Για τον Σεραφείμ Γιαννακόπουλο, τα live είναι μια γιγάντια κραυγή επικοινωνίας
Ένας από τους πιο δραστήριους μουσικούς της χώρας ετοιμάζεται για την πρώτη του συναυλία ως Σέργιαν και με αυτή την αφορμή ξετυλίγουμε το κουβάρι ολόκληρης της διαδρομής του.
- 29 ΟΚΤ 2026
Είναι δύσκολο να γράφεις μια τυπική εισαγωγή για έναν άνθρωπο που ξέρεις περισσότερα από 20 χρόνια πλέον, έστω και εξ αγχιστείας, ως μέλος μια ευρύτερης οικογένειας που περιλαμβάνει κι άλλους μουσικούς, κωμικούς, εκδότες και γενικότερα μια στρατιά δημιουργικών ανθρώπων.
Θα προσπαθήσω λοιπόν να μείνω στα τυπικά και τα αδιαπραγμάτευτα. Ο Σεραφείμ Γιαννακόπουλος είναι ένας άνθρωπος που δεν ησυχάζει ποτέ. Μεταξύ πολλών άλλων, ντράμερ των Planet of Zeus, συνεργάτης της Δήμητρας Γαλάνη εδώ και σχεδόν 20 χρόνια, μέλος του τζαζ τρίο των Tfatfy και εδώ κάποιους μήνες, ο Σέργιαν, στο πρώτο τόσο προσωπικό του πρότζεκτ (όχι όμως και το πρώτο προσωπικό γενικά, γιατί υπήρξαν και οι θρυλικοί Night Knight).
Ένας άνθρωπος σούπερ δραστήριος, με ξεκάθαρες απόψεις και τρομερό χιούμορ, με τον οποίο μπορείς να μιλάς για ώρες, όχι μόνο για μουσική, αλλά για όσα συμβαίνουν εκεί έξω και για τη ζωή γενικότερα.
Η αφορμή όμως για να τα πούμε αυτή τη φορά, ήταν το πρώτο του live ως Σέργιαν, στις 7 Νοεμβρίου στο Gazarte. Για να φτάσουμε όμως μέχρι τη γέννηση του Σέργιαν, έπρεπε πρώτα να πιάσουμε το ταξίδι του Σεραφείμ στη ζωή και τη μουσική από την αρχή.
Η μουσική διαμόρφωση
Τον Σεραφείμ τον γνώρισα στα πρώτα μου φοιτητικά χρόνια ως τον κιθαρίστα των Fingers Crossed. Τους ακολουθούσα πιστά λόγω της οικογενειακής μου σχέσης με τον Βύρωνα Θεοδωρόπουλο, ο οποίος έπαιζε μπάσο στο αδικοχαμένο συγκρότημα, το οποίο σε έναν δίκαιο κόσμο θα είχε γίνει όσο huge είναι και οι Planet, αλλά αυτά δεν είναι της παρούσης, ίσως επιστρέψουμε με κάποια προφορική ιστορία που αρμόζει στο ζήτημα. Από τότε, φαινόταν ότι πρόκειται για έναν μουσικό για τον οποίο η λέξη «πολυπράγμων», αποτελούσε understatement. Πώς φτάσαμε όμως μέχρι εκεί;
Πάντα έκανα πάρα πολλά πράγματα ταυτόχρονα, πριν γίνω επαγγελματίας μουσικός. Ακόμα και σαν πιτσιρίκι, τη μία μέρα ήθελα να κατέβω στο υπόγειο για να παίξω Motörhead και την άλλη Miles Davis.
Η μουσική ήταν ένα καταφύγιο για μένα, σε πρώτη φάση σαν ακροατής. Κάτι που συνδέεται με το γεγονός πως ήμουν μοναχοπαίδι και πήγα σε ένα ιδιωτικό σχολείο, το οποίο σήμαινε ότι δεν έμενα κοντά στους φίλους μου, δεν είχα την παρέα της γειτονιάς κι έτσι τις καθημερινές για να περάσω καλά ήθελε πολλή φαντασία. Επιφανειακά δεν φαινόταν, όμως ήμουν κλειστό παιδί κι η μουσική κατάφερνε με το τσιγκέλι να μου βγάζει κάποια συναισθήματα τα οποία μπορεί τότε ο ίδιος να μην καταλάβαινα.
