30 χρόνια μετά, οι Απόντες θυμούνται την πτώση του χαρταετού πάνω στη νιότη τους
Νίκος Γραμματικός, Νίκος Παναγιωτόπουλος, Βαγγέλης Μουρίκης, Τάσος Νούσιας και Αιμίλιος Χειλάκης επιστρέφουν νοερά στην Κούλουρη και ανασύρουν σκέψεις και αναμνήσεις από τους Απόντες, μια ταινία τομή για τον ελληνικό κινηματογράφο που μελέτησε λεπτομερώς την απουσία με τον πιο ανθρώπινο και ρεαλιστικό τρόπο.
- 23 ΦΕΒ 2026
«Κοίτα εδώ τί έφτιαξε, κοίτα. Χαρταετός πάνω σε τραμπάλα είναι;», λέει γελώντας ο Γιάννης, σχολιάζοντας την φωτογραφία του αδερφού του Μανώλη, στον Αντώνη και το Νίκο. Ο πρώτος το βρίσκει κάπως αστείο. Ο δεύτερος, όχι και τόσο.
Καθαρά Δευτέρα στην Κούλουρη, ο Μανώλης φωτογράφιζε νεκρές φύσεις. Στο καρέ του χαρταετού πάνω στην τραμπάλα, ο φακός κατέγραψε τη μάταιη προσπάθεια απογείωσης, σε μια διαφαινόμενη πτώση.
Την ίδια στιγμή που Γιάννης αφήνει ελεύθερο τον σπάγκο, κόβεται και ο ομφάλιος λώρος της αγοροπαρέας από την Σαλαμίνα με την αθώα και ανέμελη νιότη. Κανείς τους δεν το γνώριζε, ίσως να υπήρχαν υποψίες, αλλά οι έξι τους, δεν θα ξανάτρεχαν ποτέ στην παραλία με πλήρες παρουσιολόγιο.
Το απουσιολόγιο του Νίκου, είχε αρχίσει να γράφει. Για την οδύνη των χαμένων φίλων, εκείνων που χάθηκαν κι ας έμειναν κοντά, δεν υπάρχει γιατρειά.
30 χρόνια μετά, οι Απόντες παραμένουν μια από τις ταινίες που συνταγογραφούνται από φίλο σε φίλο κι από γενιά σε γενιά που βρίσκει μέσα τους, κάτι δικό της. Στενές επαφές που έχασαν το άγγιγμα τους, σουβλάκια που τρώγονταν αλλιώς και χρόνια που έφυγαν πριν καν το καταλάβουμε.
Νίκος Γραμματικός (σκηνοθεσία, σενάριο), Νίκος Παναγιωτόπουλος (σενάριο), Βαγγέλης Μουρίκης (Σάκης), Τάσος Νούσιας (Γιάννης) και Αιμίλιος Χειλάκης (Αντώνης) επιστρέφουν νοερά στην Κούλουρη και ανασύρουν σκέψεις και αναμνήσεις από τους Απόντες, μια ταινία τομή για τον ελληνικό κινηματογράφο που μελέτησε λεπτομερώς την απουσία με τον πιο ανθρώπινο και ρεαλιστικό τρόπο.
Το πέταγμα του χαρταετού
Νίκος Γραμματικός, Σκηνοθεσία
«Ήταν δύο σκηνές με τον χαρταετό που τις γυρίσαμε την ίδια μέρα. Είναι αυτή η διαδικασία της απουσίας. Στη δεύτερη σκηνή απουσιάζει ο χαρταετός και είναι η άλλη παρέα που εμφανίζεται στο τέλος και έρχεται να πετάξει τον χαρταετό. Στην δεύτερη σκηνή δεν πετάνε τον χαρταετό, έχουν φέρει κάτι χαλβάδες και τρώνε. Στην πρώτη σκηνή τον πετάνε, υψώνεται ο χαρταετός, έχουν βάλει τον Νούσια, τον μικρό της παρέας να τον κρατάει και του λέει ο Γεωργάκης να τον αφήσει και πέφτει πίσω από ένα βουνό.
