Τοστ για μεσημεριανό σε ένα studio καλλιτεχνών
Πώς έχει αλλάξει το μεσημέρι και το μεσημεριανό, στην εποχή της υπερεργασίας; Πήγαμε στην πρώτη δημόσια έκθεση-δράση του Zephyros Project και μιλήσαμε με τους συμμετέχοντες για την πίεση και την αβεβαιότητα που βιώνουν ως επαγγελματίες καλλιτέχνες.
- 20 ΦΕΒ 2026
Στα χωράφια, οι αγρότες σταματούσαν πάντοτε αυτές τις ώρες για να αποφύγουν την έντονη ζέστη και να ανακτήσουν δυνάμεις. Για αιώνες. Ακόμη και στην όχι πολύ μακρινή εποχή της έντονης αστικοποίησης, μέχρι το 1980, καφενεία και εμπορικά καταστήματα κατέβαζαν ρολά, τηρώντας την ίδια παράδοση στην Αθήνα. Οι οικογένειες μαζεύονταν γύρω από το τραπέζι και ο χρόνος για λίγο σταματούσε, οι ρυθμοί έπεφταν κι ο νους απολάμβανε μια ευεργετική ανάπαυλα προτού συνεχίσει την ημέρα του.
Πόσο εξωπραγματικά ακούγονται όλα αυτά στον μέσο εργαζόμενο του σήμερα; Πώς έχει επαναπροσδιοριστεί ο ρόλος του μεσημεριού, σε μία χώρα όπου το 74,5% των εργαζομένων αναγκάζεται να δουλεύει πάνω από 40 ώρες την εβδομάδα, κατέχοντας τα πρωτεία υπερεργασίας σε όλη την Ευρώπη; Τι έχει μείνει από την παράδοση της μεσημεριανής ανάπαυλας στον ύστερο καπιταλισμό, πέρα από τις ώρες κοινής ησυχίας και το υποχρεωτικό διάλειμμα 15 λεπτών για τους εργαζομένους, όταν τρώνε μηχανικά το φαγητό τους και πηγαίνουν βιαστικά τουαλέτα;
Υπάρχει τελικά όντως το μεσημέρι;
«Το μεσημέρι δεν υπάρχει πλέον, υπό την έννοια ότι είναι προσβάσιμο μόνο από συγκεκριμένες τάξεις ανθρώπων, τάξεις που έχουν το οικονομικό περιθώριο και τελικά το προνόμιο της παύσης στη μέση της ημέρας», απαντάει ο εικαστικός Θάνος Φούντας, τον οποίον συναντήσαμε στο open studio που διοργάνωσε παρουσιάζοντας έργα μαζί με δύο συναδέλφους ζωγράφους, τον Παναγιώτη Κεφαλά και τη Νικόλ Οικονομίδου, πριν μερικές μέρες.
Είχαμε οδηγηθεί στον 2ο όροφο μιας παλιάς πολυκατοικίας γραφείων στην οδό Μαυροκορδάτου, για το «Μεσημέρι» – μια έκθεση σύντομης διάρκειας και ταυτόχρονα το έναυσμα για να ανοίξουμε τη συζήτηση γύρω από την πίεση και την επαγγελματική αβεβαιότητα που ορίζει την καθημερινότητα των καλλιτεχνών.
Μία καθημερινότητα η οποία εργασιακά διαμορφώνεται υπό τους όρους της πολλαπλούς απασχόλησης, της διαρκούς διαθεσιμότητας, της πλήρους απουσίας ωραρίου.
Η ώρα ήταν λίγο μετά τις 12:00, όταν παραδοσιακά οι προηγούμενες γενιές θα έστρωναν το οικογενειακό τραπέζι.
Σε μία συμβολική κίνηση, το τραπέζι στην προκειμένη ήταν εξαιρετικά λιτό – οι καλλιτέχνες είχαν επιλέξει να προσφέρουν στους επισκέπτες κάτι γρήγορο και αντιπροσωπευτικό για το πώς βιώνουν οι ίδιοι το μεσημεριανό: μια κούπα καφέ και ένα καλοψημένο τοστ στα όρθια, ίσα για να φύγει η αίσθηση της πείνας και να συνεχίσουν τη δουλειά τους, μέσα ή έξω από το στούντιο, επάνω σε αυτό που θέλουν να κάνουν ή σε εκείνο που αναγκάζονται να κάνουν για να βιοποριστούν.