Κάπου εκεί στην έκτη δημοτικού, πρώτη γυμνασίου άρχισε ο ξάδερφός μου να με παίρνει μαζί του σε μπάντες, αρχικά στην κιθάρα, μετά με έστειλε στο μπάσο και στην τρίτη γυμνασίου πήρα τα τύμπανα γιατί έπαιζα καλύτερα από τον ντράμερ που είχαμε ενώ δεν είχα καν τύμπανα στο σπίτι. Μπήκα λοιπόν σε μια διαδικασία όπου η μουσική έγινε όλη μου η ζωή, τη μία μέρα έπαιζα California punk και την άλλη νόμιζα ότι έπαιζα κάτι που ήταν jazzy funk.
Όταν φτάσαμε 18-19 και περάσαμε στις σχολές, μαζί με τον σχολικό μου φίλο, τον Μηνά Λιάκο, νιώσαμε την ανάγκη να κάνουμε ένα jazz τρίο. Η ευρύτερη παρέα όμως περιλάμβανε και τους Fingers Crossed, στους οποίους έπαιζα κιθάρα, μετά η παρέα άνοιξε κι άλλο και με τον Στέλιο Προβή, με τον οποίο επίσης γνωριζόμασταν από το σχολείο, προέκυψαν οι Planet of Zeus, αργότερα οι Modrec, o Moa Bones. Είχα ήδη αποφασίσει από τα 19 να το πάω επαγγελματικά, αλλά ήθελα έτσι κι αλλιώς σε ό,τι μου αρέσει να είμαι μέσα, ακόμα κι αν έπαιζα απλά ένα ντέφι.
Οι διαφορετικές μουσικές ταυτότητες
Κιθάρα στους Fingers, τύμπανα στους Planet, συνεργασία με την Γαλάνη, μέλος τζαζ τρίο. Πώς συνδυάζονται όλα αυτά μουσικά, χρονικά και ιδιοσυγκρασιακά;
Αν το χωρίσουμε σε ενότητες, το είχα κάνει και τατουάζ μικρός, είναι οι Tfatfy,οι Fingers, οι Modrec, οι Planet, οι νεανικές μου μπάντες δηλαδή και τα άλλα άρχισαν να προκύπτουν αφού έγινα full time επαγγελματίας μουσικός.
Εξακολουθούσα να έχω τη λογική πως ασχέτως χρημάτων, ήθελα να είμαι μέσα σε καλά πράγματα. Βρέθηκα στις αρχές των Imam Baildi λόγω φιλικών σχέσεων και με την Monika στην αμερικάνικη περίοδό της.
Αν έψαχνες συγγένειες βάσει μουσικού ιδιώματος θα δυσκολευόσουν. Η ίδια η ζωή και το πλέγμα των σχέσεων εκείνη την περίοδο ήταν πολύ περίεργα. Οι PoZ στις πρώτες τους περιοδείες το 11-12 σε day of, έχουν νοικιάσει σπίτι με τους Imam Baildi, όχι με τους 1000Mods ή τους Nightstalker.
Αυτό συνεχίζεται και σήμερα. Οι Planet είναι πια μια μεγάλη μπάντα με απαιτήσεις και συχνά με ρωτάνε τι θέλω και τα κάνω όλα τα άλλα, δεν μπορώ όμως να κάνω διαφορετικά. Κάθομαι σπίτι και γράφω και μετά θέλω να τα βγάλω, ξεκινάει κάπως έτσι, οι μουσικές μου ανάγκες είναι πολύ μεγαλύτερες από του μέσου μουσικού. Με ρουφάει πάρα πολύ ο ήχος και σαν ακροατή, οπότε θέλω να μπαίνω σε αυτή τη διαδικασία.