Ήταν πράγματα που κάναμε. Βιωματικό δικό μου, προσωπικό. Ουσιαστικά το κάναμε για πλάκα, πηγαίναμε σε μια απομακρυσμένη παραλία, τρώγαμε μεζέδες, θαλασσινά και ό,τι έχει η Σαλαμίνα. Είναι μια σκηνή που ουσιαστικά επιτείνει λίγο λίγο την απουσία. Όπως λιγοστεύουν και οι μπύρες στα τραπέζια και τα χταπόδια και μένει στο τέλος μόνος του ο Σταρίδας με ένα κομματάκι χταπόδι και ένα σφηνάκι ούζο στη τελευταία σκηνή και δίνει τα κλειδιά του καφενείου πίσω».
Βαγγέλης Μουρίκης (Σάκης)
«Θυμάμαι ότι αμέσως μετά πήραμε ένα χαρταετό, ανεβήκαμε στα 3 μηχανάκια μας ανά 2 άτομα και κάναμε μια ακόμα όμορφη σκηνή, για την ημέρα εκείνη, την οποία θυμάμαι πολύ ζωντανά όπου κάποιος απ’ όλους πέταγε τον αετό καθώς οδηγούσαμε και όλοι νομίζαμε ότι ήμασταν οι καβαλάρηδες με την μεγάλη σκιά. Για την σκηνή στην παραλία, θυμάμαι ότι ήταν από τις πλέον απελευθερωτικές της ταινίας»
Νίκος Παναγιωτόπουλος (σενάριο)
«Σε αυτή τη σκηνή επαναλαμβάνουν μια ιεροτελεστία από το παρελθόν, μια ιεροτελεστία φιλίας και χαράς, όπως είναι το πέταγμα του χαρταετού γενικώς. Σε αυτή τη σκηνή, βλέπουμε ότι έχουν αρχίσει να εμφανίζονται ρωγμές στις σχέσεις. Αυτό ήταν το point αυτής της σκηνής. Να βρούμε μια σκηνή που άλλοτε τους έφερνε κοντά, ενώ τώρα επιτρέπει να φανούν οι ρωγμές στις σχέσεις τους.
Έχει μια ομοιότητα με την πρώτη σκηνή. Σε εκείνη η παρέα επανενώνεται σε μια πανηγυρική βραδιά, τη βραδιά του ημιτελικού του Ευρωμπάσκετ το ‘87 και εδώ αυτή η παρέα επιτρέπει τη συνθήκη της επανένωσης. Έχουν αρχίσει να μεγαλώνουν. Η σκηνή επαναλαμβάνεται.
Αυτός ήταν και ο στόχος, όπως η σκηνή της αρχής επαναλαμβάνεται και στο φινάλε όπου μια άλλη παρέα νεότερων παιδιών επανενώνεται ενώ η δική μας έχει διαλυθεί, έτσι και στη σκηνή με τον χαρταετό επίσης επαναλαμβάνεται μέσα σε αυτά τα επτά χρόνια. Αυτό που στην σκηνή έχει ραγίσει, τώρα το βλέπουμε να έχει καταρρεύσει».
Τάσος Νούσιας (Γιάννης)
«Το πέταγμα του χαρταετού βρίσκεται στο μέσο της ταινίας. Αφού έχει σηκωθεί, τον έχεις πετάξει κι αμέσως μετά βλέπουμε την πτώση του, όμως. Χάνεται πίσω από τα πεύκα της παραλίας. Είναι σα να αρχίζει η αποδόμηση της παρέας, σα να έχει κάνει κορύφωση στο μέσο και αρχίζει σιγά σιγά να αποδομείται η παρέα μέσα από την πτώση του αετού.
Κι αυτό σιγά σιγά έρχεται να επιβεβαιωθεί στο επόμενο πλάνο, στο γιατί δείχνουμε αυτό το πλάνο. Θα μπορούσαμε να τον αφήσουμε να πετάει για πάντα, φευγάτος, και να μη βλέπαμε ποτέ την πτώση. Έρχεται να το επιβεβαιώσει η επόμενη σκηνή, η έκθεση του Ευγενικού, του αδερφού μου στην ταινία.
