως μια καθημερινή, εύθραυστη και επίμονη πράξη επιβίωσης.

Η σχέση μου με τον μουσικό κόσμο της Τάμτα είναι πολύ προσωπική. Είμαι fan της από τότε που ήμουν μικρός, από την εποχή του Greek Idol, και έχω παρακολουθήσει όλη της την πορεία. Πάντα υπήρχε κάτι στη δουλειά της που μου μιλούσε, αλλά ειδικά τα τελευταία χρόνια νιώθω ότι αισθητικά, μουσικά και οπτικά έχει δημιουργήσει έναν κόσμο με τον οποίο ταυτίζομαι πάρα πολύ. Με ενδιαφέρει πολύ και η ίδια ως φιγούρα. Μια γυναίκα, μετανάστρια από τη Γεωργία, που ήρθε στην Ελλάδα μετά από πολύ δύσκολες προσωπικές και κοινωνικές συνθήκες και που έπρεπε να χτίσει τη ζωή και την καριέρα της μέσα σε ένα περιβάλλον που συχνά κρίνει πολύ σκληρά τις γυναίκες, ειδικά όταν διεκδικούν την εικόνα, την ηλικία, το σώμα και την καλλιτεχνική τους ταυτότητα με τους δικούς τους όρους. Αυτό για μένα έχει κάτι πολύ δυνατό. Δεν είναι μόνο pop. Είναι και επιβίωση, μεταμόρφωση, επιμονή. 

Ο τίτλος Brightest Heroine προέκυψε από το τραγούδι της A True Heroine. Η αστεία ιστορία είναι ότι εγώ, επειδή λάτρευα αυτό το τραγούδι, άκουγα πάντα έναν στίχο ως “brightest heroine”. Πολύ πρόσφατα έμαθα ότι μάλλον δεν λέει ακριβώς αυτό κι όταν το έψαξα, είδα ότι σε διαφορετικές πλατφόρμες οι στίχοι εμφανίζονται διαφορετικά, οπότε παραμένει ένα μικρό μυστήριο. Θα μπορούσα να πάρω την Τάμτα τηλέφωνο και να της πω «Τάμτα μου, τι λες εδώ;», αλλά δεν το έχω κάνει ακόμα. Μου αρέσει κάπως αυτή η παρεξήγηση. Το ότι ο τίτλος γεννήθηκε από κάτι που άκουσα, ένιωσα και φαντάστηκα, ακόμα κι αν ίσως δεν υπήρχε ακριβώς έτσι. Επίσης, με τον TEO.x3, που είναι στενός συνεργάτης της Τάμτα και μουσικός παραγωγός του Brightest Heroine, συνεργαζόμαστε από το 2023. Έχει φτιάξει τον μουσικό κόσμο των τελευταίων μου παραστάσεων και έχουμε βρεθεί και μαζί στη σκηνή στην παράσταση μου We All Need Therapy στη Στέγη Ωνάση. Οπότε υπάρχει ήδη μια κοινή αισθητική και καλλιτεχνική γλώσσα μεταξύ μας. 

Η λέξη heroine είναι πολύ σημαντική για μένα. Δεν είναι hero, είναι heroine. Μεγαλώνοντας ως gay αγόρι, δεν ταυτιζόμουν με τους αντρικούς ήρωες, ούτε στα cartoons ούτε στη ζωή. Οι φιγούρες που θαύμαζα ήταν οι ηρωίδες: στα anime, στα cartoons, αλλά και στη δική μου οικογένεια, η μητέρα μου, οι γιαγιάδες μου, γυναίκες που κουβαλούσαν δύναμη με έναν τρόπο που μπορούσα να αναγνωρίσω. Οπότε η heroine δεν είναι μόνο ένας τίτλος. Είναι μια λέξη που μου επιτρέπει να μιλήσω για δύναμη, ευαισθησία, υπερβολή, φαντασία και επιβίωση έξω από τα αντρικά πρότυπα ηρωισμού.

Στον πυρήνα της δικής μου δημιουργίας υπάρχει συχνά μια σύγκρουση: ανάμεσα σε αυτό που φαίνεται και σε αυτό που πραγματικά συμβαίνει μέσα σε ένα σώμα. Με ενδιαφέρει το σώμα όταν χάνει τον έλεγχο, όταν γίνεται υπερβολικό, αδέξιο, αστείο, επικίνδυνο, τρυφερό, όταν δεν μπορεί πια να παίξει σωστά τον ρόλο που του έχει δοθεί. Εκεί, για μένα, αρχίζει να εμφανίζεται κάτι αληθινό.

Δεν με ενδιαφέρει η κίνηση ως κάτι καθαρό ή τέλειο. Με ενδιαφέρει όταν έχει ρωγμές, όταν μοιάζει να κουβαλά μια εσωτερική πίεση, όταν μπορεί να γίνει ταυτόχρονα εικόνα, σκέψη, κραυγή, παιχνίδι, αποτυχία. Στο Brightest Heroine αυτό παίρνει τη μορφή ενός σώματος που λειτουργεί σχεδόν σαν χαρακτήρας από έναν ψηφιακό κόσμο: κάνει restart, κολλάει, ξαναπροσπαθεί, μεταμορφώνεται, επιτίθεται, καταρρέει, ξανασηκώνεται.

Οπότε ναι, πιστεύω ότι η κίνηση είναι στάση απέναντι στον κόσμο. Όχι επειδή πρέπει πάντα να εξηγεί κάτι, αλλά επειδή μπορεί να δείξει πώς υπάρχουμε μέσα σε αυτόν. Πώς αντιδρούμε. Πώς προσαρμοζόμαστε. Πώς αρνούμαστε. Πώς συνεχίζουμε ακόμα κι όταν το σύστημα γύρω μας μάς θέλει πιο ήσυχους, πιο προβλέψιμους, πιο εύκολους.

Info: 22-24/07, Πειραιώς 260 (Β). Προπώληση εδώ.  

Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.