© Άσπα Κουλύρα
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Στο επόμενο live των Στόμα θα ξαπλώσεις στο πάτωμα με κλειστά τα φώτα

Το A Lie Down Concert είναι η αφορμή να γνωρίσεις το σύμπαν των Στόμα: ένα πειραματικό τρίο στο φάσμα του noize που δεν γράφει κομμάτια αλλά μόνο αυτοσχεδιάζει αναπτύσσοντας μουσικούς κόσμους, σαν να φτιάχνει unscripted δίσκους από το μηδέν.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: © ΑΣΠΑ ΚΟΥΛΥΡΑ

Φιλική προτροπή, να φτάσεις έγκαιρα και πριν μπεις στην αίθουσα, να απενεργοποιήσεις το κινητό σου. Θα ήταν ιδανικό να έχεις μαζί σου ένα στρωματάκι (ειδάλλως, θα παραλάβεις στην είσοδο) και να είσαι προετοιμασμένος για ένα live που δεν μοιάζει με κανένα από όσα έχεις πάει μέχρι σήμερα.

Οι Στόμα είναι ένα σχήμα το οποίο δεν υπακούει στους κανόνες της εποχής και το επόμενο live τους με τίτλο A Lie Down Concert (17/1) είναι η καλύτερη ευκαιρία να βυθιστείς ολοκληρωτικά στον κόσμο τους – ένα μουσικό σύμπαν το οποίο δεν περιλαμβάνει ηχογραφημένα κομμάτια αλλά αποκλειστικά αυτοσχεδιαστικές μουσικές πράξεις οι οποίες ξετυλίγονται ομαδικά από τα τρία μέλη, σαν ένας συνειρμικός διάλογος που κανείς τους (πόσο μάλλον το κοινό) δεν γνωρίζει πού θα καταλήξει και με ποιον τρόπο. Αντί για προτάσεις, ο unscripted διάλογος των Στόμα περιλαμβάνει ένταση, βουητά, παραμορφώσεις και μια φωνή που αντιστέκεται στην άρθρωση.

Όλα, μέσα σε μία χειμαρρώδη ροή, ικανή να σε κάνει να χάσεις, έστω για λίγο, την αίσθηση του χώρου και του χρόνου.

Το επικείμενο εγχείρημα που θα δοκιμάσουν τα παιδιά, προβλέπεται ακόμη πιο εμβυθιστικό: το αυτοσχεδιαστικό τρίο υποδέχεται το κοινό στην ευρύχωρη σάλα του χώρου Revma (που χρησιμοποιείται κυρίως για μαθήματα χορού), με σβηστά φώτα και άρωμα από αιθέρια έλαια, ζητώντας τους να καθίσουν ή και να ξαπλώσουν ανάμεσά τους.

Δεν θα υπάρχει σκηνή, δεν θα υπάρχει απόσταση. Για την επόμενη ώρα, μέσα σε αυτή τη συνθήκη όπου μουσικοί και ακροατές θα μοιράζονται την ίδια αίθουσα, το μυαλό θα αδειάσει από πληροφορίες και ερεθίσματα, αφήνοντας όλο το πεδίο ελεύθερο για τους ήχους, τις συχνότητες και την εμπειρία της βαθιάς ακρόασης.

Γνωρίζοντας όλοι ότι όσα συμβούν εκεί θα είναι φύσει αδύνατο να επαναληφθούν, ίσως και να περιγραφούν.

Όσοι έχει τύχει να παρακολουθήσουν live από το πειραματικό-αυτοσχεδιαστικό τρίο που σχηματίστηκε το 2022 (σπάνιες γενικά οι εμφανίσεις τους λόγω γεωγραφικής απόστασης των μελών μεταξύ Βερολίνου-Αθήνας, αλλά στο ενδιάμεσο έχουν ανοίξει τους Zu), για να το περιγράψουν χρησιμοποιούν λέξεις όπως «εμπειρία», «χάσιμο», «τριπάρισμα».

Στην καθημερινή τους ζωή, όταν τους συναντήσαμε για μία βόλτα στο κέντρο λίγο πριν το απρόσμενο live στο Revma, ο Σπύρος, ο Πέτρος και ο Αποστόλης φαίνονται πολύ πιο ήρεμοι και νηφάλιοι, σε σχέση με τη μουσική τους – ωστόσο, απαντούν ακριβώς όπως παίζουν μουσική, με τον έναν να συμπληρώνει τον άλλον.

Πώς αποφασίσατε να αφήσετε στην άκρη την κλασική δομή και να μη γράφετε κομμάτια;

Σπύρος: Ήταν κάτι που σχηματοποιήθηκε από την πρώτη πρόβα που κάναμε.

