
Όταν οι Deep Purple έσπασαν τη γκίνια της Τρίτης και 13 στο ΟΑΚΑ
- 15 ΟΚΤ 2026
Υπάρχουν πραγματικά θρυλικοί μουσικοί που συνεχίζουν να αναμασούν την ιστορία τους για τις εισπράξεις. Από την άλλη, υπάρχουν και οι Deep Purple που ενώ θα έπρεπε να τους πονάει η πλάτη από την κληρονομιά και τα mega hits που μεταφέρουν, συνεχίζουν με όρεξη να γράφουν καινούργια κεφάλαια, σαν να μη συμβαίνει τίποτα.
Ακόμη μία απόδειξη, το extended tour με το οποίο κατέφτασαν στο Κλειστό Γήπεδο του ΟΑΚΑ (και συνεχίζεται με πραγματικά καταιγιστικό ρυθμό μέχρι τα μέσα Δεκεμβρίου). Και αυτό δεν αφορά μόνο την ασύλληπτη ενέργεια την οποία απαιτεί το να εμφανίζεσαι σε γεμάτες αρένες κάθε δύο-τρεις μέρες (για τέτοιο ρυθμό, μιλάμε). Αφορά και το πώς επιλέγεις τελικά να εμφανίζεσαι σε αυτές τις αρένες. Τι θέλεις να κρατήσει ο κόσμος φεύγοντας.
Τι κρατήσαμε εμείς στο μυαλό μας, όταν η συναυλία είχε τελειώσει και ακολουθήσαμε τα κόκκινα φώτα της Κηφισίας το βράδυ της Τρίτης; Την εικόνα από μπόμπιρες που ήταν σκαρφαλωμένοι στους ώμους των μπαμπάδων τους να τραγουδούν το Highway Star, τα δάχτυλα του Don Airey να χορεύουν πάνω στα πλήκτρα του Hammond, αλλά και τη στιγμή που, σε ένα ανέλπιστο δώρο προς το ελληνικό κοινό, έπαιξαν τον Ζορμπά αλλά και τα Παιδιά του Πειραιά στην έδρα του Παναθηναϊκού (ουπς!).
Κάπως έτσι, η Τρίτη και 13 κάθε άλλο παρά γρουσούζικη αποδείχθηκε μπροστά στους Deep Purple.
Αλλά να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
Το ζέσταμα για το κατάμεστο από κοινό κάθε ηλικίας ΟΑΚΑ ανήκε στους Jayler. Μια παρέα πιτσιρικάδων από τα Midlands της Αγγλίας που οι περισσότεροι πιθανότατα δεν γνώριζαν, αλλά γρήγορα κατάλαβαν για ποιο λόγο τους επέλεξαν οι γερόλυκοι της ροκ: με το που ανέβηκαν στη σκηνή, είχαν φουλ ενέργεια, ορμή, ενθουσιασμό (βρίσκονται μόλις μετά το ντεμπούτο LP τους, το Voices Unheard) και μια γενικότερη αισθητική που παρέπεμπε ευθέως στη χρυσή δεκαετία του ’70. Με ανοιχτά πουκάμισα, μακριά μαλλιά, blues-rock κιθάρες, φυσαρμόνικα και μια σκηνική αλητεία που θύμιζε Led Zeppelin.
Έκαναν το έργο τους όσο καλύτερα μπορούσαν για περίπου 45 λεπτά. Αλλά, κακά τα ψέματα, όταν είσαι το opening act μιας μπάντας σαν τους Deep Purple, ακόμη και το πιο θερμό χειροκρότημα κρύβει τη λαχτάρα για έρθει το «κυρίως πιάτο».
