Στο δεύτερο μισό της περσινής θεατρικής σεζόν, η Νεφέλη Μαϊστράλη και ο Θανάσης Ζερίτης ανέβασαν στη σκηνή του Κατερίνα Βασιλάκου την παράσταση αθανασία, εμπνευσμένη από την αληθινή ιστορία της «Αγίας» Αθανασίας του Αιγάλεω και το πολύκροτο σκάνδαλο του «Θαυματουργού νερού» του Γ. Καματερού που «γιάτρευε» τον καρκίνο. Επί της ουσιας, έφτιαξαν ένα έργο για να μας υπενθυμίσουν το πώς λειτουργεί η χειραγώγηση της κοινής γνώμης μέσω της ψευδαίσθησης και για να μιλήσουν για μία Ελλάδα που αναζητά θαύματα ανάμεσα στις οθόνες και στα σκοτάδια της, αποκαλύπτοντας τον μηχανισμό κατασκευής της αγιοσύνης στην εποχή του θεάματος.
Την α(Α)θανασία έφερε στο σήμερα η Έλλη Τρίγγου, υιοθετώντας όλα τα χαρακτηριστικά μιας αμφιλεγόμενης αγιότητας που επηρεάζει συνειδήσεις και επηρεάζεται από τις ανάγκες της αγοράς. Παράλληλα, έζησε και ένα μεγάλο love story. Βρήκε τον έρωτα χάρη στον Λευτέρη, τον οποίο υποδύθηκε ο Γιώργος Νούσης. Και οι δύο επέστρεψαν αυτές τις μέρες στους ρόλους τους.
Η Αθανασία και η αθανασία, η θρησκεία και η θρησκευτικότητα
«Δεν το νιώθω σαν επιστροφή. Πέρυσι, η παράσταση αισθανθήκαμε ότι δεν ολοκλήρωσε τον κύκλο της όπως θα θέλαμε και περιμέναμε. Γι’ αυτό και φέτος, συνεχίζουμε, μετακομίζοντας στο Σύγχρονο Θέατρο. Επομένως, δεν το βιώνω τόσο ως επανάληψη, όσο ως συνέχεια. Δεν επιστρέφω σε κάτι που έχει ολοκληρωθεί, αλλά σε κάτι που έμεινε ανοιχτό και τώρα, έχουμε την ευκαιρία να το ξαναπιάσουμε», λέει ο Γιώργος.
«Με τον Λευτέρη με συνδέει το γεγονός ότι στο τέλος, καταλήγει στην ποίηση για να ησυχάσει η ψυχή του. Μέσω αυτής βρίσκει τον εαυτό του, τον ξεχωρίζει από την Αθανασία και μπορεί πια να φτάσει ως το τέλος. Από την άλλη, ίσως δεν έχω αγαπήσει ποτέ τόσο βαθιά και αληθινά όσο εκείνος. Μόνο φαντασιακά μπορώ να αισθανθώ αυτήν την πλευρά του».
Το πρωτότυπο θεατρικό έργο που έγραψε η Μαϊστράλη παρακολουθεί τη διαδρομή μιας νεαρής γυναίκας που ισχυρίζεται ότι έχει επιλεγεί από τον Θεό, για να μεταφέρει στους πιστούς το μήνυμά Του. Όπως διευκρινίζει ο Γιώργος, η παράσταση τιτλοφορείται αθανασία με μικρό α, όχι κεφαλαίο, γιατί «όλο το εμπόριο της πίστης γίνεται πάνω στον φόβο του θανάτου και της ανυπαρξίας».
Επιστρέφοντας στην ηρωίδα, η Αθανασία της παράστασης βασίζει όλη της την θεωρία σε μια ιδιαιτερότητα του δέρματός της, που διατηρεί όσα χαράζονται πάνω του. Αμφισβητείται απ’ τον περίγυρό της, αλλά σύντομα, βρίσκει τον τρόπο να κερδίσει τις εντυπώσεις και να παγιωθεί ως «η ενδιάμεση» του Θεού. Ιδρύει την δημοφιλή παραθρησκευτική οργάνωση «Χείρα Θεού» και καταφέρνει να γίνει μια θρησκευτική περσόνα με μεγάλη πολιτική και κοινωνική επιρροή που κερδίζει συνεχώς έδαφος και χρήματα, εξαλείφοντας όποιον σταθεί εμπόδιο στο «θεάρεστο» έργο της.