Τον κοροϊδεύω εγώ, αετός σε τραμπάλα, τον τρολάρω. Αετός σε τραμπάλα. Είναι ο πεσμένος αετός πάνω στα παιδικά μας χρόνια, γιατί είναι σε τραμπάλα κρεμασμένος. Η πτώση του χαρταετού πάνω στην ενηλικίωση μέσα από τη νεκρά φύση των Απόντων. Πρόσεξε τώρα ένα συμβολισμό και μια ολοκλήρωση σε δυο ατάκες. Θα μπορούσε να πέσει στα σύρματα της ΔΕΗ.
Γιατί τραμπάλα; Τελειώνει αυτή η απόλυτη ένωση της παρέας, αρχίζει να αποδομείται, μέχρι να μείνει εντελώς γυμνό το καφενείο, η καρέκλα μόνη της, με συγκινεί πολύ κι αυτό που λέει ο Γιώργος Ευγενικός ότι εδώ ήταν, μόλις τελείωσαν. Δεν λείπουν, ήταν εδώ και φύγανε. Αφήσαν τα απομεινάρια τους».
Αιμίλιος Χειλάκης (Αντώνης)
«Εκείνη τη μέρα στην παραλία είχε αφόρητη ζέστη, ήμασταν ντυμένοι και λίγο χειμερινά, ιδρώναμε δηλαδή. Η Κατερίνα Βαρθαλίτου η μακιγιέζ και ο Χρόνης Τζήμος, ο κομμωτής έτρεχαν να μας στεγνώσουν. Ήταν ανελέητος ο ήλιος και έπρεπε κανονικά εμείς να είμαστε και καλά στην αρχή της Σαρακωστής. Μας είχε μάθει ο διευθυντής φωτογραφίας ο Κωστής ο Γκίκας, επειδή μας χτύπαγε ανελέητα ο ήλιος και δε μπορούσαμε να κρατήσουμε τα μάτια μας ανοιχτά, λέει κλείστε πάρα πολύ σφιχτά τα μάτια σας και την ώρα του πλάνου ανοίξτε τα, για να μπορέσουμε να το κάνουμε το γύρισμα χωρίς να σας κοιτάζει ο ήλιος.
Ήταν τόσο καθαρό αυτό που έπρεπε να κάνουμε και τόσο καθαρά ποιητικός ο ρεαλισμός μας, καμία σχέση με τις τωρινές ρεαλιστικές νατουραλιστικές ταινίες, ήταν τόσο ποιητικός ο ρεαλισμός που ξέραμε ακριβώς τι έπρεπε να βγει από τη σκηνή. Παίζαμε εκείνη τη στιγμή τους ανθρώπους που είναι έκθετοι σε μια παραλία, Φλεβάρη μήνα. Έχει μια άλλη γλύκα, μια άλλη χαρά. Ήμασταν έξι ηθοποιοί με απόλυτη εμπιστοσύνη ο ένας στον άλλον.
Ένα μικρό παρελειπόμενο ήταν ότι προσπαθούσαμε να σηκώσουμε τον χαρταετό και δε σηκώθηκε ποτέ. Αυτό που βλέπεις να τρέχουμε, δεν τα καταφέραμε ποτέ».
Τι άλλαξε στην αγοροπαρέα της Σαλαμίνας
Βαγγέλης Μουρίκης (Σάκης)
«Άλλαξε ότι ο κάθε ένας σιγά σιγά την έκανε, για δικά του λιμάνια…»
Νίκος Παναγιωτόπουλος (σενάριο)
«Η ταινία ήταν μια ελεγεία για τους χαμένους φίλους και μια συγκεκριμένη εποχή έτσι. Η μετεφηβεία είναι ένα πολύ ιδιαίτερο χρονικό σημείο στη ζωή ενός ανθρώπου, φεύγει από την ασφάλεια της, από το κρησφύγετο της οικογένειας και των εφηβικών σχέσεων για να ανοιχτεί στη πολύ μεγάλη δεξαμενή της κοινωνίας. Αποκόπτεται βίαια κάποιος και η ταινία μιλάει για το τίμημα που πληρώνει κανείς σε αυτό το πέρασμα, από την παιδικότητα στην ενήλικη ζωή.