Και αυτό ήρθε κάπως διαστημικά, με ένα animation βίντεο το οποίο διέσχιζε το σύμπαν των Deep Purple, υπό τη μουσική υπόκρουση του “Mars, the Bringer of War” του Gustav Holst. Τα κινητά υψώθηκαν όλη την αρένα, σαν πυγολαμπίδες. Ώσπου εκπληρώθηκαν οι προσδοκίες και εμφανίστηκαν στη σκηνή οι πέντε άνθρωποι που κρατούν ζωντανό τον θρύλο – ο Ian Paice πίσω από τα τύμπανα, ο Roger Glover στο μπάσο, ο μαγικός Don Airey στα πλήκτρα, ο Simon McBride (ο νεότερος) με την κιθάρα και ο αγαπημένος Ian Gillan μπροστά, να παίζει με τη φωνή του απ’ τα ψηλά στα χαμηλά, με το “Alright, hold tight, I’m a highway star”.
Από εκείνη τη στιγμή, είχαμε μπροστά μας 90 λεπτά αναμέτρηση.
Σε αντίθεση με την προηγούμενη φορά που είχαν εμφανιστεί στη Μαλακάσα (2023), οι Deep Purple επέλεξαν τώρα να δώσουν περισσότερο χώρο στο πρόσφατο υλικό τους. Σωστή απόφαση; Εξαρτάται ποιον θα ρωτήσεις. Πάντως, τα κομμάτια από το (πολύ καλό) πρόσφατο SPLAT! και το αμέσως προηγούμενο =1 έφεραν αυτή την αίσθηση της φρεσκάδας που σε κάνει να τεντώσεις το αυτί για να ακούσεις προσεκτικά και να δεις τι έχουν να πουν σήμερα οι Deep Purple, πέρα από τους ύμνους που γνωρίζεις απέξω κι ανακατωτά.
Και αυτό ήταν εξαιρετικά ευχάριστο.
Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι υπήρξαν υποδειγματικοί στον ήχο τους καθ’ όλη τη διάρκεια της συναυλίας. Με ίδια διάθεση όπως παλιά, να τζαμάρουν και να επεκτείνουν με instrumental εκδοχές τα κομμάτια τους, οι Deep Purple παρέδωσαν μια εμφάνιση αντάξια της ιστορίας τους.
Το μεγαλύτερο sing-along της βραδιάς ήρθε, χωρίς έκπληξη, με το “Smoke on the Water”, ένα από τα πιο τραγούδια που έχουν σημαδέψει όχι απλώς την ιστορία του hard rock, αλλά την ιστορία όλου του 20ού αιώνα. Και γενικότερα, τα κλασικά κομμάτια ήταν εκείνα που ξεσήκωναν το κοινό του ΟΑΚΑ. Το “Into the Fire”, το “Lazy” και βέβαια το αξεπέραστο “Perfect Strangers” του 1984, όταν η μεγαλειώδης μελωδία των πλήκτρων καθήλωσε όλο το ΟΑΚΑ (μαγικός ο Don Airey, όπως είπαμε).
Αυτό θα πει ύμνος ανεξίτηλος στον χρόνο.
Ο αγαπημένος Ian Gillan παραμένει χαρισματικός και επικοινωνιακός στη σκηνή, αν και όχι το ίδιο ανεπηρέαστος από τον χρόνο όπως τα τραγούδια του. Ωστόσο, με ένα έξυπνα δομημένο setlist που του άφηνε περιθώρια για ανάσες, κράτησε δυνάμεις για την κλιμάκωση στο τέλος. Στα 81 του έτη και χωρίς εκείνη τη μακριά κώμη, ο εμβληματικός frontman έχει εξελιχθεί σε ένα σύμβολο που ενώνει γενιές.
Το κλείσιμο ήρθε με το “Black Night” και όλη την ένταση που είχε απομείνει στα πνευμόνια τους, δίνοντας ένα οργασμικό φινάλε στο αθηναϊκό κοινό που, ας είμαστε ρεαλιστές, κανείς δεν γνωρίζει αν πρόκειται να ξαναζήσει.
Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.