«Ο χαρακτήρας της Αθανασίας στην παράσταση σαφώς και πατάει σε κάποια χαρακτηριστικά του πραγματικού προσώπου, αλλά εν τέλει λειτουργεί ως ένας fictional χαρακτήρας. Αυτό μας επιτρέπει να εστιάσουμε γενικότερα στο πώς λειτουργεί ένας μηχανισμός που εκμεταλλεύεται την ανάγκη των ανθρώπων να πιστεύουν, κι όχι απλώς να εξιστορήσουμε ένα συγκεκριμένο περιστατικό που συνέβη πριν από 40 χρόνια. Έτσι κι αλλιώς, η Αθανασία της παράστασης ζει και δρα στο σήμερα, όχι σε κάποιον παρελθοντικό χρόνο».
Μιλώντας για παρελθοντικό χρόνο, τον ρωτώ αν γνώριζε τις δύο αυτές αληθινές ιστορίες, στις οποίες βασίστηκε το έργο. «Κάτι είχε πάρει το αυτί μου, αλλά τις είχα καταχωρήσει ως περιθωριακές ιστορίες, που αφορούν κάποιους πολύ συγκεκριμένους ανθρώπους, σε πολύ συγκεκριμένα κομμάτια της κοινωνίας. Κάτι μακρινό, που πίστευα ότι δεν με αφορά ιδιαίτερα», απαντά και συνεχίζει:
«Όταν, όμως, ανακοινώθηκε επίσημα η παράσταση και επικοινωνούσα το ότι θα παίζω σε αυτήν, υπήρξαν άνθρωποι που μου εξομολογηθηκαν σαν να επρόκειτο για ένοχο μυστικό, κάτι που δεν θα φανταζόμουν ποτέ: ότι κάποιο μέλος της οικογένειάς τους είχε έρθει τότε σε επαφή με την Αθανασία ή είχε περάσει από το ίδρυμά της. Εκεί, άρχισα να υποψιάζομαι ότι ίσως αυτές οι ιστορίες δεν ήταν τελικά τόσο περιθωριακές όσο νόμιζα.
Υπήρξε, επίσης, κάτι ακόμα που με εξέπληξε. Όταν συζητούσα το θέμα της παράστασης με ανθρώπους από τον ευρύτερο κοινωνικό μου κύκλο, όλοι καταδίκασαν αμέσως τους απατεώνες αυτού του είδους. Ορισμένοι, όμως, συμπλήρωσαν σε συνωμοτικό τόνο: “Κανένα θαυματάκι όμως γίνεται πού και πού, να τα λέμε κι αυτά”».
Όταν αρχίσαμε να δουλεύουμε για την παράσταση και να διερευνούμε το θέμα, διαπίστωσα με τρόμο πόσους ακόλουθους συγκεντρώνουν σήμερα στα social media οι αντίστοιχοι επιτήδειοι. Είτε εκπροσωπούν αιρέσεις είτε κινούνται στις παρυφές κάποιας επίσημης θρησκείας είτε εμφανίζονται ως εναλλακτικοί θεραπευτές – τα φρούτα της εποχής μας. Και δώσ’ του θεραπείες με ενέργειες, κβαντικά φορτία και κάθε λογής επιστημονικοφανή ορολογία, που συχνά χρησιμοποιείται για να προσδώσει κύρος σε πράγματα που δεν έχουν καμία επιστημονική τεκμηρίωση.
Από την άλλη, υπάρχουν άνθρωποι που καταφεύγουν σε αυτούς καλοπροαίρετα, με την ανάγκη να πιστέψουν σε ένα θαύμα, να βρουν μια λύση, να νιώσουν καλύτερα.
Πιστεύω ότι σε κάθε εποχή θα υπάρχουν στιγμές στη ζωή του ανθρώπου που θα έχει ανάγκη να πιστέψει σε κάτι. Να πιστέψει ότι υπάρχει μια λύση, ακόμα κι όταν όλα μοιάζουν αδιέξοδα. Και αυτό, καταρχήν, είναι ένα υγιές ένστικτο. Μας κάνει να μην τα παρατάμε, να επινοούμε λύσεις, να καινοτομούμε, να αγωνιζόμαστε ακόμη κι όταν δεν ξέρουμε αν θα τα καταφέρουμε.