Είναι μια βαριά ταινία, αλλά ταυτοχρόνως είναι και τρυφερή, ξέρετε. Έτσι είναι στη ζωή. Χάνουμε ανθρώπους, φίλους, συνοδοιπόρους. Διαρκώς, ασταμάτητα. Απλώς στην ηλικία εκείνη δεν έχουμε συνειδητοποιήσει ότι αυτό θα συμβαίνει. Αυτή είναι η διαφορά. Τώρα που σας μιλάω τριάντα χρόνια μετά, μου φαίνεται σχεδόν παιδιάστικο αυτό το “μα πώς θα γίνει, πώς θα χαθούν”.
Είναι μια τρυφερή ματιά συνειδητοποίησης ότι θα χάσεις ανθρώπους, θα συναντήσεις άλλους. Το ζήτημα είναι από σένα τι θα κρατήσεις. Οι άλλοι σαν αντανάκλαση ενός κομματιού του εαυτού μας»
Τάσος Νούσιας (Γιάννης)
«Αυτή η ταινία είναι γεμάτη συμβολισμούς και διαμαντάκια, ανάλογα με το χρόνο που βρίσκεσαι, ωριμάζει διαφορετικά στον καθένα, αλλάζει το βλέμμα, ανακαλύπτεις πράγματα που και λόγω διαφοράς ηλικίας δεν τα είχες δει.
Η ταινία αφορά διαχρονικά όλες τις γενιές. Αυτά τα παρεάκια που γεννιούνται μέσα στην εφηβεία μας και είναι τόσο δυνατά κι αθάνατα, όταν διαλύονται για τον έναν ή τον άλλο τρόπο, εκεί όταν αρχίζει το πανεπιστήμιο, όταν αρχίζουν και σπάνε, εκεί που ο καθένας βρίσκει τον προσανατολισμό του στη ζωή, ξέρεις πόσο υπάρχει αυτό το ομότιτλο απών.
Έχω κάποιους ισχυρούς παιδικούς εφηβικούς φίλους που όταν συναντιέμαι, είναι σα να μη πέρασε η μέρα. Ξέρεις πού στηρίζεται αυτό; Στην αγάπη και στο δέσιμο που είχαμε τότε ότι ποτέ με αυτούς τους ανθρώπους δεν χωρίζεις ουσιαστικά γιατί η μνήμη της σχέσης είναι αφημένη στο σημείο που όλα πήγαιναν καλά, δεν πρόλαβε να βρωμίσει».
Νίκος Γραμματικός (σκηνοθεσία, σενάριο)
«Στη ταινία γίνονται κάποια πράγματα, όπως το ότι θα ανέβουμε τον λόφο με τα πόδια και μετά οι τρεις πηγαίνουν από το δρόμο. Στη διαδρομή του χρόνου αλλάζουν και παίρνουν κάποιες άλλες θέσεις για την ζωή.
Λίγο λίγο, σε κάθε σκηνή λιγοστεύει η επικοινωνία ανάμεσα σε κάποιους. Κατασκευάστηκε το σενάριο γύρω από ένα απουσιολόγιο. Ο Σταρίδας έχει πεθάνει και το απουσιολόγιο μεγαλώνει. Ο Χατζησάββας που έκανε τον υποτιθέμενο τρελό, η σκηνή που χτυπάει το τζάμι και του λέει “σήκω πάμε για κονιάκ”, πρωί πρωί, αυτό το έχω ζήσει εγώ και φώναζε η μάνα μου ότι κουβαλάω αλήτες μέσα στο σπίτι. Αυτός ήταν ο Ρίνγκο, έτσι τον λέγαμε.
Υπάρχουν σκηνές βιωματικές, μυθοπλασίας, αυτοσχεδιασμού. Χωρίς το σενάριο που γράψαμε με το Νίκο, αυτό δεν θα υπήρχε. Ο άλλος που έγινε φίρμα στα παράθυρα, ήταν επίσης πραγματικό πρόσωπο. Τώρα δεν είναι πια, έχει φύγει από τα παράθυρα»
Οι Δευτέρες στη Σαλαμίνα και η συνεργασία με τον Γραμματικό
Βαγγέλης Μουρίκης (Σάκης)
«Ο Γραμματικός ήταν όλοι οι Απόντες μόνος του. Ήμασταν όλοι πολύ τυχεροί που τον γνωρίσαμε με αφορμή αυτή την ταινία. Αν και τον ξέραμε από τις προηγούμενες του, παρ’ όλα αυτά στους Απόντες τον είδαμε από κοντά και πολύ τον γουστάραμε..»
