ΘΕΑΤΡΟ

Μέσα στον λασπωμένο κόσμο του Γκιακ

Το βραβευμένο κείμενο του Δημοσθένη Παπαμάρκου, ένα από τα σημαντικότερα δείγματα της ελληνικής λογοτεχνίας στον 21ο αιώνα, ανεβαίνει ως παράσταση στο Θέατρο 104. Αναζητήσαμε τους συντελεστές με σκοπό να μας ξεναγήσουν σε αυτήν την αφηγηματική εμπειρία. Οι λέξεις χώμα, μνήμη, βία, βετεράνοι πολέμου έπαιξαν πολύ σημαντικό ρόλο στην ξενάγηση.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΛΑΜΠΗΣ

Γκιακ θα πει αίμα στην αρβανίτικη διάλεκτο. Παράλληλα όμως σημαίνει και συγγένεια εξ αίματος – αλλά και αντεκδίκηση, βεντέτα, φυλή. Κάπως έτσι μας συστήθηκε, με μία μόνο λέξη για τίτλο,  πριν 9 χρόνια ένα βραβευμένο ελληνικό βιβλίο που συζητήθηκε αλλά και διαβάστηκε σχεδόν όσο κανένα άλλο την τελευταία δεκαετία. Η συλλογή διηγημάτων του Δημοσθένη Παπαμάρκου, γεμάτη σύντομες διηγήσεις με ήρωες στρατιώτες της Μικρασιατικής Εκστρατείας προερχόμενους από ένα μικρό χωριό της Φθιώτιδας, μίλησε για το πώς είναι να γυρνά κανείς πίσω στον τόπο του ύστερα από έναν πόλεμο.

Μέχρι σήμερα, το Γκιακ (εκδ. Πατάκη) έχει διαγράψει τη δική του λογοτεχνική ιστορία, αποτελώντας πια σημείο αναφοράς για  την ελληνική λογοτεχνία του 21ου αιώνα. Για όσους έχουμε την τύχη -και είμαστε πολλοί- να το έχουμε διαβάσει είναι κάτι περισσότερο από ένα βιβλίο. Είναι μία αξέχαστη αναγνωστική εμπειρία. Από σήμερα το βράδυ, οι αναγνώστες μπορούν να γίνουν και θεατές: το έργο ανεβαίνει στο Θέατρο 104 (Ευμολπιδών 41, Γκάζι) και για 30 παραστάσεις σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Ντέλλα.

«Ένα μεγάλος όγκος δουλειάς που έγινε για την παράσταση -μέσα από ντοκιμαντέρ και βιβλιογραφία- είχε να κάνει με το μετατραυματικό στρες και τις εμπειρίες των βετεράνων πολέμου. Υπήρξε πολύ βασικός άξονας για το ανέβασμα αυτής της παράστασης» μού λέει στο τηλέφωνο ο 46χρονος σκηνοθέτης. Υπό κανονικές συνθήκες θα συναντιόμασταν στις τελικές πρόβες του έργου αλλά η 48ωρη απεργία των ηθοποιών μάς άλλαξε τα πλάνα.

«Θυμός. Αυτό είναι το συναίσθημα που ένιωσα όταν το διάβασα» - Ευθύμης Χαλκίδης

Ένα πυρηνικό κείμενο

«Μόλις τα α τελευταία χρόνια έχουμε ξεκινήσει να αντιμετωπίζουμε τους στρατιώτες της Μικρασιατικής Εκστρατείας ως βετεράνους πολέμου – με ό,τι σημαίνει αυτό. Ως ανθρώπους, δηλαδή, που πρώτα στάλθηκαν στο μέτωπο ως ήρωες με σκοπό να υπηρετήσουν μία “μεγάλη εθνική ιδέα”, για να επιστρέψουν τραυματισμένοι και να ζήσουν παρατημένοι στο έλεος του πουθενά. Κλήθηκαν να τα βγάλουν πέρα μόνοι τους – όπως γίνεται ακόμα και σήμερα» εξηγεί με απόλυτη σαφήνεια και χωρίς να μασά τα λόγια του ο Κωνσταντίνος Ντέλλας.