Από την άλλη, είτε επειδή δεν διαχειριζόμαστε κριτικά αυτή την ανάγκη μας είτε επειδή ένα πραγματικό αδιέξοδο της ζωής μάς φέρνει σε απόγνωση, θα υπάρχει πάντα μια χαραμάδα ανοιχτή για τους επιτήδειους λαθρεμπόρους ελπίδας. Είτε εκπροσωπούν κάποιον επίσημο θεσμό είτε δρουν άτυπα και τυχοδιωκτικά.
Θέλω, όμως, να ξεκαθαρίσω κάτι. Το γεγονός ότι κάποιος πιστεύει σε κάτι και αντλεί από αυτή την πίστη τη δύναμη να καταφέρει κάτι σπουδαίο ή να αντέξει μια μεγάλη δοκιμασία, δεν αποδεικνύει ότι αυτό στο οποίο πιστεύει είναι και αληθινό. Η δύναμη που μπορεί να αντλήσουμε από μια πεποίθηση είναι πραγματική· αυτό δεν σημαίνει ότι είναι πραγματικό και το αντικείμενο της πίστης μας».
Κάνει μία παύση και βάζει τους αδερφούς Coen στην κουβέντα. «Θυμάμαι μια εκπληκτική σκηνή στο τέλος της ταινίας O Brother, Where Art Thou?. Οι πρωταγωνιστές βρίσκονται μπροστά στον κίνδυνο της εκτέλεσης, ο ένας προσεύχεται και, ως εκ θαύματος, μια πλημμύρα έρχεται και τους σώζει. Οι φίλοι του βλέπουν ένα θαύμα, μια απάντηση του Θεού στην προσευχή τους. Εκείνος, όμως, επιμένει ότι υπάρχει επιστημονική εξήγηση: η πλημμύρα ήταν αποτέλεσμα έργων που είχαν προγραμματιστεί στην περιοχή.
Κάπως έτσι, η ίδια ακριβώς στιγμή μπορεί για κάποιον να αποτελεί απόδειξη θεϊκής παρέμβασης και για κάποιον άλλον μια σύμπτωση. Η ανάγκη μας να πιστέψουμε κάτι δεν αρκεί για να το κάνει αληθινό. Και ίσως εκεί βρίσκεται το κρίσιμο σημείο: άλλο η ελπίδα που μας κρατάει όρθιους και άλλο εκείνος που μας υπόσχεται ότι κατέχει την αλήθεια και μπορεί να μας σώσει».
Η δική του σχέση με την πίστη και τη θρησκεία, ποια είναι; «Ως Έλληνας πολίτης, έχω την ανάλογη εξοικείωση με τα πιο διαδεδομένα ήθη και έθιμα που προέρχονται από την επίσημη θρησκεία της χώρας μας. Ωστόσο, πάντα με ενοχλούσε η αίσθηση ότι η θρησκεία στέκεται κάπως απέναντι στην επιστήμη και την τέχνη, απέναντι δηλαδή σε ό,τι με εμπνέει. Γενικότερα, αντί να συμβάλλει στη συνοχή της κοινωνίας, που είναι ένα από τα βασικά καλά που μπορεί να προσφέρει μια θρησκεία, ένιωθα ανέκαθεν ότι, με κάποιον τρόπο, συμβάλλει στον διχασμό.
Σίγουρα υπάρχουν και εμπνευσμένοι άνθρωποι στους κόλπους της, που ενδεχομένως επιτελούν σημαντικό κοινωνικό έργο, συχνά όμως μοιάζουν να αποτελούν εξαιρέσεις στη συνολική εικόνα της Εκκλησίας στην κοινωνία. Μπορεί, βέβαια, να κάνω και λάθος. Όχι, όμως, δεν κάνω λάθος. Μόλις θυμήθηκα τις αυξήσεις των μισθών τους.
