Ο Γιώργος Βουρδαμής φέρνει στη σκηνή μια ιστορία από τις γειτονιές της Δυτικής Αττικής
Μία σαύρα της ερήμου, τέσσερις άνθρωποι που χάνουν το σπίτι τους λόγω μιας κατασκευαστικής επένδυσης, το «γέννημα θρέμμα δυτικής Αττικής» του Μαζωνάκη. Όλα μπλέκονται υπέροχα στην Τσακουάλα, τη νέα θεατρική παράσταση του ηθοποιού-σκηνοθέτη.
- 28 ΣΕΠ 2026
«Μα για την πραγματική ζωή θέλουμε να μιλήσουμε με τη Νοχαβελάνδη… Για το ανικανοποίητο, την αδηφάγο μας φύση, την εμπορευματοποίηση της ζωής στον βωμό του κέρδους, για όλα αυτά που παραμένουν αναλλοίωτα είτε βρισκόμαστε σε ένα δωμάτιο στη σύγχρονη Ευρώπη, είτε στην Άγρια Δύση. Για την ερημιά του σύγχρονου πολιτισμού. Υποκείμενα εξαντλημένα σε έναν αγώνα επιδόσεων, αλληλοσπαράσσονται ενώ κυνηγούν έναν θησαυρό ανύπαρκτο», μου εξηγούσε πέρυσι το φθινόπωρο ο Γιώργος Βουρδαμής για την παράσταση που θα ανέβαζε προσεχώς στο Θέατρο 104.
Κι αν με τη Νοχαβελάνδη (αν απορείς τι σημαίνει η λέξη, εδώ η απάντηση), ένα γουέστερν δωματίου, μάς ταξίδεψε στην Άγρια Δύση και στην άγονη γη της ερήμου για να μιλήσει για το κενό στην ψυχή μας και τα αδιέξοδα της σύγχρονης πραγματικότητας, με την Τσακουάλα μένει φέτος εντός ελληνικών συνόρων και μάς κάνει ένα κοντινότερο ταξίδι. Μας προσκαλεί στο Θέατρο Θησείον και μας μεταφέρει μέχρι τη Δυτική Αττική, εκεί όπου μεγάλωσε, για να μας θέσει το εξής ερώτημα: «Μέσα σε έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία, βίαια και χωρίς δικαιοσύνη, ποια είναι εκείνα τα στοιχεία που συγκροτούν την ανθρωπιά μας και τελικά, μπορούμε ακόμα να ελπίζουμε;».
Η συζήτηση όμως ξεκίνησε με τη Νοχαβελάνδη.
Ήταν από τις πιο ιδιόμορφες παραστάσεις της περσινής θεατρικής σεζόν, την είδαμε το καλοκαίρι να μπαίνει και στο πρόγραμμα της Πειραιώς 260 του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου και τώρα, από 8 Οκτωβρίου, ετοιμάζεστε με τον Γιάννη Αποσκίτη, που έγραψε το έργο, να την επαναλάβετε. Φαντάζομαι ότι η επιτυχία της δεν ήταν καθόλου δεδομένη.
Κοίταξε, πέρα από το ότι με κάνει χαρούμενο, μου έδωσε και μια ώθηση και μια πίστη ότι ίσως έχω κάτι να πω, να μοιραστώ. Νομίζω όμως ότι το πιο ουσιαστικό είναι ότι αυτή η παράσταση φτιάχτηκε με το τίποτα, με μια ομάδα ανθρώπων με πολλή αγάπη και δόσιμο.
Μέσα στην καλλιτεχνική, κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα που μας περιβάλλει, συναντηθήκαμε τέσσερις επαγγελματίες με υποχρεώσεις, ασφυκτικά προγράμματα, μεγάλωμα παιδιών και καταφέραμε να δημιουργήσουμε έναν χώρο παιχνιδιού, ελευθερίας, τρέλας και δοκιμής. Και αυτό, δεν είναι καθόλου αυτονόητο. Το ότι αυτή η συνάντηση βρήκε το κοινό της και συνεχίζεται, με συγκινεί.
