
Πολιτιστικό Κέντρο Γλυφάδας: Τα νότια προάστια μόλις απέκτησαν ένα νέο φωτεινό τοπόσημο
- 13 ΙΑΝ 2026
«Είναι κάποια κτίρια τα οποία είναι κάτι πολύ παραπάνω από τούβλα, σίδερα και τσιμέντο, πολύ παραπάνω και από αυτό που βλέπει κανείς αντικρίζοντάς τα με την πρώτη ματιά», ανέφερε στις πρώτες του δηλώσεις κατά την παράδοση του νέου Κέντρου Πολιτισμού που κοσμεί τον δήμο Γλυφάδας αλλά και ευρύτερα τα νότια προάστια ο δήμαρχος Γιώργος Παπανικολάου, με εμφανή υπερηφάνεια. «Είναι κάποια κτίρια που συμβολίζουν ένα όνειρο που γίνεται επιτέλους πραγματικότητα».
Και έχει κάθε δίκιο ο δήμαρχος να αισθάνεται ευτυχής με το αποτέλεσμα το οποίο παραδίδεται από τις τεχνικές υπηρεσίες του Δήμου, σε μια εποχή που παρατηρείται σχεδόν καθολική ανάθεση των μεγάλων πρότζεκτ σε ιδιωτικά αρχιτεκτονικά γραφεία. Το νέο Κέντρο Πολιτισμού και Μουσικής που μόλις εγκαινιάστηκε στη Γλυφάδα αποτελεί ένα φωτεινό (πέρα από πανέμορφο) παράδειγμα έργου για το πώς μπορεί ένα αρχιτεκτονικό κτίριο να συνδέεται με την πόλη και τον δημόσιο χώρο.
Οικοδομήθηκε σε ένα οικόπεδο ιδιοκτησίας του δήμου (αναξιοποίητο από το 1965), δημιουργώντας μια νέα εστία πολιτισμού με υπερτοπική εμβέλεια.
Η μεγάλη τζαμαρία της πρόσοψης παρέχει μια ασυναγώνιστη ανοιχτότητα στο ορθογώνιο κτίριο από εμφανές σκυρόδεμα που ανεγέρθηκε, όσο διάτρητες επιφάνειες και εξώστες «σπάνε» τα συμπαγή πλαϊνά, αναπτύσσοντας έναν συνεχή διάλογο ανάμεσα στο μέσα και το έξω. Ο μεγάλος πρωταγωνιστής, που βρίσκεται σε πρώτο πλάνο μέσω της τζαμαρίας, είναι το σύγχρονο αμφιθέατρο 230 θέσεων το οποίο μοιάζει σαν να αιωρείται πάνω από το έδαφος, με τα φώτα που διαχέονται να σηματοδοτούν ένα λαμπερό τοπόσημο τις νυχτερινές ώρες, στην ήσυχη γειτονιά κάτω από το Γκολφ Γλυφάδας όπου βρίσκεται.
Ποια θα είναι η χρήση του νέου αυτού Κέντρου Πολιτισμού;
Το κεντρικό αίτημα για τον σχεδιασμό του νέου κτιρίου ήταν να καλύπτει όλες τις ανεξάρτητες λειτουργίες του Ωδείου, να στεγάσει επίσης σε ξεχωριστή αίθουσα τη Φιλαρμονική του Δήμου και να φιλοξενεί παράλληλα συναυλίες και παραστάσεις για το κοινό σε ένα ανεξάρτητο και υπερσύγχρονο αμφιθέατρο, που βλέπουμε τώρα να κλέβει αμέσως την προσοχή. Πιο αναλυτικά, περιλαμβάνει μια σειρά από αίθουσες διδασκαλίάς, ένα σύγχρονο μουσικό στούντιο, αίθουσες εκθέσεων ενώ πρόκειται να φιλοξενεί σεμινάρια, ημερίδες και εκπαιδευτικά προγράμματα, λειτουργώντας και ως κέντρο μάθησης, όπως ανέφερε ο δήμαρχος.
Ένας απαιτητικός συνδυασμός επιμέρους λειτουργιών με επίκεντρο τη μουσική, δηλαδή, που θα έπρεπε να καλύπτονται χωρίς να παρεμποδίζει η μία την άλλη. Και όλα αυτά σε άμεση συνάρτηση με τον περιβάλλοντα χώρο και τις ευρύτερες αξίες του δημόσιου χώρου, που είναι ξεκάθαρο ότι απασχόλησαν έντονα την ομάδα κατά τη διαδικασία του σχεδιασμού. Αξιοποιήθηκε η κλίση του εδάφους, το ακάλυπτο του οικοπέδου και γενικά κάθε πιθανή «δίοδος» για τη μέγιστη ανάπτυξη της πολυ-λειτουργικής δυναμικής του κτιρίου.
Από τις τεχνικές υπηρεσίες του Δήμου και των αρχιτεκτόνων Τίνας Καραλή και Θάνου Μπαμπανέλου της ομάδας (και οι δύο με πολύ αξιόλογα δείγματα έργων) επιλέχθηκε η καθ’ ύψος διάκριση όλων αυτών των «ενοτήτων» και μολονότι αυτή η προσέγγιση δεν είναι άγνωστη σε παρόμοια κτίρια, όπως έχει αναφέρει σε σχετικό κείμενο αρχιτεκτονικής οι δύο αρχιτέκτονες, «εδώ αποτυπώνεται ανεστραμμένη [η διάκριση των λειτουργιών] στη σχέση της με την πόλη» – κάτω βρίσκονται οι αίθουσες του μουσικοδιδασκαλείου σε σύνδεση με τους ρυθμούς της γειτονιάς, στην ενδιάμεση στάθμη (μπαλκόνι) είναι η αίθουσα της Φιλαρμονικής, ενώ στον όροφο αναπτύσσεται η αυτόνομη αίθουσα συναυλιών, που προσφέρει θέα στις «γρήγορες» λεωφόρους.
Παρατηρώντας το εντυπωσιακό κτίριο από τις φωτογραφίες, μπορείς εύκολα να το φανταστείς να σφύζει από ζωή, με κόσμο να τριγυρνάει με τα όργανά του στους εξώστες, τα πλατώματα, τις αίθουσες διδασκαλίας, σε άμεση οπτική επαφή με τη γειτονιά της Γλυφάδας. Όπως σχολιάζουν στο ίδιο κείμενο οι δύο αρχιτέκτονες «ο σχεδιασμός επιχείρησε να ανταποκριθεί στην πρόκληση μιας πραγματικής οικειοποίησης του χώρου που δημιουργεί, φέρνοντας στο προσκήνιο αναφορές από τον υλικό, γεωμετρικό και πολιτιστικό περίγυρό του και από την άμεση ιστορία του».
Το έργο χρηματοδοτήθηκε από το πρόγραμμα Αντώνης Τρίτσης. Κατασκευάστηκε από την εταιρεία Latern Construction με επικεφαλής τους Κώστα και Μιχάλη Γεωργουλή.
Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.