Αποστόλης: Ήταν Ιούνιος του 2022, σε ένα υπόγειο στούντιο δίπλα από την παλιά Λυρική Σκηνή. Συμφωνήσαμε να παίξουμε χωρίς κάποια κεντρική οδηγία, ο καθένας με το όργανο και τη «γλώσσα» που έχει. Πατήσαμε το REC και παίξαμε αυτοσχεδιαστικά τρεις ώρες, ίσως και λίγο παραπάνω. Ήταν σαν να πήγαμε σε έναν άλλον κόσμο. Ακόμη και σήμερα επανερχόμαστε σε εκείνη την πρώτη ηχογράφηση, είχε όλη την υπόσχεση μέσα της ότι κάνουμε κάτι που έχει πραγματικά ουσία. Από εκείνη τη στιγμή, αποφασίσαμε ότι δεν θα γράφουμε κομμάτια – θα παίζουμε πάντα από το μηδέν, είτε είναι πρόβα είτε λάιβ.

Τι παρατηρήσατε δηλαδή στο μεταξύ σας σε εκείνη την πρώτη πρόβα;

Αποστόλης: Μουσικά, και στους τρεις υπήρχε (και υπάρχει) μια ροπή προς την ελεύθερη έκφραση, αλλά πάντοτε προσέχοντας τον διπλανό. Αυτό το οποίο λέμε συχνά μεταξύ μας είναι ότι δουλεύουμε σε δυάδες που εναλλάσσονται, με την έννοια ότι υπάρχει πάντα ένα νοιάξιμο για το τι κάνει ο άλλος. Σαν να χτίζουμε από κοινού έναν ηχητικό κόσμο, ώσπου κάποιος από τους τρεις ξεμακραίνει προς μία νέα κατεύθυνση και οι υπόλοιποι ακολουθούμε, διαμορφώνοντας έτσι ένα επόμενο κόσμο, έπειτα έναν επόμενο και έπειτα έναν επόμενο.

Πέτρος: Συν το ότι ήταν εξ αρχής ξεκάθαρο ότι υπήρχε μια αισθητική σύγκληση στις μουσικές μας ταυτότητες, κάτι το οποίο δημιουργούσε ένα πλαίσιο ελευθερίας και ασφάλειας να παίζουμε κάθε στιγμή ό,τι αισθανόμαστε – ένα πλαίσιο σίγουρα απαραίτητο για να κάνουμε αυτό το είδος παιξίματος.

Είναι αυτοσχεδιασμός; Είναι instant composition; Πώς ακριβώς λέγεται αυτό που κάνετε;

Σπύρος: Στην πραγματικότητα, δεν είναι κανένα από τα δύο ακριβώς. Συχνά, χρησιμοποιούμε τον όρο unscripted.

Αποστόλης: Είναι σαν να φτιάχνουμε unscripted δίσκους. Παίζουμε κατά κανόνα 45-50 λεπτά και κάθε φορά είναι σαν να γράφουμε έναν νέο δίσκο από το μηδέν. Δεν μπορούμε να ξέρουμε εάν θα βγει πάντα καλός, ξέρουμε όμως ότι θα έχει μια ανάπτυξη. Θα περάσει μέσα από πράξεις. Δεν είναι λοιπόν το ίδιο με τον αυτοσχεδιασμό που κάνει π.χ. ένας τζαζ μουσικός, όταν αφήνεται στη στιγμή και σολάρει βάσει της γνώσης που κατέχει επάνω στο όργανο. Μπορεί να κάνουμε παρόμοιες κινήσεις, αλλά δεν έχουμε την ίδια «γραμματική».

Συν ότι είστε τρεις μουσικοί, όχι ένας. Αναρωτιέμαι πώς συνεννοείστε για το ποιος θα καθοδηγήσει και ποιος θα ακολουθήσει τη ροή της σύνθεσης κάθε στιγμή, εφόσον δεν υπάρχει «σενάριο»; Κάνετε νοήματα;

Αποστόλης: Η αλήθεια είναι ότι όσες φορές έχουμε συνεννοηθεί να κάνουμε νοήματα, δεν έχει λειτουργήσει. Δεν κοιτιόμαστε καν.

Πέτρος: Πιο πολύ το συχνοτικό είναι που μας οδηγεί. Όταν αφήνεται χώρος σε συχνοτικά φάσματα π.χ. στα μπάσα, είναι ευκαιρία εκείνη τη στιγμή να γεμίσει κάποιος το «κενό» φέρνοντας έναν νέο ήχο στο δωμάτιο. Αντίστοιχα είναι και το στοιχείο του ρυθμού: όταν έχουμε φτάσει σε ένα απλωμένο και ambient αποτέλεσμα, είναι ευκαιρία για μένα [σ.σ. ντραμς] να προσθέσω π.χ. ένα καθαρό jungle beat που θα έρθει σε διαλεκτική αντίστοιξη με την υπόλοιπη σύνθεση. Και αυτή η δράση θα προκαλέσει μία νέα αντίδραση. Μία νέα φράση, όπου καλούνται να αντιδράσουν και να συνεχίσουν οι υπόλοιποι.