Την Τσακουάλα θυμάμαι να μου λες ότι είχες ήδη ξεκινήσει να την δουλεύεις, πριν το ανέβασμα της Νοχαβελάνδης. Πώς έπεσες πάνω στη συλλογή διηγημάτων Κάτι θα γίνει, θα δεις του Χρήστου Οικονόμου, στην οποία είναι βασισμένη και τι σου κίνεισαι το ενδιαφέρον να την κάνεις παράσταση;
Δεν έπεσα εγώ πάνω της, αλλά ο Χρήστος Κοντογεώργης και η Καλλιόπη Παναγιωτίδου που δουλεύουμε μαζί και μου πρότειναν να είναι η επόμενη θεατρική δουλειά μας. Η συλλογή είναι 16 ιστορίες με ήρωες από τα δυτικά προάστια της Αττικής. Εγώ και ο Χρήστος που μεγαλώσαμε μαζί και σπουδάσαμε και θέατρο μαζί, ερχόμαστε από αυτές τις γειτονιές και έτσι «πέσαμε στην παγίδα».
Είναι δύσκολο εγχείρημα να μεταφέρεις τη λογοτεχνία στη σκηνή, αλλά ο κόσμος του Χρήστου Οικονόμου είναι ιδιαίτερος με έναν υπόκωφο ζωτικό χτύπο που σε παρασέρνει.
Πέρυσι σε ρωτούσα τι σημαίνει Νοχαβελάνδη κι αν υπάρχει σαν λέξη. Φέτος, πάμε ξανά: Τι είναι η Τσακουάλα;
Η τσακουάλα είναι ένα είδος σαύρας. Το ενδιαφέρον βρίσκεται στη συμπεριφορά της όταν απειλείται: χώνεται σε μια σχισμή ανάμεσα στα βράχια και φουσκώνει το σώμα της, έτσι ώστε να γίνεται σχεδόν αδύνατο για τον θηρευτή της να την απομακρύνει από κει. Η εικόνα αυτή, δημιούργησε σε εμένα και στην ομάδα με την οποία δουλεύουμε, έναν συνειρμό με την ιδέα της μη βίαιης αντίστασης — με τη σκέψη του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και τη satyagraha του Γκάντι: την αντίσταση χωρίς την προσφυγή στη βία, την άρνηση να υποχωρήσεις. Να μένεις αμετακίνητος. Όπως λέει και ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, «θα σας εξαντλήσουμε από την αντοχή μας στη δυσκολία».
Ωστόσο, ο βασικός λόγος που επιλέξαμε την Τσακουάλα είναι ότι τη χρησιμοποιεί ο ίδιος ο Χρήστος Οικονόμου σε ένα από τα διηγήματα της συλλογής του. Η παρουσία της μέσα στο έργο του και η συμπεριφορά του ζώου απέκτησε για εμάς μια συμβολική διάσταση και τελικά «σφήνωσε» και στον τίτλο μας.
Το ότι επιλέγεις back to back να τιτλοφορείς τις παραστάσεις σου με παράξενα, άγνωστα ονόματα -μας κάνεις να ψάχνουμε, αναρωτιόμαστε τι σημαίνουν- είναι ένα pattern; Ή για να το πω καλύτερα, είναι ένας τρόπος για να φτιάξεις τη δική σου θεατρική γλώσσα;
Μπορεί να έχω pattern τελικά (γελάει). Πάντως, αλήθεια, δεν το κάνω επίτηδες. Το επόμενο θεατρικό μου θα έχει έναν απλό τίτλο. Το υπόσχομαι!
Το ‘χεις βρει;
Όχι, ακόμα. Χρειάζομαι χρόνο.
Πέρα από την πλάκα, πάντως, είμαι γεμάτος με μοτίβα και ρουτίνες στην καθημερινότητά μου. Μ’ αρέσει πολύ μια φράση της Μάρως Δούκα που λέει: «το έμαθα πια ότι θα γράφω και θα ξαναγράφω, κάθε φορά αλλιώς, το ίδιο βιβλίο». Δεν ξέρω. Νομίζω ότι προσπαθώ να βρω τη φωνή μου και ταυτόχρονα, να καταλάβω τι μορφή σχηματοποιεί.
