ΤΕΧΝΗ

Το περιοδικό Χταπόδι συνδέει την τέχνη με το σήμερα. Και το χρειαζόμαστε

Στο τελευταίο τεύχος, το online περιοδικό του ΕΜΣΤ κολυμπάει τολμηρά στο «εδώ» και «τώρα» της τέχνης στην Ελλάδα. Μιλήσαμε με τον Θεόφιλο Τραμπούλη και τον Σταμάτη Σχιζάκη από το Μουσείο.

Δεν θα μπορούσε να υπάρξει πιο κατάλληλο όνομα – είναι ευέλικτο στις κινήσεις και τις κατευθύνσεις του, πολυπλόκαμο μέσα από τη συμμετοχή πολλών διαφορετικών φωνών ανά τεύχος, διαθέτει πλούσια, αποκεντρωμένη ευφυία και παράλληλα χρησιμοποιεί το μελάνι του για να αμυνθεί και να ξεφύγει, όπως το υπέροχο πλάσμα στον βυθό της θάλασσας.

Να ξεφύγει από τι; Από τα ως τώρα γνώριμα νερά των συζητήσεων περί τέχνης στη χώρα.

Πριν χρόνια, στο πλαίσιο συνέντευξης που κάναμε για την τότε Μπιενάλε Αθήνας, θυμάμαι τον επιμελητή Poka-Yio να παρομοιάζει τον τρόπο που βιώνει τη σύγχρονη καλλιτεχνική πραγματικότητα στη χώρα σαν ένα τούνελ, ένα τούνελ όπου διαρκώς συμβαίνουν και λέγονται πράγματα αλλά όλα παγιδεύονται σαν αντίλαλοι μέσα στα όρια αυτής της σφαίρας, χωρίς να φτάνουν στην υπόλοιπη κοινωνία (που είναι το ζητούμενο). Ενώ δηλαδή παράγεται σοβαρή και μάχιμη τέχνη γύρω μας, λείπει το όχημα που να τη συνδέει με την κοινωνία.

Στο ίδιο κρίσιμο ζητούμενο οδηγούμαστε μιλώντας σήμερα με τον Θεόφιλο Τραμπούλη, σύμβουλο εκδόσεων του ΕΜΣΤ, για την φιλοσοφία πάνω στην οποία σχεδιάστηκε και αναπτύσσεται το online περιοδικό του Μουσείου με το παράδοξο, παιχνιδιάρικο όνομα. Αυτή τη στιγμή, το περιοδικό Χταπόδι αριθμεί τρία δημοσιευμένα τεύχη (κυκλοφορεί ανά εξάμηνο, διατίθεται αποκλειστικά μέσω διαδικτύου και είναι δωρεάν), ένα δείγμα το οποίο είναι παραπάνω από αρκετό για να επιβεβαιώσουμε με ένα ξεφύλλισμα πόσο ποιοτικό, διεισδυτικό, επίκαιρο, εποικοδομητικό, πρωτότυπο και πολυφωνικό είναι στον λόγο του.

Βασικά, θα μπορούσαμε να πούμε ακόμα περισσότερα επίθετα, οπότε μάλλον πιο χρήσιμο θα ήταν να κινηθούμε αντίστροφα, ρωτώντας τον αρχισυντάκτη του περιοδικού Θεόφιλο Τραμπούλη όχι τι ήθελαν αλλά τι δεν ήθελαν να είναι το Χταπόδι.

«Δεν θα θέλαμε δύο πράγματα», εξηγεί ο ίδιος, τονίζοντας παράλληλα μέσω της χρήσης πληθυντικού ότι η έκδοση αποτελεί καρπό συλλογικής προσπάθειας, υπό την εποπτεία της διευθύντριας Κατερίνας Γρέγου. «Δεν θέλαμε να κάνουμε ένα περιοδικό το οποίο να είναι επικεντρωμένο στην επιστημονική ιστορία ή την επιστημονική θεωρία της τέχνης – δεν επιδιώξαμε ένα ακαδημαϊκό περιοδικό». Παρότι στην ευρεία λίστα των αρθρογράφων που προσκαλούνται από την ομάδα περιλαμβάνονται θεωρητικοί, συγγραφείς, επιστήμονες, κριτικοί τέχνης, επικεφαλής οργανισμών, το γεγονός ότι το περιεχόμενο παραμένει κατανοητό και εύληπτο αποτελεί στρατηγική επιλογή.