Τάσος Νούσιας (Γιάννης)
«Είχα πολύ καιρό να δω την ταινία και μου ήρθαν όλες οι μνήμες, οι σχέσεις, η κατάσταση 30 χρόνια πριν. Βάλε και την προετοιμασία που μας πήγαινε ο Νίκος στην Κούλουρη και κάναμε real life πρόβα στο τραπέζι του καφενείου, στο μεζέ, στο ούζο. Η σύνδεση μας ήταν ολοκληρωτική, ήταν ένα παρεάκι που για πολλά χρόνια λειτουργούσε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο και εκτός ταινίας, δημιουργήθηκε ένας πυρήνας αδιάρρηκτος, μέχρι που σιγά σιγά αρχίσαμε να βρίσκουμε τα αδέρφια μας στην άλλη όχθη.
Αυτή η ταινία συγκινεί διαχρονικά γιατί ο Γραμματικός κατάφερε να μιλήσει με τέτοιο βάθος με ένα παρεάκι. Έχει τις μικροδράσεις της παρέας, τους αναστοχασμούς της παρέας, το ψάξιμο, την ενηλικίωση. Δεν είναι καουμπόικη ταινία, παρότι υπάρχει βαθύ καουμποϊλίκι για τον συμβολισμό του πράγματος. Ξέρεις, μου ήρθαν όλα τα παιδιά πάλι στο νου, με έπιασε μια μελαγχολία»
Αιμίλιος Χειλάκης (Αντώνης)
«Κανένας δε κάνει ταινία με έξι μήνες πρόβα. Αυτό ήταν το ίδιον του Γραμματικού. Δεν κάνουν ταινίες με φιλμ τώρα. Εμάς τότε μας συγκέντρωνε το φιλμ, μας έκανε να σκεφτόμαστε ότι έχει ένα κόστος που δεν πρέπει να το επιβαρύνουμε, μας έκανε υπεύθυνους.
Εμείς ξέραμε τι έπρεπε να κάνουμε. Ξέραμε ποια ήταν η κίνηση και πού είναι ο συνάδελφος δίπλα μας, είχαμε την απόλυτη αίσθηση της γεωγραφίας του χώρου. Ποτέ δε μπήκαμε ο ένας μπροστά από τον άλλον. Ξέραμε που θα κοιτάξουμε. Αυτό τώρα γίνεται κατά τύχη.
Οι Απόντες είναι η απόδειξη ότι το σινεμά δεν χρειάζεται να είναι σκληρό ή χυδαίο για να γίνει πραγματικά διεισδυτικό. Είναι τόσο διεισδυτικό το σινεμά του Γραμματικού. Μπορείς να βγάλεις μια συγκίνηση από μια παρέα έξι παιδιών, χωρίς να πεις ένα μαλάκα;
Είναι μια ταινία που δεν ξέρω αν θα μπορέσει να ξαναγυριστεί ποτέ έτσι. Όχι λόγω των συγκεκριμένων ηθοποιών, ή του συγκεκριμένου σκηνοθέτη. Γιατί ήταν φιλμ, κάναμε οικονομία, γυρίσαμε μια ολόκληρη ταινία χωρίς να κάνουμε ένα σαρδάμ. Ήμασταν τόσο συγκεντρωμένοι, τόσο εκεί και δημιουργούσαμε μια μικρή ποίηση.