Τις παλιότερες εποχές είχα σχόλια από τη μέταλ κοινότητα του τύπου «τι δουλειά έχεις ρε Σεραφείμ εσύ με την Γαλάνη». Υπήρξε και μέσο το 2012 όπου κάποιος αρθρογράφος της σκηνής κιόλας, έκανε κριτική για το Macho Libre κι έγραφε για μένα ότι παίζω τύμπανα στη Βίσση και ότι είναι ασχολίαστο και τέτοια. Προφανώς είχα γίνει έξαλλος.
Έχω ζήσει όμως και το αντίθετο. Επειδή δεν υπάρχει είδος που να έχει βιώσει μεγαλύτερο στερεοτυπικό αποκλεισμό από τη μέταλ αλλά και ιστορικά το κοινό της μέσα από αυτή τη μουσική ένιωσε ότι κάπου ανήκει, έχω ακούσει και ατάκες του στιλ «πωπω φοβερό που είσαι με την Γαλάνη, τη γουστάρω γιατί ήταν κι αυτή outsider». Ή να έρθει κάποιος που δεν έχει ακούσει ποτέ καθαρή φωνή στη ζωή του και να πει ότι του αρέσει πολύ ο Σέργιαν. Αυτό μου κάνει μεγαλύτερη εντύπωση, το κράξιμο το περιμένεις.
Η αλήθεια είναι ότι η μουσική ψαλίδα έχει ανοίξει πολύ τα τελευταία χρόνια. Δεν υπάρχει κάποιο «επικίνδυνο» ιδίωμα, τίποτα δεν σου φαίνεται το ίδιο ακραίο, τα έχουμε συνηθίσει. Αυτός που ακούει Slayer δεν έχει να χωρίσει κάτι με αυτόν που ακούει NOFX. Την πρώτη φορά που πάτησες play στους Pantera νόμιζες ότι κάνεις κάποιο έγκλημα, αυτό δεν το νιώθεις σήμερα με κάτι.
Μου αρέσει που όλα μπαίνουν σε ένα γενικότερο μουσικό τσουβάλι, το θεωρώ φυσιολογικό. Δεν μου αρέσει όμως όταν αυτό είναι μέρος μιας πολύ επιφανειακής ακρόασης μουσικής όπου τελικά μαζεύεται μια playlist με 1000 κομμάτια που τίποτα δεν είναι άλμπουμ και είναι ένα συνολικό παζλ. Αλλά είναι σημείο των καιρών.
Μέχρι πολύ πρόσφατα ένιωθα συνέχεια ότι δεν έχω πετύχει κάτι. Όχι ακυρώνοντας αυτά που έχω πετύχει, ενστικτωδώς, δίχως φίλτρο, αυτό ήταν το συναίσθημα μέσα μου. Πριν το εκλογικεύσω. Κι ακόμα νιώθω έτσι καμμιά φορά, ό,τι έχω κάνει στο παρελθόν δεν μου αρέσει ποτέ, πάντα θεωρώ ότι το επόμενο που θα κάνω θα είναι το καλύτερο. Τα τελευταία χρόνια μόνο έχω αρχίσει να νιώθω μια ταπεινότητα και μια ευγνωμοσύνη, όχι σαν Αμερικανός πάστορας, με τον κυνισμό του Έλληνα.
Για να είμαι ειλικρινής, τα τελευταία 4 χρόνια έχω αρχίσει να αισθάνομαι τυχερός. Προφανώς θα ήθελα να είμαι το νούμερο ένα, ο καλύτερος, να μην υπάρχει ο Ρουβάς, να είμαι εγώ ή οι Planet, κάνοντας αυτά που κάνω όμως. Δεν το έχω καταφέρει με την οικονομική έννοια ή της αποδοχής αλλά πάει καλά, ζω από αυτό. Κανείς δεν ξεκινάει και θέλει να είναι underground, εκτός από κάτι περίεργους που θέλουν επίτηδες να διαφέρουν. Τουλάχιστον, χωρίς να έχω καταλήξει να παίζω ντραμς σε ζόρικα μαγαζιά, μπορώ να βιοπορίζω από αυτό κάτι παραπάνω από αξιοπρεπώς, βγάζω δίσκους με τους φίλους μου, δεν είναι και λίγο. Δεν έχω εφησυχάσει όμως, αλλά δεν νιώθω πια κάτι να με τρώει συνέχεια. Έχω αποδεχτεί ότι κάθε μέρα που ξυπνάω έχω ανάγκη για δράση, το θέμα είναι να μην είναι αυτοσκοπός. Έχω αρχίσει να βρίσκω τις ισορροπίες μου, να την παλεύω με την πάρτη μου όταν είμαι σε αδράνεια, να μπορώ να κάνω διακοπές και να αδειάζει το μυαλό μου.