«Στοχεύουμε εξ αρχής σε ένα μορφωμένο, αλλά ευρύ κοινό, θέλοντας να εκφράσουμε πράγματα που απασχολούν», όπως επισημαίνει ο ίδιος.

Και το δεύτερο στοιχείο που ήταν ξεκάθαρο από τις πρώτες συζητήσεις, όταν κυοφορούταν το Χταπόδι; Ότι «δεν θα θέλαμε ένα περιοδικό το οποίο θα έδινε βάση στην εικόνα, αφήνοντας τον λόγο σε δεύτερη μοίρα, ως υποσημείωση στην εικόνα – δεν θέλαμε ένα τύπου glossy περιοδικό τέχνης. Πιστεύουμε ακράδαντα ότι λείπει ο λόγος από το πεδίο της σύγχρονης τέχνης. Λείπει το σημείο όπου συναντιέται η εικαστική παραγωγή με την τρέχουσα πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα, εντός και εκτός των συνόρων».

Τα συζητάμε μεταξύ μας όσοι παρακολουθούμε εκθέσεις, σε εγκαίνια ή στο τσατ. «Δεν υπάρχουν οι πλατφόρμες για να υποστηρίζονται αυτές οι σκέψεις με τη μορφή κειμένων και να προάγουν τον γόνιμο διάλογο γύρω από την τέχνη». Σε αυτό το κενό απλώνει τα πλοκάμια του το Χταπόδι.


Περιοδικό
Local Folk
, τεύχος 1, Οκτώβριος 2004

«Πολεμικό, μαχητικό και με θέση για το τι συμβαίνει σήμερα»

Πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα να σταθούμε αποτελεί το τρίτο τεύχος, το οποίο επικεντρώνεται τρέχουσα επικαιρότητα της τέχνης στην Ελλάδα και όπως με ενημερώνει ο Θ. Τραμπούλης έχει ξεπεράσει θεαματικά σε αναγνωσιμότητα τα προηγούμενα. Το ενδιαφέρον του κοινού είναι έκδηλο.

Έπειτα από τα δύο πρώτα τεύχη τα οποία συνομιλούσαν με την εκθεσιακή δραστηριότητα του ΕΜΣΤ (το πρώτο ήταν αφιερωμένο στη μνήμη του HIV επεκτείνοντας τον κόσμο της μεγάλης έκθεσης Modern Love στο πεδίο των κινηματικών διεκδικήσεων, ενώ το δεύτερο κατευθύνθηκε πιο ποιητικά και φιλοσοφικά γύρω από τη θέση των ζώων στην τέχνη, παράλληλα με την έκθεση-υπερπαραγωγή Why Look at Animals?), στο τελευταίο και πιο «δημοφιλές» από άποψη αναγνωσιμότητας τεύχος το Χταπόδι αυτονομείται περισσότερο.


Μαριάννα Θεοδωρίδου,
Αλληγορίες
, 1984
Βίντεο, έγχρωμο, με ήχο, 6 ́
Ευγενική παραχώρηση της καλλιτέχνιδας
Δύο φωτογραφίες

Επιστρέφει εντός των συνόρων και συζητάει για οξέα προβλήματα, προβλήματα τα οποία απασχολούν έντονα αλλά μέχρι πρότινος παρέμεναν να ακούγονται μέσα στα στενά όρια του κύκλου των εικαστικών, σαν τους αντίλαλους στο τούνελ που περιγράφαμε παραπάνω.

Όπως μεταφέρει ο Θ. Τραμπούλης, «στόχος αυτή τη φορά ήταν να φωτίσουμε πτυχές της ελληνικής τέχνης που παραμένουν στην αφάνεια». Κοιτώντας πέρα από «καλές απόψεις» και βολικές ωραιοποιήσεις, το τελευταίο τεύχος χαρτογραφεί προβλήματα τα οποία στην τρέχουσα συγκυρία καταγράφονται τόσο σε επαγγελματικό όσο και σε θεωρητικό επίπεδο στο πεδίο των εικαστικών τεχνών.