Η συνεργασία με την ηθοποιό-σκηνοθέτιδα Ειρήνη Φαναριώτη στη διασκευή της συλλογής διηγημάτων πώς προέκυψε;
Η Ειρήνη μας έσωσε λίγο πριν πέσουμε χρονικά στον γκρεμό! Παλεύαμε οι τρεις μας -εγώ, ο Χρήστος και η Καλλιόπη- για μήνες με την ανάλυση και τη διασκευή των διηγημάτων. Όσο πλησίαζαν όμως οι πρόβες, καταλάβαμε ότι χρειαζόμασταν μια επιπλέον ματιά και έναν άνθρωπο που θα μπορούσε να πάρει όλο αυτό το υλικό και να το μετατρέψει σε ένα ενιαίο θεατρικό κείμενο.
Έτσι απευθυνθήκαμε στη φίλη μας Ειρήνη, η οποία ανέλαβε τελικά τη διασκευή και έγραψε το τελικό κείμενο.
Τι θα δούμε στην Τσακουάλα;
Τέσσερις άνθρωποι χάνουν το σπίτι και τη γειτονιά τους εξαιτίας μιας νέας κατασκευής, μιας επένδυσης που έρχεται να αλλάξει τα πάντα γύρω τους. Χάνουν τον κόσμο τους· έναν κόσμο που βρίσκεται ήδη σε παρακμή, αλλά ταυτόχρονα είναι ο μοναδικός κόσμος που γνωρίζουν.
Οι τέσσερις τους προσπαθούν να βρουν έναν τρόπο να σταθούν απέναντι σε αυτή την αλλαγή, να καταλάβουν τι μπορούν να κρατήσουν και τι πρέπει να αφήσουν πίσω. Μέχρι που η απόφαση ενός από αυτούς επιταχύνει το τέλος τους και αλλάζει τις ισορροπίες ανάμεσά τους.
Στην ουσία, είναι τέσσερις άνθρωποι που ψάχνουν έναν τρόπο να επιβιώσουν. Όχι μόνο ως κάτοικοι ενός τόπου που χάνεται, αλλά κυρίως ως άνθρωποι.
Δεν σου κρύβω ότι όταν διάβασα στο δελτίο της παράστασης «μια ιστορία από τις γειτονιές των δυτικών προαστίων» σκέφτηκα αυτόματα το «γέννημα θρέμμα δυτικής Αττικής» του Μαζωνάκη.
Καλή του ώρα εκεί που είναι… Ναι, κατά κάποιον τρόπο η παράσταση τροφοδοτείται κι από αυτό. Με έχουν διαμορφώσει τα δυτικά προάστια και το μεγάλωμά μου εκεί. Το «γέννημα θρέμμα» και η εποχή που με ανέθρεψε, αλλά που πια έχει παρέλθει και το «θέλω να γυρίσω στα παλιά» ακούγονται σήμερα ως τρομακτικό μοτίβο.
Η παράσταση εκπέμπει εκεί, αλλά όχι με έναν ευθύ συσχετισμό. Περισσότερο σαν ένα πολιτισμικό αποτύπωμα μιας εποχής και των ανθρώπων της. Θα δείξει κιόλας… Το έργο δουλεύεται ακόμα μέσα στις πρόβες και έχουμε δρόμο μέχρι να βρει την τελική του μορφή.
Όπως και στη Νοχαβελάνδη, έτσι και στην Τσακουάλα, θα είσαι και κάτω και πάνω στη σκηνή. Ποιος είναι ο ήρωας που θα υποδυθείς;
Ένας άνθρωπος που προσπαθεί να ελιχθεί μέσα στη νέα πραγματικότητα. Δεν θα της πάει κόντρα. Του είναι σημαντικό να επιβιώσει, ανεξάρτητα από το κόστος και τον τρόπο. Παλεύει να γίνει κάποιος, αλλά στην πραγματικότητα δεν έχει κάποιο όνειρο να ακολουθήσει. Και ίσως αυτή να είναι και η τραγικότητά του: δεν έχει κάτι συγκεκριμένο να υπερασπιστεί, πέρα από την ίδια του την επιβίωση. Έτσι, όταν ο κόσμος γύρω του αλλάζει προσπαθεί να βρει τον τρόπο να χωρέσει μέσα του.