Ποίηση σημαίνει ότι φτιάχνεις κάτι. Ήμασταν τόσο συγκεντρωμένοι, πραγματικά φτιάχναμε κάτι που δε ξέραμε ότι θα μείνει τόσα χρόνια. Δεν ξέραμε ότι θα μιλάμε για αυτή την ταινία 30 χρόνια μετά, αλλά ξέραμε ότι κάνουμε κάτι που για εμάς είναι σημαντικό»
Οι Απόντες που έφυγαν
Βαγγέλης Μουρίκης (Σάκης)
«Τη Σαλαμίνα την μάθαμε από τον Γραμματικό. Ήταν από τα πιο ωραία ταξίδια μας. Από τις καλύτερες επαφές που μπορεί να σου κάτσουν σε αυτό το πάρε δώσε των ηρώων. Μόνο με πολλή αγάπη την θυμάμαι όπως και τους ανθρώπους στους οποίους αναφέρεσαι. Τον Σταρίδα, τον Χατζησάββα, τον Απαρτιάν, την Γιούλα Ζωιοπούλου, τον Παπαζώη, τον Φώτη Κουρτίδη, ο πραγματικός Σάκης. Πολύ θα ήθελα να είμαστε σήμερα με όλους αυτούς στη Σαλαμίνα του τώρα κι ας…ξανακάναμε και την ταινία…»
Τάσος Νούσιας (Γιάννης)
«Εδώ έχουμε και ζωντανές απουσίες. Θέλω να κάνω μια αναφορά, στα αδέρφια μας. Στον Κωνσταντίνο τον Σταρίδα που ήταν και συγκάτοικος μου στη Δραματική Σχολή του ΚΘΒΕ και μετέπειτα και στην Αθήνα για ένα διάστημα. Ο Μηνάς ο Χατζησάββας, ο Δημητράκης Βογιατζής, ο Νίκος ο Καρφής, η Γιούλα η Ζωιοπούλου. Ήμασταν και είμαστε δεμένοι με τους εναπομείναντες αλλά και τους απόντες, πνευματικά και αδιάρρηκτα».
Αιμίλιος Χειλάκης (Αντώνης)
«Είναι πέντε άνθρωποι που έχουν φύγει, δεν είναι ένας, δύο. Έχουν φύγει ο Σταρίδας, ο Απαρτιάν, ο Χατζησάββας, ένα παιδί που έκανε ένα μικροπέρασμα στην ταινία, ο Δημήτρης ο Βογιατζής, έχει φύγει η Γιούλα Ζωιοπούλου, η ενδυματολόγος μας, η οποία ήταν η μαμά της ταινίας, την λατρεύαμε όλοι. Ήταν πιο οικογενειακά τα πράγματα, δεν θεωρούσαμε ότι πηγαίναμε στη δουλειά, θεωρούσαμε ότι πηγαίνουμε εκεί πέρα που έπρεπε να κάνουμε όλοι μαζί το σωστό.
Ήμασταν μια ομάδα που μπορούσε να πάρει Τσάμπιονς Λιγκ γιατί ξέραμε πού παίζει ο καθένας. Αυτό είναι το σημαντικό. Αυτό είναι το σπουδαίο που καταφέραμε. Έβλεπες ανθρώπους που πιστεύανε στην ομάδα. Δεν υπάρχει πια αυτό. Οι πρωταγωνιστές οι σπουδαίοι βγαίνουν από τις ομάδες».
Τα βιώματα και οι φόβοι του Νίκου Γραμματικού
«Ήταν μια ταινία που ξεκίνησε από προσωπικά μου βιώματα, στα οποία ο Νίκος Παναγιωτόπουλος μιλώντας και γράφοντας είχε κι αυτός σχετικά κοντινές εμπειρίες, ίδιες μουσικές, όλα αυτά ήταν μια στιγμή που όλα κουμπώνανε. Από το 1994 είδα 700 άτομα περίπου και διάλεξα αυτούς τους έξι.
Πηγαίναμε κάθε Δευτέρα στη Σαλαμίνα πριν ξεκινήσουμε γυρίσματα για 8-9 μήνες επειδή τα παιδιά δεν είναι από εκεί και ήθελα εγώ να τους εξοικειώσω με τη θάλασσα, με τους λόφους, με τα καφενεία, με το νησί. Θα έπρεπε να φαίνεται ότι είναι από εκεί κι ότι η παραλία τους ανήκει με έναν τρόπο.
Παίζαμε κάποιες σκηνές από το σενάριο, κάναμε κάποιους αυτοσχεδιασμούς. Από το Νοέμβριο του 1995 μέχρι τον Ιούνιο που ξεκινήσαμε γυρίσματα, κάθε Δευτέρα πηγαίναμε στη Σαλαμίνα. Μετά μάλιστα κάποιοι κολλήσαν με την Σαλαμίνα και αρχίσαν να πηγαίνουν και μόνοι τους.