Η «σπατάλη χρόνου» μέσα στο στούντιο
Όπως μου μεταφέρουν οι ίδιοι, η ιδιότητα του εικαστικού μέσα στο ισχύον οικονομικό πλαίσιο της χώρας προϋποθέτει συνεχή διαχείριση σε οικονομοτεχνικά logistics, σε αντίθεση με την εικόνα του «μποέμ» ή του «χομπίστα» που έχει επικρατήσει για εκείνους.
Στην ουσία, είναι από τους πιο σκληρά εργαζόμενους επαγγελματίες.
Κι αυτό επειδή, όπως το μεσημέρι-μεσημεριανό, έτσι και ο ελεύθερος χρόνος αποτελεί μια έννοια σχετική για εκείνους, εάν όχι ανύπαρκτη. «Σκέψου ότι το καλοκαίρι συμμετείχα σε μια έκθεση στην Κρήτη και χρειάστηκε να πάρω άδεια από την πρωινή δουλειά για να πάω εκεί – αυτό σημαίνει ότι πήρα άδεια για να πάω να δουλέψω», σχολιάζει ο ζωγράφος Παναγιώτης Κεφαλάς ο οποίος διδάσκει full time σε σχολεία.
«Όλοι μας σχεδόν έχουμε δύο δουλειές», συμπληρώνει η Νικόλ Οικονομίδου. Η ίδια έχει εργαστεί και ως tour guide. Ο Θάνος έχει υπάρξει ταξιθέτης, μέλος ομάδας στολισμού κ.ά. Όλα αυτά, ενώ παράλληλα «ο χρόνος μέσα στο στούντιο είναι κανονική δουλειά, παρότι το αποτέλεσμα δεν είναι πάντα ορατό, όπως σε άλλες δουλειές». Μια εικαστική παραγωγή ενδέχεται να απαιτεί ώρες έρευνας, δοκιμών, ακόμη και αναμονής, μέχρι να ολοκληρωθεί. Τι είναι τελικά όλος αυτός ο χρόνος, στο πλαίσιο του βιοπορισμού;
Είναι όντως δουλειά (όπως αναγνωρίζουν κράτη που στηρίζουν τους καλλιτέχνες με μηνιαίο επίδομα, εφόσον συμπληρώσουν συγκεκριμένες εργατοώρες) ή είναι «σπατάλη χρόνου», όπως σχολιάζει ειρωνικά το επιμελητικό κείμενο της έκθεσης «Μεσημέρι»;
«Είναι όπως με τους ηθοποιούς και τις πρόβες», σχολιάζει ο Θάνος. Μόνο που στην περίπτωση των εικαστικών, να τονίσουμε, δεν υπάρχει καν η βεβαιότητα ότι θα αποδώσει ο κόπος τους – δεν υπάρχει παράσταση για να κοπούν εισιτήρια. Βασίζονται, από την άλλη, στον περιορισμένο και εξαιρετικά απρόβλεπτο κύκλο της αγοράς της τέχνης.
«Πρέπει λοιπόν να δουλεύεις προκαταβολικά, καταβάλλοντας χρόνο αλλά και σημαντικά χρήματα από την τσέπη σου για την παραγωγή των έργων», εξηγεί η Νικόλ, σημειώνοντας ότι ο πληθωρισμός έχει πλήξει έντονα και τα καλλιτεχνικά μέσα, όπως τα λάδια και το λινό. Το ίδιο οδυνηρό είναι και το ράλι των ενοικίων.
«Είναι αδύνατο να υποστηρίξουμε τα σημερινά μισθώματα των επαγγελματικών χώρων – οι πιο πολλοί εικαστικοί αναγκαζόνται να μοιραστούν το στούντιο με έναν ή και παραπάνω συναδέλφους, εκτός βέβαια εάν κάποιο ακίνητο από οικογενειακή περιουσία», μεταφέρει η Νικόλ.