Οπότε είναι όλο θέμα real-time επικοινωνίας. Αυτό είναι που προβάρετε, εφόσον συγκεκριμένα κομμάτια δεν υπάρχουν;

Πέτρος: Ακριβώς. Η άσκησή μας αφορά στο να είμαστε «παρών» στη στιγμή, στο να έχουμε αντανακλαστικά.

Σπύρος: Μία πρόβα σημαίνει ότι πήγε καλά, όταν πετυχαίνουμε μια συνεχόμενη ροή και όλο βγαίνει σαν ποτάμι, σαν χείμαρρος. Όταν δεν θα σταθεί κάτι εμπόδιο για να μας διακόψει. Π.χ. τις προάλλες που παίζαμε, χάλασε ένα καλώδιο και αφαιρέθηκε απότομα ένας ήχος, αλλά όλοι αντιδράσαμε αυτόματα και προσαρμοστήκαμε στη νέα κατάσταση, χωρίς να αποσυνδεθούμε. Βρήκαμε έναν νέο δρόμο να κινηθούμε. Αυτό είναι μια επιτυχημένη πρόβα για μας. Το ίδιο και ένα live.

Σκέφτομαι πόσο πιο δύσκολο είναι για μία μπάντα να φτάσει σήμερα σε πολλά αυτιά, χωρίς ακροάσεις στο Spotify και τα trends του TikTok. Με όχημα μόνο την έκπληξη και τις ζωντανές εμφανίσεις.

Αποστόλης: Ισχύει, αλλά δεν ήταν ποτέ αυτός ο σκοπός μας. Άλλωστε, δεν ξέρουμε αν όντως κερδίζουμε απ’ την τόσο πληθωρική προσφορά μουσικής που υπάρχει σήμερα στις πλατφόρμες. Δεν ακούμε, μάλλον καταναλώνουμε πλέον τη μουσική. Κατά κανόνα, με έναν τρόπο πολύ συγκεχυμένο, πολύ αδιάφορο, πολύ επιφανειακό. Ίσως λοιπόν μια απόπειρα προς την αντίθετη κατεύθυνση, με το να μην ηχογραφούμε, αλλά να καλούμε σε ένα ritual με τη λογική «ελάτε να ακούσετε ένα σχήμα που θα παίξει κάτι που ούτε το ίδιο δεν ξέρει τι θα είναι», ίσως αυτό να ταιριάζει τελικά περισσότερο στην εποχή μας. Να είναι αυτό που έχουμε τελικά περισσότερο ανάγκη.

Ποια ανάγκη καλύπτει δηλαδή ένα live όπου κανείς δεν γνωρίζει τι θα ακουστεί;

Σπύρος: Πρώτα απ’ όλα την ανάγκη για έκπληξη, σε έναν κόσμο που έχουμε τα πάντα προγραμματισμένα. Έχει αυτή την αμεσότητα και την ευθύτητα του «συμβαίνει τώρα», χωρίς να υπάρχει δυνατότητα να επαναληφθεί.

Αποστόλης: Είναι η ανάγκη για μία καινούργια ωμότητα, για μία καινούργια ουσία στην ακρόαση. Ένας τρόπος, τέλος πάντων, να αποκτήσει και πάλι η μουσική ένα δέος, όπως το είχαμε νιώσει μικροί. Προσπαθούμε δηλαδή να διασώσουμε κάπως το ίχνος της μουσικής με τη μορφή που τη γνωρίσαμε τόσο εμείς όσο και όλες οι προηγούμενες γενιές από τις απαρχές της ανθρωπότητας.

Δηλαδή;

Σπύρος: Η μουσική σε παλιότερες κοινωνίες ήταν πάντοτε κάτι κοινωνικό, όχι κάτι ιδιωτικό. Αφορούσε το σύνολο. Το χωριό τραγουδούσε για να γιορτάσει ή να θρηνήσει, χωρίς να έπρεπε να εξηγήσει ή να διδάξει πώς γίνεται. Το έκανε απλά πράξη, η μουσική ήταν μέσα στη ζωή. Εμείς δεν μπορούμε να το συνειδητοποιήσουμε ακριβώς, ακόμη κι η γενιά μας [σ.σ. millennials] μάθαμε να ακούμε μουσική διαμεσολαβημένα, μέσα από έναν δίσκο, ένα CD. Τότε, πήγαινες απλώς σε ένα σπίτι και έπιαναν τα όργανα, χωρίς να ξέρουν απαραίτητα νότες ή να είναι καλλίφωνοι. Το όλο νόημα ήταν να μοιραστούν, να συμπράξουν, να ξεθυμάνουν, να παίξουν. Μπορεί άραγε η μουσική να είναι και σήμερα τόσο ζωογόνα ή έχει μετατραπεί ανεπιστρεπτί σε μουσικό προϊόν;

Αποστόλης: Δεν έχουμε την απάντηση, μη μας κοιτάς (γέλια).