Σκέφτομαι ότι πριν διαβάσω το βιβλίο δεν είχα καταλάβει με τι ακριβώς καταπιάνεται. Άκουγα διθυραμβικά σχόλια από και εδώ και από εκεί, αλλά σχεδόν κανείς δεν εστίαζε στο ιστορικό κομμάτι της υπόθεσης. Στην επιφάνεια έρχονταν θέματα όπως η βία, η εκδίκηση, το θέμα της τιμής. «Για μένα το Γκιακ είναι ένα τρομερά πυρηνικό κείμενο, χτυπάει κέντρο. Όσο πιο πυρηνικό ένα κείμενο, τόσο περισσότερες προσλαμβάνουσες σου δίνει, τόσο περισσότερο ανοίγει διάλογο και με πράγματα τα οποία βρίσκονται έξω από τον χωροχρόνο που διαδραματίζεται. Ξεπερνά τον κόσμο του και γίνεται κάτι που αφορά εμένα, εσένα, το χθες, το σήμερα, το αύριο. Εκεί θέλησα κι εγώ να το πάω: να ξεφύγω από το χωροχρονικό περιβάλλον του βιβλίου».

Τα διηγήματα αφορούν -κατά κύριο λόγο- ιστορίες που συνέβησαν πολλές δεκαετίες πριν από σήμερα. Επίσης, δεν είναι ενιαίο κείμενο. Πόσο δύσκολο, λοιπόν, είναι να ανέβουν στη σκηνή; «Εκ των πραγμάτων, υπάρχει η διαδικασία της δραματουργίας η οποία είναι απαραίτητη όταν δε μιλάμε για θεατρικό έργο. Σε κάθε περίπτωση πάντα πρέπει να βρεθεί ένας κοινός άξονας που να ενώνει τα κείμενα μεταξύ τους – για παράδειγμα, θα  μπορούσε μία δραματουργία να βασίζεται σε ένα σπονδυλωτό ανέβασμα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η μεγαλύτερη έγνοια που είχα ήταν να σταθώ με σεβασμό και ειλικρίνεια απέναντι στο έργο του Δημοσθένη Παπαμάρκου αλλά και στη δουλειά που γίνεται πάνω στη σκηνή».

Γιατί όμως επέλεξε τη συγκεκριμένη συλλογή διηγημάτων ο 46χρονος σκηνοθέτης; «Το διήγημα με τη λιγότερη δράση, το Σα βγαίνει ο Χότζας στο τζαμί, είναι εκείνο που μου ξεκλείδωσε όλα τα υπόλοιπα. Πρόκειται για την ιστορία του Μπαρμπά-Κώτσου, ο οποίος αφηγείται όλες τις φρικαλεότητες που έζησε με τρομερά εύθυμο τρόπο όντας παράλληλα πολύ αγαπητός στα παιδιά. Αυτό το μοντέλο αρσενικού το αναγνωρίζω στις οικογένειες ακόμη και σήμερα» αναφέρει χαρακτηριστικά ο Ντέλλας.

«Βέβαια, για να μη σταυρώσουμε τον Μπαρμπα-Κώτσο, μιας και μιλάμε για αρσενικό-υποκείμενο (αυτό είναι το μοντέλο του ήρωα στα εν λόγω διηγήματα), η ανάγκη των ανθρώπων που γύρισαν από έναν πόλεμο καθαρά ιμπεριαλιστικό -σε μία εποχή που δεν υπήρχε καν η έννοια του μετατραυματικού στρες- τους οδήγησε σε μία αγωνιώδη προσπάθεια να διοχετεύσουν την εμπειρία της βίας μέσα σε μία καθημερινότητα στην οποία έπρεπε να μπουν ξανά. Άλλος σηκώθηκε και έφυγε, άλλος άρχισε να λέει ιστορίες σε παιδιά» εξηγεί πιο συγκεκριμένα, πριν συνεχίσει: «Πρόκειται για ανθρώπινες λειτουργίες, για ανθρώπινα μοντέλα τρομερά αναγνωρίσιμα μέχρι σήμερα. Είναι άραγε σήμερα στην τωρινή εποχή να μιλήσουμε για κάτι που ραγίζει την εικόνα της ακεραιότητάς μας; Πόσο μάλλον όταν πρόκειται για ανθρώπους που επέστρεψαν από έναν πόλεμο».