Η ίδια ανήκει στις τυχερές περιπτώσεις, αν και χρειάστηκε να χωρέσει το στούντιό της σε ένα υπόγειο, που παλαιότερα αποτελούσε οικογενειακή αποθήκη.
Το Zephyros Project – μια απάντηση από ζωγράφους
Πολλοί καλλιτέχνες αναγκάζονται εκ των πραγμάτων να επαναπροσδιορίσουν τους στόχους και τις προτεραιότητές τους, όταν βγαίνουν από τη «γυάλα» των σχολών στην αγορά. Πολλοί κατευθύνονται σε διαφορετικά Εικαστικά Μέσα και πρακτικές στοχεύοντας π.χ. σε υποτροφίες οργανισμών, άλλοι αναγκάζονται να μικρύνουν τις διαστάσεις των έργων τους προκειμένου να είναι πιο εύκολα διαχειρίσιμα (λ.χ. στη μεταφορά), πιο οικονομικά στο κόστος παραγωγής και επομένως πιο εύκολα στην πώληση.
Και οι τρεις ζωγράφοι τόνισαν σε διαφορετικές ευκαιρίες ότι αυτή η τακτική δεν τους βρίσκει σύμφωνους. «Για μένα είναι πολύ σημαντικό να παραμένουμε πιστοί στην τέχνη μας, να διαμορφώσουμε έναν πυρήνα και να εργαστούμε επάνω σε αυτόν», δηλώνει η Νικόλ. «Και ας πάρει χρόνο».
Το Μεσημέρι, εν προκειμένω, αποτέλεσε το σημείο επάνω στο οποίο συναντήθηκαν όχι μόνο οι εμπειρίες αλλά και οι αναζητήσεις των τριών ζωγράφων: Στα ζωγραφικά της Νικόλ Οικονομίδου, της οποίας η δουλειά επικεντρώνεται στη διαγενεακή μετανάστευση και το ρευστό αίσθημα του ανήκειν, το μεσημέρι αντιπροσωπεύει έναν συνδετικό κρίκο στο φαντασιακό των ομογενών, ένα «αντίβαρο» πατρίδας στα ξένα.
Στην ultra marine «γλώσσα» του Θάνου Φούντα, το μεσημέρι υπάρχει μέσα από την παύση και την αντίστοιξη μεταξύ χειρωνακτικής και βιομηχανικής συνθήκης. Στα έργα του Παναγιώτη Κεφαλά, από την άλλη, το μεσημέρι αποκαλύπτεται εν τη απουσία του, π.χ. σε ένα θολό τοπίο ακραίας εργασιακής εντατικοποίησης από πολεθνική στο Τόκιο, όπου κρεβάτια έχουν εγκατασταθεί πίσω από τα γραφεία εργασίας.
Αυτή ήταν η πρώτη δημόσια δράση του Zephyros Project, αλλά θα ακολουθήσουν και άλλες.
Με έδρα το καλλιτεχνικό στούντιο του Θάνου Φούντα στην οδό Μαυροκορδάτου, το πρότζεκτ σκοπεύει να εστιάζει στη φύση του ίδιου του εργαστηρίου και τις συνθήκες παραγωγής, κάτι που παραμένει άγνωστο πεδίο ακόμη και για πολλούς φιλότεχνους. Ταυτόχρονα, όπως μου εξηγεί, αποτελεί μια πρωτοβουλία επαφής και σύνδεσης «από ζωγράφο προς ζωγράφους», ανάμεσα σε εικαστικούς που βλέπουν την τέχνη της ζωγραφικής υπό το ίδιο πρίσμα και «κάπως νιώθουμε ότι επικοινωνούμε».
Είναι η ανάγκη να δημιουργηθεί μια κοινότητα καλλιτεχνών με γνώμονα την αλληλεγγύη, το μόνο όπλο που ανέκαθεν στήριζε τους ανθρώπους όταν οι συνθήκες ήταν εναντίον τους.
Περισσότερες πληροφορίες για το Zephyros Project, εδώ.
Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.