Πώς ήρθε η ιδέα για ένα live σε αίθουσα χορού, με χαμηλωμένα φώτα και το κοινό προαιρετικά ξαπλωμένο στο πάτωμα;

Πέτρος: Βασικά, θέλαμε να προσομοιώσουμε τη συνθήκη που φτιάχνουμε στο στούντιο, όταν κάνουμε πρόβα. Οδηγώντας το κοινό να καθίσει ή να ξαπλώσει ανάμεσά μας, φεύγουμε από την έννοια της σκηνής και τη λογική του center of attention, διαμορφώνοντας έτσι μια κατάσταση που είναι πολύ πιο κοντά στην αλήθεια μας και τον τρόπο που βιώνουμε τη μουσική, όταν πιάνουμε τα όργανα και ξεκινάμε να παίζουμε χωρίς εγωισμούς. Δεν ξέρουμε τι θα βγει, αλλά θα είναι απόλυτα pure.

Σπύρος: Είναι ένας τρόπος να αφήσουμε όλο τον χώρο στη μουσική και την εμπειρία της βαθιάς ακρόασης. Είχα πρόσφατα βρεθεί σε ένα live, όπου μας κάλεσαν σε ένα σημείο να ξαπλώσουμε στη σκηνή για να ακούσουμε ένα κομμάτι. Ήταν μία περφόρμανς της Εύης Φιλίππου. Στην αρχή, θυμάμαι, μου προκλήθηκε ενός βαθμού αμηχανία – κοιτούσα γύρω μου, δίσταζα. Τελικά, ακολούθησε πολύ κόσμος την οδηγία και όπως συνειδητοποίησα μόλις τελείωσε το κομμάτι, κανείς δεν ήθελε να σηκωθεί. Είχε κάτι πολύ αληθινό. Κερδίζεις ένα focus που έχουμε ξεχάσει οριακά ότι υπάρχει, έχοντας μάθει να κρατάμε πάντα στην άκρη της παλάμης μας το κινητό για το επόμενο στόρι.

Δεν είναι κακή άλλωστε λίγη αμηχανία, όταν βγαίνουμε από το safe zone και τις τυπικές κινήσεις που έχουμε μάθει να ακολουθούμε.

Πέτρος: Αυτό ακριβώς. Όπως και σε εμάς υπάρχει μια διαδικασία που ακολουθούμε πριν ανεβούμε στη σκηνή, π.χ. κουρδίζοντας σιωπηλά τα όργανά μας και αδειάζοντας έτσι το κεφάλι μας, έτσι και η αμηχανία είναι ενδεχομένως ένα μεταβατικό στάδιο. Στην αρχή μπορεί να φαίνεται αμήχανο το σκηνικό, αλλά αν αφεθούμε όλοι μαζί στο «εδώ» και «τώρα», χωρίς κινητά και άλλες παρεμβολές, σίγουρα κάτι θα πετύχουμε. Θα χάσουμε την έννοια του χρόνου.

Έχει κάτι από διαλογισμό όλο αυτό, δεν νομίζετε;

Σπύρος: Από μία άποψη, ναι. Από μικρός πίστευα ότι με το jam καταλύεται με κάποιον τρόπο η έννοια του εγώ, καθώς δεν είναι ότι επιχειρείς να φέρεις κάτι που έχεις μέσα σου, όσο να αντιδράσεις σε αυτό που συμβαίνει εξωτερικά. Να ακούσεις το δωμάτιο. Οπότε, μέσα από αυτή τη διαδικασία, καταλύεται η εγωιστική συνθήκη και ανοίγεσαι στην κοινοτική, σε ένα πρώτο επίπεδο με την υπόλοιπη μπάντα και σε ένα δεύτερο με το κοινό. Αυτό είναι το νόημα της τέχνης, για μένα, και έτσι συνδέονται τελικά άνθρωποι που δεν έχουν απαραίτητα τα ίδια ακούσματα.

Αποστόλης: Άλλωστε, μία μεγάλη παρεξήγηση για τον αυτοσχεδιασμό είναι ότι για να τον απολαύσεις πρέπει να έχεις εκπαιδευμένο αυτί. Ότι είναι κάτι ακαδημαϊκό. Όπως έχουμε επιβεβαιώσει κι από τη δική μας εμπειρία, ο άνθρωπος τείνει να έχει πάντα μια πιο αυθόρμητη αντίδραση στο αυθόρμητο.

Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.