Ανατρέχει στις εξελίξεις των τελευταίων 20 χρόνων, διερωτώμενο για τις συνθήκες εργασίας των καλλιτεχνών που παραμένουν σε μόνιμο καθεστώς επισφάλειας ως ελεύθεροι επαγγελματίες. Εξετάζει τις επιπτώσεις του υπερτουρισμού στην τέχνη και στην καλλιτεχνική παραγωγή. Διερωτάται τι σημαίνει στην εποχή μας τέχνη «ελληνική», όταν εντάσσονται επιδραστικοί καλλιτέχνες-μετανάστες δεύτερης γενιάς. Πώς μπορούμε να μιλάμε για τοπικότητα στην τέχνη που δεν είναι εθνική; Παράλληλα, συζητά για τον ρόλο και τον χαρακτήρα των θεσμών και των ιδιωτικών δομών στην τέχνη, διερευνά τη θέση της ζωγραφικής στη σύγχρονη τέχνη και, γενικώς, τολμάει να κολυμπήσει σε αχαρτογράφητα νερά.


Δήμητρα Κονδυλάτου,
Στη σκιά της σεζόν
, 2012
Μονοκάναλο βίντεο, 22 ́57 ́ ́
Ευγενική παραχώρηση της καλλιτέχνιδας

Με ένα θέμα αχαρτογράφητο καταπιάνεται στο τεύχος και το εκτενές κείμενο του Σταμάτη Σχιζάκη, επιμελητή στο ΕΜΣΤ, αποκαθιστώντας ένα αφανές κομμάτι της πρόσφατης ιστορίας της τέχνης στη χώρα: το κομμάτι των new media κατά τη διάρκεια της μεταβατικής δεκαετίας του 1980.

«Είναι μια ιστορία που όλοι λένε ότι ξέρουν, αλλά κανείς δεν γράφει», όπως μου λέει ο ίδιος ότι συμφώνησαν με τον Θ. Τραμπούλη.

Πρόκειται για ένα πεδίο μελέτης με το οποίο συνδέεται στενά ο Σταμάτης Σχιζάκης. Όπως μου εξηγεί, ξεκίνησε να το ερευνά το 2013 και το οποίο αποτέλεσε το θέμα της διδακτορικής του διατριβής, ενώ το τωρινό άρθρο στο Χταπόδι αποτελεί μια πρώτη συνοπτική δημοσίευση για το ευρύ κοινό. Είναι μια πολύτιμη αναδρομή σε ένα πεδίο το οποίο τότε αναπτυσσόταν (80s-90s), όταν ακόμη η ορολογία διαμορφωνόταν, απουσίαζαν οι εικαστικοί θεσμοί να το στηρίξουν οικονομικά και εκθεσιακά, ενώ ακόμη και οι ίδιοι οι δημιουργοί του συχνά δυσκολεύονταν να αναγνωρίστουν καθώς επικρατούσε μια πιο στερεοτυπική αντίληψη για το τι είναι τέχνη.

Κατά τη διάρκεια της πολυετούς αυτής έρευνας, όπως μου μεταφέρει, χρειάστηκε να συλλέξει πολυάριθμες προφορικές ιστορίες, να ψάξει αρχεία, τηλεοπτικές εκπομπές, άρθρα, να επισκεφθεί δια ζώσης στούντιο καλλιτεχνών, συμπληρώνοντας σταδιακά το παζλ αυτής της αθέατης εικαστικής ιστορίας που όχι τυχαία δεν έτυχε υποστήριξης και εξαφανίστηκε. «Ένας από τους στόχους του άρθρου είναι να δείξει ότι υπήρχε πολιτική βούληση από πίσω, που όμως εν τέλει δεν ήταν συστηματική και αρκετή»», επισημαίνει ο ίδιος.


Νίκος Γιαννόπουλος
,
ΒΑΒΕΛ
, 1983
Βιντεοεγκατάσταση. Βίντεο από την τεκμηρίωση της εγκατάστασης που παρουσίαζε το έργο
L’amour Transcode του Patrick Prado.
Ευγενική παραχώρηση του καλλιτέχνη

Κάπως έτσι, επανερχόμαστε στα λόγια του Τραμπούλη και τη συνειδητοποίηση ότι ανέκαθεν η τέχνη ήταν ο καλύτερος τρόπος να δεις τι συμβαίνει πιο καθαρά στην πολιτική συνθήκη – πόσο μάλλον τώρα, που ο κόσμος φλέγεται.

Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.

Exit mobile version