Για ποια πράγματα θέλεις να μιλήσεις με αυτή την ιστορία;
Γι’ αυτό που δικαιούμαστε να είμαστε και γι’ αυτό που διεκδικούμε να έχουμε. Ταυτόχρονα για τη μοναξιά και την ελπίδα. Με θεματικό πυρήνα την κοινωνική ανισότητα, τη μνήμη, τις μη φανερές μορφές αποξένωσης και αυτοαποξένωσης και την τρέλα της εποχής μας.
Μέσα σε έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία, βίαια και χωρίς δικαιοσύνη με ενδιαφέρει να θέσω το ερώτημα ποια είναι εκείνα τα στοιχεία που συγκροτούν την ανθρωπιά μας και, τελικά, αν μπορούμε ακόμα να ελπίζουμε.
Ποιος είναι ο δικός σου μηχανισμός άμυνας για να διατηρείς την ελπίδα ζωντανή;
Microdose είναι η μουσική, τα παιδιά μου και οι συναντήσεις με φίλους. Και megadose είναι ο χρόνος μου στη φύση, με το κοντινότερο σημείο πολιτισμού να βρίσκεται τουλάχιστον δύο ώρες μακριά. Δυστυχώς, περνάω μια φάση που ούτε στην πολιτική ούτε στην τέχνη βρίσκω εύκολα τρόπους άμυνας. Ίσως γιατί και τα δύο είναι για μένα τρόποι να καταλάβω τον κόσμο, και αυτή την περίοδο δυσκολεύομαι να βρω μέσα τους κάτι που να μπορεί να με προστατεύσει από αυτόν.
Οπότε προς το παρόν κρατιέμαι από τα μικρά και από τα πολύ μακρινά και θα φανεί αν υπάρχει χώρος για ελπίδα κάποια στιγμή.
***
Τσακουάλα
Ερμηνεύουν: Καλλιόπη Παναγιωτίδου, Γιώργος Μηλιώνης, Χρήστος Κοντογεώργης, Γιώργος Βουρδαμής
Μουσικοί επί σκηνής: Οδυσσέας Μισόρης, Δημήτρης Μεντεσίδης
Διασκευή: Ειρήνη Φαναριώτη
Σκηνοθεσία: Γιώργος Βουρδαμής
Συνεργάτες σκηνοθέτες: Χρήστος Κοντογεώργης, Καλλιόπη Παναγιωτίδου
Μουσική σύνθεση: Οδυσσέας Μισόρης, Gary Salomon
Σκηνικά – Κοστούμια: Δάφνη Αηδόνη
Φωτισμοί: Ελένη Χούμου
Κίνηση – Χορογραφίες: Κατερίνα Φώτη
Φωτογραφίες – Βίντεο παράστασης: Μυρτώ Αποστολίδου
Trailer – Βιντεοσκόπηση παράστασης: Παναγιώτης Ανδριανός
Γραφιστικά: ArchLab10 [Αλεξάνδρα Παππά, Δημήτρης (Κουφίωνας) Χαλιάσος, Δημοσθένης Χούπας]
Σύμβουλος Δραματουργίας: Αιμιλία Καραντζούλη Βοηθοί
Σκηνοθέτη: Βάσια Μπακετέα, Βίκυ Σερεμετάκη, Αναστασία Νεκταρία Καλτσίδη
Επικοινωνία: Ευαγγελία Σκρομπόλα
Social Media: Λιάνα Κεραμιδά
Παραγωγή: Láz-Las AMKE | BETELGEUSE ΑΜΚΕ
Info: Από 26 Οκτωβρίου στο Θέατρο Θησείον, κάθε Κυριακή, Δευτέρα και Τρίτη στις 21:00. Προπώληση εδώ.
Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.