«Το κείμενο είναι ένα πραγματικό δώρο για τον ηθοποιό. Τον καλεί να ψηλαφίσει μια, ανοιχτή ακόμα, συλλογική, πανανθρώπινη πληγή» - Γιώργος Συρμάς

4 ιστορίες, 4 ηθοποιοί, μία γραμμή αίματος

Το Γκιακ δεν είναι εύκολο παζλ. Άλλωστε, δε γράφτηκε για να ανέβει πάνω στη σκηνή. Μάλιστα, είναι τόσο πυκνό και με τόσο αξιόλογα διηγήματα, ώστε σίγουρα είναι δύσκολο να επιλέξει κανείς πια θα παρουσιαστούν και ποια όχι. Μιλώντας όμως με τους ηθοποιούς που καλούνται να το ερμηνεύσουν θεατρικά, θυμήθηκα κάτι πολύ πιο σημαντικό από τις τεχνικές λεπτομέρειες: τους λόγους που το καθιστούν μία αξέχαστη αναγνωστική εμπειρία.

«Κάνουμε τρομερά λάθος ανάγνωση των ιστορικών δεδομένων μένοντας στις στατιστικές και την επιφάνεια. Σχεδόν ποτέ δε σκύβουμε πάνω από προσωπικές ιστορίες, για το τι σήμαινε για τον καθένα αυτός ο πόλεμος με άλλα λόγια. Η λογοτεχνία πάλι μας δίνει αυτή τη δυνατότητα. Μας κάνει να βλέπουμε τα ιστορικά γεγονότα όχι μόνο από πατριωτική σκοπιά, όχι μόνο ως ευκαιρίες για το πόσο έχουμε αδικηθεί ως κράτος» μού λέει ο Αντώνης Χρήστου, ο οποίος καλείται να ερμηνεύσει το Γυάλινο μάτι, μία queer ιστορία με φόντο τη Μικρασιατική Εκστρατεία. «Διαβάζοντας το διήγημα μου φάνηκε τραγικό το γεγονός ότι ένας άνθρωπος που πήγε σε έναν πόλεμο, σε μία τόσο ακραία σωματική και πνευματική συνθήκη, κατάφερε εκεί να ανακαλύψει ένα κομμάτι του εαυτού του· να ζήσει με λιγότερη καταπίεση στο μέτωπο της μάχης από ό,τι ζούσε στη μικρή κοινωνία ενός χωριού όπου μεγάλωνε».

«Είχα την τύχη να διαβάσω το Γκιακ πριν χρόνια. Το πρώτο στη σειρά διήγημα, Ντο τ’ α πρες κοτσίδδετε, έμελλε να είναι αυτό που θα ζωντανέψω στη σκηνή. Είναι εμπνευσμένο από ένα αρβανίτικο τραγούδι που συνηθίζαμε να χορεύουμε σε γλέντια και οικογενειακές γιορτές» αναφέρει σε κάπως εξομολογητικό τόνο ο Γιώργος Συρμάς για την ιστορία που στο κέντρο της βρίσκουμε μία υπόθεση βιασμού. «Η σύνδεση μαζί του, λοιπόν, είναι με κάποιο τρόπο και προσωπική. Αυτό που με συγκινεί περισσότερο όμως, είναι η σύλληψη του Παπαμάρκου να μιλήσει ταυτόχρονα για την έμφυλη βία, το τραύμα της απώλειας και τον “απανθρωπισμό” που επιφέρει η φρίκη του πολέμου. Το κείμενο είναι ένα πραγματικό δώρο για τον ηθοποιό. Τον καλεί να ψηλαφίσει μια, ανοιχτή ακόμα, συλλογική, πανανθρώπινη πληγή».

«Θυμός. Αυτό είναι το συναίσθημα που ένιωσα όταν το διάβασα» λέει ο Ευθύμης Χαλκίδης για το Ήρθε καιρός να φύγουμε, ένα σύντομο διήγημα που αφηγείται τη σκληρή εξομολόγηση ενός βετεράνου του 1922: βρέθηκε στη Σμύρνη, έκανε πράγματα τα οποία δε θα έπρεπε να κάνει ποτέ, ερωτεύτηκε, παραλίγο να παντρευτεί, αθέτησε τον λόγο του και ένιωσε στο πετσί του την αδικία που βιώσαν οι Μικρασιάτες πρόσφυγες όταν βρέθηκαν στον ελληνικό χώρο. «Γνωρίζω καλά το τι συνάντησαν αυτοί οι άνθρωποι. Η οικογένειά μου κατάγεται από τη Μικρασία. Είναι πράγματα που μου έχουν αφηγηθεί οι γιαγιάδες μου».