Να σου εκμυστηρευτώ κάτι, που για εμένα έχει νόημα και νομίζω ότι έτσι γράφονται οι ταινίες. Εμένα ο δικός μου μεγάλος φόβος όταν παράτησα το πανεπιστήμιο και το μαθηματικό και μπήκα στο Σταυράκο, που τα πράγματα ήταν εντελώς απογοητευτικά σε επίπεδο σχολής και καθηγητών, δεν πίστευα ποτέ ότι θα κάνω τους Απόντες.
Δεν πίστευα ότι θα καταφέρω να γίνω σκηνοθέτης. Ήταν απογοητευτικά τα πράγματα εντελώς στον χώρο. Ο μεγαλύτερος μου φόβος είναι ότι θα παρατήσω αυτό που αγαπάω και θα γυρίσω πίσω στο νησί, θα παντρευτώ, θα γίνω καθηγητής, είχα και ταλέντο στα μαθηματικά, ίσως είναι και το μοναδικό ταλέντο που έχω στη ζωή μου, γιατί ακόμα λύνω εξισώσεις μαθηματικής ολυμπιάδας, βαρβάτα μαθηματικά, σαν χόμπι.
Ο φόβος ήταν ότι θα γυρίσω πίσω και οι Απόντες μου έδωσαν την ευκαιρία να επιστρέψω στο νησί όπως ήθελα εγώ, κάνοντας ταινία. Αυτή η ταινία με βοήθησε να ξεπεράσω τον μεγαλύτερο μου φόβο, την επιστροφή στο νησί και το να μείνω εκεί μόνιμα.
Και τώρα, κυρίως με τον Μουρίκη, όταν παίρνουμε το φέρι μποτ για να πάμε Σαλαμίνα, στο μυαλό μου έρχεται η ανάμνηση αυτού του φόβου. Όταν βγαίνω από το μέταλλο του φέρι μποτ και πατάω το πόδι μου στο χώμα του νησιού, παίρνω μια δύναμη όπως ο Ανταίος, μου δίνει ενέργεια το νησί.
Επέστρεψα πίσω στην παιδική μου παρέα και επέστρεψα και πίσω στη Σαλαμίνα για πολύ καιρό, για ρεπεράζ, για να δω τους χώρους. Πηγαίναμε στη μητέρα μου με τον Μουρίκη, τον Σταρίδα, τον Νούσια. Είχε αποφασιστεί όμως το μέλλον μου. Δεν ένιωθα ότι κινδυνεύω να γυρίσω πίσω.
Έπαιξε και πολύ μεγάλο ρόλο ο παραγωγός της ταινίας, ο Παναγιώτης Παπαχατζής, είχαμε κάνει μαζί και την πρώτη μου ταινία, κάναμε μετά την Έξοδο, τους Απόντες, τη μικρού μήκους το Χάος. Οφείλονται πολλά σε αυτό τον άνθρωπο.
Μια εμπειρία που μπορώ να περιγράψω είναι πως όταν παιχτήκανε οι Απόντες στους κινηματογράφους, με συγκίνησε πολύ που υπήρξαν άνθρωποι που μου λέγανε ότι βλέπουν την ταινία για να μη γίνουν έτσι κι αυτοί. Με είχε σταματήσει και μια παρέα και μου είχε πει “κύριε Γραμματικέ, μας αλλάξατε την ζωή”.
Ήταν Χριστούγεννα και θα πήγαινα να συναντήσω τον Γιώργο Σκούρτη, με σταματήσανε στον δρόμο και μου είπαν ότι δεν την παλεύουμε. Μου συμβαίνει ακόμα. Με χαροποιεί πολύ που παίζονται ακόμα, γιατί έχει αφήσει ένα αποτύπωμα. Μιλάνε ακόμα για την ταινία.
Ό,τι έκανα, το έκανα με ειλικρίνεια στην καρδιά και πάρα πολύ κόπο. Εκτός από τους Απόντες που ήταν μια παρέα, δημιουργήθηκε κι άλλη μια παρέα με όλα τα παιδιά που κάναμε την ταινία. Με τον Αιμίλιο ήμουν σχεδόν κάθε μέρα μαζί και με το Νούσια και με το Μουρίκη που είμαστε οικογένεια τώρα. Ο Σταρίδας κοιμόταν σπίτι μου και εγώ κοιμόμουν στο δικό του. Φτιάχτηκε μια καινούργια παρέα, έξι αυτοί και ένας εγώ.
