iStock
OPINIONS

Ζώντας με την ανάγκη της κοινωνικής επευφημίας

Αντέχουμε να σταθούμε μέσα στην πράγματι χαώδη ζωή χωρίς το χειροκρότημα των θεατών μιας ζωής που δεν γνωρίζουν;

Από τη γέννησή μας κιόλας, ξεκινάμε να βαδίζουμε σε δρόμους που άλλοι χαράζουν για εμάς. Από παιδιά ηχούν στα αυτιά μας οι σειρήνες των στόχων, η επίτευξη των οποίων θα μας προσφέρει ορατότητα και κύρος.

Ενήλικες πια, συχνά ανεπεξέργαστοι και χωρίς να έχουμε αξιολογήσει όσα μας φόρεσαν ως ταυτότητα, φοράμε την πανοπλία που θα μας προστατεύσει από τη σκωπτική ματιά της κοινωνίας. Την πανοπλία του γάμου, της οικογένειας και της τήρησης συγκεκριμένων ηθών και παραδόσεων, ώστε να μην αποτελέσουμε τους αποδιοπομπαίους τράγους της κοινωνίας, τους δακτυλοδεικτούμενους διαφορετικούς.

Δεχόμαστε έτσι την κοινωνική επευφημία, γινόμαστε ορατοί και αποκτούμε αυτομάτως κύρος. Αλήθεια, όμως, ποια είναι η διάρκεια αυτής της επευφημίας; Τι συμβαίνει όταν το χειροκρότημα σταματά και μένουμε μόνοι μέσα στην πανοπλία μας, απέναντι στις επιλογές μας, χωρίς την επιδοκιμασία ανθρώπων που συναντάμε περιοδικά, σπάνια ή ακόμη και ποτέ ξανά στη ζωή μας;

Η επευφημία μάς χαρίζει αναγνώριση, ακόμη και όταν η πράξη που τη δημιούργησε δεν βασίστηκε σε μια πυρηνική μας επιθυμία, αλλά αποτέλεσε περισσότερο μια επιλογή που αισθανθήκαμε ότι έπρεπε να κάνουμε, επειδή διαφορετικά δεν θα γνωρίζαμε πώς να σταθούμε.

Μοιάζουμε με ένα παιδί από το ποδήλατο του οποίου μόλις αφαιρέθηκαν οι βοηθητικές ρόδες και το οποίο, παρότι γνωρίζει την απλή κίνηση των πεταλιών, αγνοεί ακόμη πώς να διατηρήσει την ισορροπία του χωρίς αυτές.

Οι βοηθητικές ρόδες μάς κρατούν όρθιους σε μια κοινωνία όπου η ελευθερία της επιλογής αντιμετωπίζεται με ερωτηματικά και η διαφοροποίηση ερμηνεύεται συχνά ως αποτέλεσμα υστέρησης ή ανικανότητας.

Η διαφορετική διαδρομή, όπως και η αυτονόμηση, μεταφράζονται ως αποτυχία ή αντιμετωπίζονται συγκαταβατικά, με λύπη για το πρόσωπο που «δεν πρόκοψε» ή που «θα πεθάνει μόνο του».

Ακόμη και όταν ένα ζευγάρι χωρίζει, αντί να εστιάσουμε στη δυνατότητα των ανθρώπων να ορίζουν τόσο την αρχή όσο και το τέλος της σχέσης τους, τους επιφορτίζουμε με ενοχές για την απόφασή τους. Ίσως επειδή η δική τους τόλμη μάς υποχρεώνει να αντικρίσουμε όσα εμείς δεν βρήκαμε το σθένος να δούμε κοιτάζοντας το πρόσωπό μας στον καθρέφτη.
Τα κοινωνικά σχήματα και οι δρόμοι που βαδίσαμε, χωρίς να τους έχουμε ανακαλύψει μόνοι μας, δεν αποτελούν απαραιτήτως δεδομένα που πρέπει να διαγράψουμε οριστικά. Εξάλλου, δίχως αυτά, προφανώς ο κόσμος δεν θα υπήρχε.

Η δυσλειτουργία αναδεικνύεται όταν η διαιώνιση και μόνο αυτών των σχημάτων αποτελεί συνθήκη μιας νοηματοδοτημένης ζωής. Όταν, μάλιστα, για οποιονδήποτε λόγο, τα μέρη που τη συνθέτουν αποφασίσουν να συνεχίσουν χωριστά, ο περίγυρος μετατρέπεται από επευφημητής σε μοιρολογίστρα.

Ακολουθήσαμε, άραγε, τους δικούς μας δρόμους, ακόμη κι αν τελικά αυτοί συνέπεσαν με εκείνους που άλλοι είχαν χαράξει για εμάς; Ποδηλατήσαμε χωρίς τις βοηθητικές ρόδες; Σταθήκαμε χωρίς την ανάγκη της κοινωνικής επευφημίας, αυτής της τελικά τόσο παροδικής επιδοκιμασίας από πρόσωπα των οποίων η σημασία στη ζωή μας είναι ελάχιστη;

Ή μήπως δεν αντέξαμε να σταθούμε μέσα στην πράγματι χαώδη ζωή χωρίς το χειροκρότημα των θεατών μιας ζωής που δεν γνωρίζουν;

Ο Αλέξανδρος Αλαμάνος είναι κοινωνικός λειτουργός.

Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις

Exit mobile version