Η γέννηση του Σέργιαν
Και ξαφνικά, ο Σεραφείμ αφήνει τα εγκόσμια (οκ, υπερβάλλω), φορτώνει το αμάξι και απομονώνεται στο Οίτυλο για να γράψει τον πρώτο δίσκο της περσόνας του Σέργιαν, έναν ελληνόφωνο, προσωπικό δίσκο, γεμάτο αλήθεια και λεπτή ειρωνεία.
Εκ των υστέρων, γιατί τότε δεν το είχα καταλάβει, η πρώτη φορά που γεννήθηκε η ανάγκη για τον Σέργιαν ήταν όταν έγραφα τον ελληνόφωνο δίσκο για την Δήμητρα Γαλάνη, Είσοδος Κινδύνου. Κατάλαβα ότι ναι μεν θέλω δουλειά ακόμη, αλλά αισθάνθηκα κοντά στο να καταθέσω κάτι στα ελληνικά που δεν θα με κριντζάρει, γιατί για εμάς τους πάλιουρες, η μετάβαση στον ελληνικό στίχο δεν είναι εύκολη υπόθεση. Με τον αγγλικό στίχο νιώθεις πολύ πιο safe.
Εκεί μπήκε το σαράκι και ξεκίνησα να γράφω, όχι με συγκεκριμένο σκοπό στην αρχή γιατί κάθε μέρα μπορεί να προκύψει κάτι, μάζεψα μια οικογένεια ήχων και ιδεών που με έκανε να πω «λοιπόν, αυτό είναι ένα ελληνόφωνο άλμπουμ». Πάντα έχω έναν στόχο, δεν είναι τόσο πιουρίστικο, βοηθάει κιόλας να έχω έναν στόχο και αυτός ήταν να δημιουργήσω έναν τόπο στο ελληνικό τραγούδι γι’ αυτούς που δεν ακούνε τόσο ελληνικό τραγούδι, άρα και για μένα.
Υπάρχουν άνθρωποι για τους οποίους ενώ η μουσική αποτελεί σημαντικό κομμάτι της ζωής τους, νιώθουν ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να τους αγγίξει και να τους εκφράσει. Δεν μιλάω γι’ αυτούς που το συναίσθημα αυτό μπορεί να προέρχεται από έναν απλό ελιτισμό, αλλά γι’ αυτούς που κυριολεκτικά δεν έχουν ένα κομμάτι στα ελληνικά για να πατήσουν play.
Επομένως, ο πρώτος στόχος ήταν να κάνω έναν δίσκο στα ελληνικά που να αρέσει σε μένα. Μου αρέσει, ακόμη. Είναι σίγουρα το πιο προσωπικό πρότζεκτ που έχω κάνει ποτέ, αυτό με την αμεσότητα της γλώσσας είναι ακραίο. Το νιώθω πάρα πολύ δικό μου, υπήρχαν και στιγμές κατά την ηχογράφηση που ένιωθα γυμνός κατά τη διαδικασία. Υπάρχει και μια μαυρίλα στο χιούμορ των στίχων που δεν την πιάνουν πολλοί.
Πάντοτε ήταν για μένα ένα όνειρο ή μια φαντασίωση να βρεθώ κάπου μόνος μου να γράψω. Πώς διαβάζαμε ότι το For Emma, Forever Ago ο Bon Iver το έγραψε με ένα μικρόφωνο σε μια καλύβα ενώ πέρναγε τον μεγαλύτερο χωρισμό της ζωής του και τον είχε διώξει η μπάντα του; Μια μυθολογία που ακόμη κι αν δεν ήταν 100% αληθινή, έδινε ένα ειδικό βάρος στο άλμπουμ.