Οι θεατές της παράστασης Γκιακ θα δουν τέσσερα διηγήματα να ζωντανεύουν στη σκηνή του Θεάτρου 104, ερμηνευμένα το καθένα από έναν ηθοποιό αλλά και την Παραλογή ερμηνευμένη από όλους μαζί. Θα είναι η σκηνική παράσταση ενός βιβλίου που κατάφερε να σπάσει το φράγμα των 50 χιλιάδων αντιτύπων -αδιανόητο νούμερο για ελληνική συλλογή διηγημάτων- εδώ και αρκετό καιρό.

Ποιο όμως θα είναι το τέταρτο διήγημα και ίσως εκείνο που έχει αγαπηθεί περισσότερο από τους αναγνώστες της συλλογής; «Ο Νόκερ, είναι το τελευταίο διήγημα του βιβλίου» αναφέρει ο Δημοσθένης Ξυλαρδιστός, πριν συνεχίσει: «Είναι και αυτό που μου έμεινε πιο έντονα από την πρώτη ανάγνωση. Ο τρόπος που ξεδιπλώνει η ιστορία του, ο χρόνος και η απόσταση από τον πόλεμο, η απόσταση από τον τόπο του και η δουλειά που επέλεξε να κάνει για να μπορεί να ζήσει ως βετεράνος πολέμου, είναι τα χαρακτηριστικά μιας πραγματικότητας που σε ταρακουνάει. Ο κυνισμός του, η μοναξιά του, τα αποστάγματα αυτού του ανθρώπου από τη ζωή. Η ανάγκη του να κρύψει το κτήνος που έγινε, σκοτώνοντας ζώα σε σφαγείο, φαίνεται ως φυσικό ακόλουθο της βίας που είδε και έκανε ο ίδιος εν καιρώ πολέμου. Αυτή η ακολουθία, αυτή η γραμμή αίματος, διαπερνά όλους τους ήρωες του διηγήματος.

«Στο μυαλό μου οι ήρωες βρίσκονται βυθισμένοι σε μία καθημερινότητα και ανοίγονται μόνο μία φορά στη ζωή τους» αναφέρει ο Κωνσταντίνος Ντέλλας, σκηνοθέτης της παράστασης.

Η λάσπη και το τραύμα

«Πέρα από αφηγήσεις για βετεράνους της Μικρασιατικής εκστρατείας, οι ιστορίες αυτές είναι μάλλον ιστορίες για το τραύμα» μού γράφει ο Δημοσθένης Παπαμάρκος. Τον αναζήτησα με μία πολύ συγκεκριμένη ερώτηση, μιας και δε  συμμετέχει στη συνδημιουργία του θεατρικού έργου. Πόσο επίκαιρες είναι οι ιστορίες ενός πολέμου που τον χωρίζουν 100 χρόνια από εμάς; «Το τραύμα που προκαλείται από την εμπειρία του πολέμου, από την αδυναμία των πρωταγωνιστών αυτών των ιστοριών να συμβιβάσουν την εικόνα που έχουν για τον εαυτό τους με αυτό που ο πόλεμος -ως ακραία συνθήκη κρίσης- απέδειξε τελικά πως είναι, ή καλύτερα, με αυτό που τους οδήγησε να γίνουν».

Τι άλλο είναι όμως αυτές οι ιστορίες και -κυρίως- τι μπορεί να είναι για εμάς; «Από τη φύση τους τέτοιες αφηγήσεις αφορούν αναμνήσεις, ένα κομμάτι του παρελθόντος δηλαδή που ανασύρεται στο παρόν και αναψηλαφείται -μερικές φορές ανανοηματοδοτείται κιόλας- μέσα στο νέο πλαίσιο που ορίζει το τελευταίο. Αυτή η διαδικασία εμπεριέχει μια πράξη ρήξης όταν το υποκείμενο αδυνατεί να τη νοηματοδοτήσει, να την εντάξει σε μια προσωπική αφήγηση. Αυτό κρίνεται αναγκαία συνθήκη για να επανακαθορίσει την ταυτότητά του και να βρει τη θέση του στον κόσμο, άρα κατά μία έννοια να “λυτρωθεί”. Αυτή η ανάγκη ήταν και παραμένει επίκαιρη στον καθένα μας, γιατί οι έννοιες του “πολέμου” και της “ειρήνης” μπορεί να μη μας αφορούν πάντοτε στην κυριολεξία τους, ωστόσο συνεχίζουν να είναι παρόντα στη ζωή μας ως σύνορα-σύμβολα που περιγράφουν μια επικράτεια υπό διαρκή εξερεύνηση για την αναζήτηση ταυτοτήτων, ιδεών και προσανατολισμού».