Η θρησκευτικότητα, πάντως, υπάρχει, νομίζω, σε όλους μας, είτε πιστεύουμε είτε όχι, είτε ενστερνιζόμαστε μια θρησκεία, είτε όχι. Κάποια στιγμή, όλοι καλούμαστε να διαχειριστούμε τους τρόμους και τους φόβους μας απέναντι στο άγνωστο, στην τύχη και στην πιθανότητα του τραγικού· απέναντι, τελικά σε οτιδήποτε δεν μπορούμε να ελέγξουμε. Και τότε ψάχνουμε λέξεις και επινοούμε ή δανειζόμαστε ιστορίες -με θεούς ή χωρίς- που μπορούν να μας ηρεμήσουν και να μας βοηθήσουν να αντέξουμε το εφήμερο των πραγμάτων και του εαυτού μας».
Οι ρόλοι, οι συνεργασίες κι «αυτό θα ήθελα να το κάνω»
«Στην Ελλάδα 2.0, ή πιο σωστά Ελλάδα 0.2, οι περισσότεροι ανήσυχοι άνθρωποι που γνωρίζω ασχολούνται με κάποια τέχνη. Κάποιοι λίγοι έχουν καταφέρει να βρουν μικρές οάσεις δημιουργικότητας και καινοτομίας σε άλλους τομείς. Οι υπόλοιποι, για να κάνουν αυτό που θέλουν, στο επίπεδο που θέλουν και μπορούν, αναγκάστηκαν να φύγουν και να αναζητήσουν εκτός, τις συνθήκες που χρειάζονται.
Δεν ξέρω αν αυτό εξηγεί την απόφασή μου να γίνω ηθοποιός, αλλά σίγουρα εξηγεί κάτι για το περιβάλλον μέσα στο οποίο αυτή η απόφαση αποκτά νόημα. Αν και, για να είμαι ακριβής, δεν ήταν ακριβώς απόφαση. Ήθελα απλώς να παίζω».
Με σπουδές στη Δραματική Σχολή Δήλος της Δήμητρας Χατούπη, ο Γιώργος Νούσης εργάζεται ως ηθοποιός εδώ και κάτι λιγότερο από μία 15ετία, κυρίως στο θέατρο. Τα τελευταία χρόνια, έχει και τηλεοπτική παρουσία. Από τον Παράδεισο των Κυριών, στη Διάφανη Αγάπη, στον Άγιο Έρωτα και από εκεί, στα Δύο Μαύρα Πουκάμισα που προβάλλεται στο Mega TV. «Συμμετείχα στο opening της σειράς. Έκανα ένα εκτεταμένο flashback στο πρώτο επεισόδιο, μέσα από το οποίο παρουσιάζεται το παρελθόν της οικογένειας ενός εκ των πρωταγωνιστών, του Παυλή (Μιχάλης Αεράκης), πατέρα του Μανούσου (Βασίλης Μπισμπίκης) και ιδιοκτήτη της ταβέρνας. Ουσιαστικά, υποδύθηκα τον Παυλή σε νεαρή ηλικία.
Αν και σύντομη ήταν μια πολύ ωραία συνεργασία. Είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για μένα το γεγονός ότι ήρθα, ίσως για πρώτη φορά, σε λίγο πιο ουσιαστική επαφή με την κρητική κουλτούρα».
Μπορεί ο ρόλος του να ήταν μικρός, ωστόσο, ο Γιώργος πρόλαβε να ξεχωρίσει ερμηνευτικά από το κοινό. «Είναι υπέροχη αίσθηση και νιώθω πάντα ευγνώμων όταν εισπράττω μια γενικότερη αποδοχή για κάτι που δοκίμασα σε έναν ρόλο. Ωστόσο, μετά από λίγο όλα συνεχίζονται όπως πριν. Πρόβα, φίλοι, σπίτι, πρόβα…».
Δυσκολεύεται να ξεχωρίσει τον πιο αγαπημένο του ρόλο. «Η αλήθεια είναι ότι, όταν εγώ είμαι καλά και νιώθω διαθέσιμος να εμπλακώ δημιουργικά, συνδέομαι περισσότερο τόσο με τους ρόλους όσο και με τη δουλειά γενικότερα. Σε περιόδους που άλλοι παράγοντες ή προσωπικές δυσκολίες με εμποδίζουν να νιώθω ελεύθερος και δημιουργικός, δεν περνάω το ίδιο καλά στη δουλειά μου, ούτε μπορώ να κρίνω αντικειμενικά την απόδοσή μου.