Για μένα ήταν μία περίοδος που έκλεινε ένας κύκλος σχέσεων, χωρισμών, ναρκωτικών και διαφόρων άλλων, θεωρητικά βέβαια είχαν ήδη περάσει αυτά. Εκ των υστέρων πάλι, γιατί τότε δεν το είχα συνειδητοποιήσει, κατάλαβα ότι έκανα κάποιο τρίτο, τέταρτο, πέμπτο clean start και επανεφευρίσκω τον εαυτό μου όχι μόνο καλλιτεχνικά αλλά και σε επίπεδο διεργασίας.
Βαριόμουν πάρα πολύ να μπω σε στούντιο, γιατί τα στούντιο είναι η ζωή μου και ήθελα αυτή τη συνθήκη της απομόνωσης να φανεί στη γραφή. Είχα την τύχη να έχω ένα σπίτι στο Οίτυλο, στη Μάνη, φόρτωσα όλο το δικό μου στούντιο στο αμάξι και κατέβηκα, χωρίς κάποιον ιδιαίτερο στόχο. Δεν είχα λόγο να γυρίσω, το έκανα βάση και αν είχα κάποιο ταξίδι ή συναυλία, απλά πήγαινα, πέταγα και επέστρεφα.
Ήταν λίγο αστείο το να βλέπεις πώς εντάσσομαι σταδιακά στο τοπίο. Γουστάρω την πόλη, την σαπίλα της, είμαι κατεξοχήν προϊόν της τσιμεντούπολης, δεν είμαι καθόλου άνθρωπος της φύσης, από αυτούς που αγαλλιάζουν φανερά, μπορεί το effect αυτό πάνω μου να είναι έμμεσο.
Στην αρχή ήμουν σαν κάποιους ανθρώπους που στα 75 έρχονται σε ένα ελληνικό νησί σαν χίπηδες και τελικά μένουν καταλήγοντας να είναι πιο true κι από τους ίδιους τους ντόπιους. Πολιτισμικά αυτό όμως μπορεί να είναι πολύ μπάσταρδο, να τραγουδάει στο μπαλκόνι τη Φραγκοσυριανή με ολλανδική προφορά και να μη βγάζει τίποτα νόημα. Μια γραφικότητα με την καλή έννοια της λέξης.
Το πρώτο βράδυ ας πούμε θυμάμαι ότι δεν κοιμήθηκα καλά, ένιωθα σαν εισβολέας, μέρα με τη μέρα όμως αυτό άλλαζε τρομερά. Τις πρώτες μέρες δεν άγγιξα όργανο, δεν είχα όρεξη για τίποτα, έκανα μόνο φασίνες, λέγαμε τα νέα μας με τη γειτόνισσα, απέφευγα να πατήσω το κόκκινο κουμπί πάρα πολύ. Μπήκα και σε ένα τριπάκι ακραίας χορτοφαγίας, έβγαλε έναν κώδικα όλο αυτό, προσπάθησα να χτίσω μια καθημερινότητα.
Το ένα έφερνε το άλλο. Ας πούμε την πρώτη μέρα που έκατσα να γράψω συνειδητοποίησα ότι ήταν όλα κατεστραμμένα γιατί ήταν γεμάτα τζιτζίκια τα μικρόφωνα. Αυτό με ανάγκασε να αρχίσω να γράφω από τις 8μιση το βράδυ μέχρι τις 5 το ξημέρωμα, κάτι που έκανε το άλμπουμ να είναι εξομολογητικό με έναν τέτοιο τρόπο. Εντάξει βοήθησε ότι συνήθως είχα γυρίσει από τη θάλασσα, είχα φτιάξει τη σαλάτα μου, είχα πιει 3 μπύρες και μετά στο στούντιο έπινα τσίπουρα.
Όταν τα είχα τα κομμάτια στο μυαλό μου, δεν είχαν καμία σχέση με αυτό που βγήκε. Ο παλιός μου εαυτός θα είχε βάλει stop, τώρα κάπως αφέθηκα και μία μέρα είπα «ωπ, τώρα τελείωσε ο δίσκος», ενώ είχα κι άλλα τραγούδια.