Τελικά, υπάρχουν λέξεις κλειδιά  που αφορούν το έργο του 40χρονου συγγραφέα. Τουλάχιστον, έτσι σχηματίζονται σχεδόν αυθόρμητα στο μυαλό μου. Βία, φιλία, εκδίκηση, τιμή, αγάπη αλλά και χώμα, γη, μνήμη και ανάμνηση. Ή μάλλον πιο σωστά, εκείνο που μού είπε ο Κωνσταντίνος Ντέλλας: «Στο δικό μου μυαλό οι ήρωες βρίσκονται βυθισμένοι σε μία καθημερινότητα και ανοίγονται μόνο μία φορά στη ζωή τους – ή τουλάχιστον αυτό εισέπραξα, και αυτό θέλω να επικοινωνήσω».

Δεν είχα σκεφτεί, αυτήν την οπτική. Ζητώ, λοιπόν, από τον σκηνοθέτη να την αναλύσει λίγο περισσότερο. «Πώς, δηλαδή, βυθίζεσαι σε μία εικόνα χωρίς να θέλεις να αγγίξεις περισσότερα τα πράγματα και, κάποια στιγμή, βγάζεις το χέρι έξω από τη λάσπη, παίρνεις μία ανάσα, ανοίγει η χύτρα, λέγονται όλα, και επιστρέφεις εκεί όπου το “λογισμικό” και οι επιλογές σου σού λένε ότι δεν μπορείς να ξαναβγείς».

Δηλαδή; Πιο συγκεκριμένα για το Γκιακ; «Ακόμα και όταν έχουν φύγει από το χωριό, η λάσπη δε φεύγει ποτέ από τα νύχια των ηρώων».

Τα υπόλοιπα, επί σκηνής. Από απόψε κιόλας.

ΙΝFO:

Διασκευή – Σκηνοθεσία: Κωσταντίνος Ντέλλας
Ηχητικό Περιβάλλον-Μουσική: Αλέξανδρος Κτιστάκης
Σκηνογράφος: Μάρθα Φωκά
Ενδυματολόγος: Κωνσταντίνα Μαρδίκη
Σχεδιασμός Φωτισμών – Φωτογραφίες/Video: Παναγιώτης Λαμπής
Επιμέλεια κίνησης: Μαρίζα Τσίγκα
Διδασκαλία νοηματικής γλώσσας: Ανδρονίκη Ξανθοπούλου
Βοηθός Σκηνοθέτη: Μαντώ Κατσούγκρη
Γραφιστική Επιμέλεια: Another Point of View
Διεύθυνση Παραγωγής: Ομικρον3
Παραγωγή: D’art The Art Society

Παίζουν:
Αντώνης Χρήστου
Γιώργος Σύρμας
Δημοσθένης Ξυλαρδιστός
Ευθύμης Χαλκίδης

Η παράσταση επιχορηγείται από το ΥΠΠΟΑ.

Ημέρες & Ώρες παραστάσεων αναλυτικά:
Παρ. 03/02, Σαββ. 04/02, Κυρ. 05/02 – 21:00
Παρ. 10/02, Σαββ. 11/02, Κυρ. 12/02 – 21:00
Παρ. 17/02, Σαββ. 18/02, Κυρ. 19/02 – 21:00
Παρ. 24/02, Σαββ. 25/02, Κυρ. 26/02 – 21:00
Παρ. 03/03, Σαββ. 04/03, Κυρ. 05/03 – 21:00
Παρ. 10/03, Σαββ. 11/03, Κυρ. 12/03 – 21:00
Παρ. 17/03, Σαββ. 18/03, Κυρ. 19/03 – 21:00
Παρ. 24/03, Σαββ. 25/03, Κυρ. 26/03 – 21:00
Παρ. 31/03, Σαββ. 01/04, Κυρ. 02/04 – 21:00
Παρ. 07/04, Σαββ. 08/04, Κυρ. 09/04 – 21:00

Θέατρο 104
Δ: Ευμολπιδών 41, Αθήνα, 118 54
Προπώληση εισιτηρίων: Εισιτήρια από 12 ευρώ