Όταν, λοιπόν, θυμάμαι μια δουλειά, αυτό που μου μένει περισσότερο είναι η συναισθηματική επίγευση εκείνης της περιόδου. Και αυτή δεν καθορίζεται απαραίτητα από το αν έχω εισπράξει αποδοχή για αυτό που έκανα, αν και φυσικά κι αυτό έχει τη σημασία του».
Δυσκολεύεται να ξεχωρίσει τον πιο αγαπημένο του ρόλο. «Η αλήθεια είναι ότι, όταν εγώ είμαι καλά και νιώθω διαθέσιμος να εμπλακώ δημιουργικά, συνδέομαι περισσότερο τόσο με τους ρόλους όσο και με τη δουλειά γενικότερα. Σε περιόδους που άλλοι παράγοντες ή προσωπικές δυσκολίες με εμποδίζουν να νιώθω ελεύθερος και δημιουργικός, δεν περνάω το ίδιο καλά στη δουλειά μου, ούτε μπορώ να κρίνω αντικειμενικά την απόδοσή μου.
Όταν, λοιπόν, θυμάμαι μια δουλειά, αυτό που μου μένει περισσότερο είναι η συναισθηματική επίγευση εκείνης της περιόδου. Και αυτή δεν καθορίζεται απαραίτητα από το αν έχω εισπράξει αποδοχή για αυτό που έκανα, αν και φυσικά κι αυτό έχει τη σημασία του».
Τον ρωτώ αν πιάνει τον εαυτό του να φαντασιώνεται ρόλους ή έργα. «Φαντασιώνομαι ρόλους χωρίς να επιθυμώ απαραίτητα να τους παίξω. Αν κάτι επιθυμώ όμως αυτό είναι οι καλλιτεχνικές συναντήσεις και οι δημιουργικές συμπράξεις που θα με μετακινήσουν εσωτερικά. Επιθυμώ την αλλαγή μέσα μου. Αλλιώς, δεν ξέρω πώς να αντέχω τη ζωή.
Όσον αφορά, πράγματα που βλέπω στο σινεμά, στο streaming, στο θέατρο και σκέφτομαι “αυτό θα ήθελα να το κάνω” δεν είναι συγκεκριμένα εκείνη η ταινία, η τάδε σειρά. Περισσότερο με γοητεύουν σύμπαντα, οι τρόποι με τους οποίους κάποιοι σκηνοθέτες χτίζουν τη δική τους ματιά. Θα ήθελα πολύ να βρεθώ μέσα σε έναν τέτοιο σύμπαν, για παράδειγμα του Vinterberg ή του Roy Andersson και να συμμετέχω σε αυτή τη διαδικασία.
Παράλληλα, έχω ζηλέψει τα ensembles ορισμένων ευρωπαϊκών θεατρικών οργανισμών. Μου αρέσει η ιδέα του να δουλεύεις για ένα σημαντικό διάστημα με μια συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων, να αναπτύσσετε μαζί έναν κοινό κώδικα και να συντονίζεστε σε μια κοινή καλλιτεχνική αναζήτηση».
***
αθανασία
Κείμενο-Στίχοι: Νεφέλη Μαϊστράλη
Σκηνοθεσία: Θανάσης Ζερίτης
Σκηνικά – Κοστούμια: Γεωργία Μπούρδα
Φωτισμοί: Σεμίνα Παπαλεξανδροπούλου
Video art – Trailers: Αποστόλης Κουτσιανικούλης
Κίνηση: Σεσίλ Μικρούτσικου
Εικαστικές συνθέσεις: Γιώργος Μπούνιας
Μουσική σύνθεση: Ερατώ Κρεμμύδα
Βοηθός σκηνοθέτη: Ελένη Τσιμπρικίδου
Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή
Γραφιστικές προσαρμογές: Indigo Design
Social Media: Loox Media
Επικοινωνία – Προβολή στα Μ.Μ.Ε.: Ανζελίκα Καψαμπέλη
Διεύθυνση Παραγωγής: Μαρία Αναματερού
Παραγωγή: Ομάδα Νάμα Λυκόφως Ι.Κ.Ε
Παίζουν: Θανάσης Βλαβιανός, Ελισσαίος Βλάχος, Ειρήνη Μπούνταλη, Γιώργος Νούσης, Τζίνη Παπαδοπούλου, Έλλη Τρίγγου
Info: κάθε Δευτέρα και Τρίτη στο Σύγχρονο Θέατρο. Προπώληση εδώ.
Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.