Πρώτοι το άκουσαν οι κολλητοί μου, έκανα μαλακία το παραδέχομαι, δεν ξέρω γιατί ακόμα ζητιανεύω ψίχουλα αγάπης. Είχα γενέθλια, είχα γυρίσει για λίγες μέρες Αθήνα κι έκανα ένα κάλεσμα σε ένα μαγαζί στα Ιλίσια που πάμε. Μετά το μαγαζί, καταλήξαμε με κάποιους μεθύστακες φίλους στο σπίτι μου κι εκεί μέσα στο κλίμα αγάπης και χαράς που ξαναβλέπω τους κολλητούς μου, πάτησα το play. Μιλούσαν όλη την ώρα, έλεγαν πώς θα το έκαναν καλύτερα εκείνοι, ένα Βατερλώ.
Έχω πολύ άγχος για το live που έρχεται. Όπως είχε πει ο Jeff Bridges σε έναν νεότερο κωμικό πριν εμφανιστεί στο SNL, «το άγχος είναι φίλος σου, θα είναι εκεί για πάντα». Δεν έχω άγχη εκτέλεσης, για τα τεχνικά, αυτά έχουν φύγει από πολύ νωρίς, ξέρω ότι θα παίξω από 8,5 και πάνω 100%. Το άγχος μου προκύπτει περισσότερο από την συναισθηματική ανάγκη που μου γεννάνε τα live τα τελευταία χρόνια.
Όταν ήμουν στο τουρ των Planet και πέθανε η μητέρα μου, όταν γύρισα για να παίξω την επόμενη μέρα από την κηδεία σε ένα ποταμόπλοιο στη Μασσαλία, συνειδητοποίησα ότι δεν ένιωθα τίποτα. Ούτε με τους κολλητούς μου που παίζαμε μαζί υπήρχε πραγματική συναισθηματική και μουσική επικοινωνία, είχε μείνει στο στάδιο του να αποδείξεις κάτι, που συνήθως αυτό το έχεις μικρότερος. Αυτό το «θα τους γαμήσω».
Τότε αποφάσισα ότι δεν θα ξανανέβω στη σκηνή μόνο βάση των δυνατοτήτων μου, ότι θα το κάνω 100% για μένα αρχικά και έπειτα θα είναι μια γιγάντια κραυγή επικοινωνίας και επιθυμίας για σύνδεση, πρώτα με αυτούς που παίζεις και μετά με τον κόσμο που ήρθε να σε τιμήσει. Και τότε άρχισα να έχω παραπάνω άγχος.
Ο φόρος τιμής στην Μαριανίνα Κριεζή
Τελευταίο εγχείρημα του Σεραφείμ χρονικά (αν και ήδη λογικά έχει βάλει πλώρη για άλλα 156 πρότζεκτ, τουλάχιστον μέσα στο κεφάλι του), η συμμετοχή του στο Ακόμα κι αν Φύγεις, το αφιέρωμα στην Μαριανίνα Κριεζή που ανέβηκε για λίγες παραστάσεις στη Λυρική. Κάτι που του έδωσε τη δυνατότητα να επιστρέψει για λίγο στα παιδικά του χρόνια.
Μπορεί ένα νεότερο παιδί ή ένα παιδί που δεν μεγάλωσε με συγκεκριμένους γονείς να μην ξέρει τι είναι η Λιλιπούπολη. Για να βάλω τα πράγματα σε μια σειρά, ένα από τα πρώτα μου δώρα, το οποίο οδήγησε στην έννοια του προσωπικού χώρου και της απομόνωσης στο δωμάτιο ήταν τα διπλά κασετόφωνα.
Οι πρώτες μου κασέτες λοιπόν, εκεί στα 5 μου χρόνια, ήταν η Λιλιπούπολη και κάποιες κασέτες Καραγκιόζη του Σπαθάρη. Τα είχα μάθει προφανώς όλα απ’ έξω, όπως κάποιοι τώρα θυμούνται όλους τους διαλόγους του Τσιώλη. Μπορεί να μην με ακολούθησε στην υπόλοιπη ζωή μου, αλλά έγραψε μέσα μου. Πώς είναι κάτι θρίλερ που μια συγκεκριμένη λέξη ξυπνάει τον δολοφόνο, τον κάνει τρίγκερ; Με το που παίξαμε την «Ρόζα Ροζαλία» στην πρώτη πρόβα δαγκωνόμουν να μην ξεφτιλιστώ από το κλάμα. Ένα πολύ καθαρτικό συναίσθημα, δεν είχε ούτε μελαγχολία, ούτε νοσταλγία.