Στο μυαλό μου ήταν μια μελέτη για την απουσία αυτή η ταινία. Την απουσία την ένιωθα και για τον πατέρα μου και για τους φίλους που χαθήκανε, κυρίως για αυτό, αλλά και για την απουσία του γενέθλιου τόπου, που δεν πήγαινα πια.
Όταν είδα το καφενείο κλειστό, που μάλιστα ο Καραβάνας που το είχε, στήριξε την ταινία με κάθε τρόπο και δεν θα το ξεχάσω ποτέ, κάποια στιγμή ο άνθρωπος έφυγε από την ζωή και είχα δει τον εγγονό του σε μια προβολή των Απόντων, επετειακή, το 2016 για τα είκοσι χρόνια, στο Σινέ Σελήνη.
Μου λέει ότι είδε την ταινία και ενθουσιάστηκε. Με στεναχώρησε που δε μπορούσα να πάω στον Καραβάνα να πιω ένα ούζο και να φάω ένα μεζέ. Γενναιόδωρος άνθρωπος, λαϊκός, τίμιος, με ανοιχτή καρδιά. Πήρε ελάχιστα λεφτά, δεν πήρε καν τα φαγητά, που είχαμε κάνει το καφενείο, γήπεδο».
Το αποτύπωμα που άφησαν οι Απόντες
Βαγγέλης Μουρίκης (Σάκης)
«Όλους εμάς, μάρτυρες όλου αυτού του κόσμου και αυτούς που βλέπουν τώρα την ταινία και την βάζουν να παίζει πάλι και πάλι λες και ψάχνουν μέσα στην ταινία και τους δικούς τους φίλους».
Τάσος Νούσιας (Γιάννης)
«Οι Απόντες είναι θρυλική ταινία, μια τομή στο ελληνικό σινεμά, ένα σημείο αναφοράς. Όταν για τους παλαιότερους ανασύρει μνήμες και για τους νεότερους γίνεται το πρώτο τους βίωμα, όλοι μαζί συναντιούνται σε αυτό το σημείο αναφοράς, ξανά και ξανά.
Έχει ένα γύρισμα πανέξυπνο ο Νίκος με μια νίκη και μια ήττα της ίδιας ομάδας, 7 χρόνια μετά, από το ‘87 στο ‘94. Είναι ο στοχασμός του Νίκου πάνω σε αυτό, είναι ανθρωποκεντρικός και οι σχέσεις που συμβαίνουν και προκύπτουν σε ένα πολύ ακριβό και ρεαλιστικό χρόνο, με το πώς το παλεύει ο καθένας και την τραγικότητα που αποκτούν.
Είναι η πένα του Γραμματικού και του Παναγιωτόπουλο, η ματιά του Νίκου. Ο Νίκος είναι διαδραστικός σκηνοθέτης, έδινε χώρο στα πράγματα και στους ηθοποιούς να αυτενεργήσουν, να βάλει την προσωπική του ματιά. Είναι οξυδερκής και έξυπνος άνθρωπος, ένας έξυπνος άνθρωπος παρατηρεί, δίνει χώρο, χρόνο και δέχεται. Αντιλαμβάνεται ότι φεύγει από το εγώ και πάει στο εμείς. Πάμε σε ένα κοινό στόχο».
Αιμίλιος Χειλάκης (Αντώνης)
«Δεν ξέρω και πώς να στο πω ρε γαμώτο γιατί είμαι και έμπλεος συναισθήματος και με γυρίζεις σε μια εποχή που τα πράγματα ήταν πολύ όμορφα. Τα 25χρονα που ήμασταν τότε δεν υπάρχουν πια.
Εμείς πηγαίναμε να κάνουμε κάτι που μας ενδιέφερε πάρα πολύ. Ήμασταν άνθρωποι που είχαμε γνώση ότι κινούμασταν σε ένα χώρο όπου τα πράγματα αφήνουν αποτύπωμα. Ξέρεις τι ωραία λέξη είναι το αποτύπωμα;»
Aκολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.