Η Μαριανίνα ήταν ένας πολύ διακριτικός άνθρωπος, γιατί υπάρχουν πολύ πιο φωνακλάδες στιχουργοί που έχουν καπαρώσει χώρους με το στανιό, ενώ εκείνης, λόγω και της αστικής της καταγωγής, δεν της καιγόντουσαν και πολλά καρφάκια. Το έργο της το φαντάζομαι σαν το πιο μπαλωμένο αερόστατο που έχεις δει ποτέ, από διάφορα παπλώματα και υφάσματα. Αν βάλεις όμως τα τραγούδια της στη σειρά, βλέπεις ότι υπάρχει ένας συνεχιζόμενος κεντρικός άξονας, μία με πολύ κόπο διατηρημένη τρυφερότητα που έρχεται μόνο από το γιγάντιο πλήγωμα και την επιλογή πως αν ανοιχτείς στον μαγικό κόσμο του συναισθήματος, σημαίνει ότι θα νιώθεις συνέχεια και τα αρνητικά. Όλα αυτά, με μία παιδικότητα στη γραφή η οποία θυμίζει τις περιόδους λογοκρισίας, όταν κάποιος έγραφε σε δεύτερο, μεταφορικό επίπεδο τα νοήματα για να μην τα κόψουν. Κι αυτό δημιούργησε πολύ μεγάλα έργα τέχνης γιατί έπρεπε να αποφύγεις το πρώτο επίπεδο, την κυριολεξία. Ένας κόσμος που είναι μόνο δικός της, με τη λεξιπλασία της.
Μέσα σε όλη αυτή τη διαδικασία, η Δήμητρα Γαλάνη κι εγώ νιώθαμε όχημα ενός πράγματος που είναι κάπου εκεί ψηλά και κάπως θα ξεκλειδώσει αυτή τη ροή και θα παρουσιάσει σωστά και χωρίς φιοριτούρες το έργο μίας στιχουργού που δεν υπήρξε και πολύ τυχερή μουσικά. Πέσαμε πάνω με πολλή αγάπη κι η Δήμητρα, κι εγώ και η Ειρήνη η Βιανέλλη που έκανε το animation. Καμιά φορά είναι ωραίο συναίσθημα να κάνεις πράγματα τα οποία δεν εξυπηρετούν το εγώ σου αλλά τιμάνε έναν άλλον άνθρωπο, ήταν ένα μεγάλο σχολείο.
Την Δήμητρα την έχω θαυμάσει για πολλά πράγματα όλα αυτά τα χρόνια, φέτος είναι ο 18ος χρόνος που είμαστε μαζί μουσικά. Μου κάνει τρομερή εντύπωση η γενναιοδωρία της. Για παράδειγμα, σε αυτή την παράσταση, τις δύο μεγαλύτερες στιγμές τις έχει δώσει, τη μία στην Σαβίνα Γιαννάτου και την άλλη στον Γιάννη Παλαμίδα. Αυτό ήταν ένα μάθημα για μένα, δεν νομίζω ότι το έχω ξεκλειδώσει αυτό ακόμα. Και ήταν και το σωστό για την παράσταση, δεν ήταν απλά μια πράξη αλτρουισμού.
Το πρόβλημα με τις συναυλίες και το μούδιασμα μιας γενιάς
Τον περασμένο Απρίλη, ο Σεραφείμ ανέδειξε το προβληματικό νομοσχέδιο που απαγορεύει στους ανήλικους να παρακολουθούν συναυλίες σε κλειστούς χώρους ακόμα και υπό την επίβλεψη ενηλίκων, ένα ζήτημα που πολλοί δεν είχαν πάρει χαμπάρι. Μπορεί να μην άλλαξε κάτι, όμως σήκωσε μια συζήτηση. Με αφορμή αυτό, τον ρωτάω αν νιώθει μια ευθύνη ανάδειξης τέτοιων θεμάτων και τους λόγους που ενώ όλη Ευρώπη είναι στους δρόμους, στην Ελλάδα έχουμε μείνει σε μια παθητική στάση αντιμετώπισης των πραγμάτων.
Δεν περίμενα ότι θα φτάσει σε τόσα πολλά αυτιά. Γνωρίζω ποια είναι η κοινότητά μου και ήθελα να τους ενημερώσω. Είμαι ένας άνθρωπος ο οποίος έχει ένα πολύ ισχυρό αίσθημα ευθύνης. Όχι μόνο μέσα στον μικρόκοσμό μου, σε σημείο που πολλές φορές δεν μου κάνει και καλό.
Με εντυπωσίασε το γεγονός ότι μπόρεσε να φτάσει η πληροφορία και να περάσει ένα μήνυμα, με εντυπωσιάζει ακόμη περισσότερο η παντελής αδράνεια και ο ανορθολογισμός ο οποίος συνεχίζεται με ένα νομοθέτημα το οποίο πραγματικά δεν βγάζει κανένα νόημα. Κι όταν κάτι δεν βγάζει νόημα, είναι πολύ σπάνιο οι άνθρωποι από πίσω να είναι χαζοί, ίσως κρύβει κάτι άλλο που δεν βλέπουμε και πρέπει να το ψάξουμε. Όσες φορές στην ιστορία, ας πούμε στην Ελλάδα αλλά ισχύει και παγκοσμίως, η σέντρα πηγαίνει στους νέους, έχει γίνει μαλακία. Είναι ατζέντα. Δεν θα χρυσώσω το χάπι, ότι τα παιδιά είναι σούπερ. Είναι όσο σκατά είναι κι οι γονείς τους και υπήρξαμε κι εμείς. Θυμίζει λίγο πιο απολυταρχικές εποχές όλο αυτό.
Υπάρχουν πολλοί λόγοι γι’ αυτή την αδράνεια και είναι νωποί ιστορικά. Αφενός είναι αυτό που λένε οι Αμερικάνοι, που αισθάνεσαι numb, θέλεις να στρουθοκαμηλίσεις, δεν αντέχεις άλλες κακές ειδήσεις, ένα συναίσθημα που έχεις στις καταθλιπτικές περιόδους σου, να μπεις στο παπλωματάκι σου και να σε ξυπνήσουν σε δύο χρόνια.
Απ’ την άλλη, η αδυναμία βιοπορισμού για δύο ολόκληρες γενιές, το γεγονός πως τα πάντα καταρρίφθηκαν στην πορεία, ενώ πέρασε μια καλή παιδική ηλικία από την άποψη της οικονομικής άνεσης, έφαγε την παραμύθα της σχολής και του master και μετά ήρθε ο στρατός, η ανεργία, ο Covid. Και μετά αναρωτιούνται γιατί η γενιά μας συμπεριφέρεται σαν να είναι μικρότερη ηλικιακά. Μα γιατί εμπράκτως, μας τα έχουν αφαιρέσει αυτά τα χρόνια. Ρωτάνε γιατί δεν κάνουμε παιδιά, ενώ δεν μπορούμε καν να συντηρήσουμε τους εαυτούς μας. Κάθε μέρα είναι και χειρότερη.
Αυτό έφερε μια νωθρότητα, μη αντοχή κι ένα εσωτερικό κι εξωτερικό κλείσιμο, μια γιγάντωση του ατομικισμού απ’ την κερκόπορτα. Και για να τα λέμε και όλα, ευθύνεται κι η κωλοτούμπα του δημοψηφίσματος, όταν χάθηκε κι η τελευταία πίστη σε μια ανατροπή. Κι αυτό δεν έγινε ούτε από τον Βορίδη, ούτε από τη Χρυσή Αυγή. Ο Έλληνας δεν είναι και πολύ επαναστατική φύση κι όταν πήγε με το εμείς, έφαγε μια τεράστια τρικλοποδιά.
Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.