Ο Προμηθέας Αλειφερόπουλος πειράζει συνεχώς το ζουμ στην κάμερα της ζωής του
Αυτό που ξεκίνησε σαν μια συνέντευξη με αφορμή τον ρόλο του Μιχάλη στο ΡΙΦΙΦΙ του Σωτήρη Τσαφούλια, εξελίχθηκε σε μία ενδοσκόπηση για τη σύνδεση, όσα μας απομακρύνουν από αυτή και τις ανάσες που έχει ανάγκη. Άλλωστε δεν του αρέσει το small talk.
- 23 ΙΑΝ 2026
Το ραντεβού για την τηλεφωνική μας συνέντευξη κλείστηκε πολύ εύκολα. Χρειάστηκε μόλις ένα τηλεφώνημα και μερικά μηνύματα για να ορίσουμε τις συντεταγμένες. «Μεσημέρι Σαββάτου λοιπόν, τα λέμε τότε».
Για κάποιον λόγο είχα σχηματίσει την άποψη πως ο Προμηθέας Αλειφερόπουλος ως άνθρωπος θα είναι λίγο πολύ όπως και στους ρόλους του. Λίγο απόμακρος, σκοτεινός, λακωνικός, τόσο όσο.
Ίσως να είχα επηρεαστεί τελευταία και από τον ρόλο του Μιχάλη που υποδύεται στη νέα σειρά του Σωτήρη Τσαφούλια ΡΙΦΙΦΙ, εμπνευσμένη από τη διαβόητη ληστεία τράπεζας που συγκλόνισε την Αθήνα το 1992, που ήταν και η αφορμή για να μιλήσουμε.
Χρειάστηκαν δύο τρία λεπτά για να συνειδητοποιήσω πως ήταν ακριβώς το αντίθετο. Μιλούσα με έναν άνθρωπο που όπως θα μου έλεγε στη συνέχεια, κάνει αστεία, χαμογελάει πολύ και αν του δώσεις να πει δύο τρεις αστείες ατάκες ενώ υποδύεται έναν δραματικό ρόλο, όχι μόνο δεν τον ξεβολεύει, αλλά είναι για εκείνον ανάσα.
Πώς είπες το «ναι» στον Σωτήρη Τσαφούλια για το ΡΙΦΙΦΙ;
Με πήρε ο Σωτήρης τηλέφωνο. Είχα κάνει ένα γκεστ πριν από χρόνια, στο Έτερος Εγώ, όπου έπαιζα έναν ψυχασθενή, αλυσοδεμένο σε ένα ψυχιατρείο. Μου είχε αρέσει πάρα πολύ ο τρόπος που με είχε προσεγγίσει τότε, είχε χιούμορ και ειλικρίνεια, καθώς έκανα κάτι πολύ μικρό και πολύ χαρακτηριστικό.
Μου άρεσε πολύ η συνθήκη που δημιουργεί στο γύρισμα και παρ’ όλο που είχα πάει για δύο ημέρες μου είχε αφήσει πολύ ωραίο αποτύπωμα: η ηρεμία που είχε το γύρισμά του, οι καλοί συνεργάτες και συντελεστές, η φιλικότητα που είχε ο ίδιος, πολύ άμεσος και χαλαρός άνθρωπος.
Όταν κάνεις μια δουλειά, η οποία είναι για δύο μέρες, σχεδόν δεν θυμάσαι μετά τι έκανες ακριβώς, τι έλεγες, τι έπαιζες εκεί. Είναι δύο μέρες από τη ζωή σου σκέψου. Εμείς παίζουμε στο θέατρο για εννιά μήνες την κάθε παράσταση, για παράδειγμα και καμιά φορά και δύο χρονιές. Δεν προλαβαίνει να εντυπωθεί μέσα σου. Και παρόλα αυτά, με σταματούσαν στον δρόμο για χρόνια μετά, και μου έλεγαν μία ατάκα από εκείνη τη σειρά.
Κατάλαβα λοιπόν, επειδή δεν ασχολούμαι και πολύ με τα social και την τηλεόραση, πόσο γράφουν στον κόσμο οι δουλειές του Σωτήρη. Οπότε αυτό δίνει μία άλλη αξία και σε μένα που αποφεύγω να κάνω πολλά πράγματα.
Όταν μου έστειλαν το σενάριο, το διάβασα και μου άρεσε. Ήξερα ότι θα έχει πολύ καλούς συντελεστές. Όλα αυτά τα στοιχεία συντελούν στο να πεις ότι αξίζει, ακόμη κι αν ήταν μία πολύ πιεσμένη χρονιά για μένα. Είχα και άλλη σειρά την ίδια σεζόν, έπαιζα στο θέατρο.. αλλά με κέρδισε πολύ.
Και έρχεται στα χέρια σου ο Μιχάλης. Πώς ήταν η πρώτη σας «γνωριμία»;
Με προβλημάτισε ο χαρακτήρας του Μιχάλη όταν τον διάβασα. Μου φάνηκε ο λιγότερο αβανταδόρικος χαρακτήρας από τους βασικούς παίκτες της συμμορίας, το οποίο λειτούργησε για μένα από δύο πλευρές.
Σε μια ομαδική δουλειά, λες να κάνω κάτι να γράψει, να είναι κάτι, να μην είναι απλά ένα πέρασμα, κάτι που δεν έχει νόημα. Ταυτόχρονα, όμως, είχε ένα βάθος σαν τύπος. Είχε κάτι αντιηρωικό και αυτό που δεν ήταν αβαντάζ, κάπως ταυτόχρονα με τράβηξε. Μου φάνηκε ότι έχει μια εσωτερικότητα αυτό σε σχέση με τους υπόλοιπους, και λειτούργησε για μένα σαν πρόκληση, σαν άσκηση.
Θες να ξεβολεύεσαι φαντάζομαι.
Με ενδιαφέρει πολύ αυτό, ξέρεις. Γιατί συνήθως στην τηλεόραση, επειδή τα πράγματα γίνονται πολύ γρήγορα, ο καθένας φέρνει κάπως έτοιμο αυτό που του είναι εύκολο να κάνει, δυστυχώς.
Ο βασικότερος λόγος που αποφεύγω να κάνω πολλά στην τηλεόραση, ή πολύ μεγάλα, με την έννοια, πολλά επεισόδια, είναι το ότι νιώθω αυτό το πράγμα, το οποίο με κάνει σαν ηθοποιό κάτι να πεθαίνει μέσα μου καλλιτεχνικά. Δεν είναι ότι με νοιάζει τόσο πολύ, γιατί οι καιροί έχουν αλλάξει πια. Δεν είναι ότι αν κάνεις μια σειρά θα σου κάνει ζημιά στο θέατρο, αυτά τώρα είναι κάπως ξεπερασμένα και καλώς ίσως.
Αλλά το θέμα είναι η κάθε σου μέρα και το πώς νιώθεις εσύ γι’ αυτό που κάνεις. Οπότε, όταν κάτι έχει μια πρόκληση και λες, OK, ακόμη κι αν η πρόκληση δεν είναι κάτι φαντεζί, δεν είναι δηλαδή κάτι όπως για παράδειγμα ένας ψυχασθενής, είναι κάτι ήσυχο, από την άλλη μεριά, ανάμεσα σε πράγματα που είναι λίγο πιο έντονα.
Και αυτό είναι μια άσκηση και έχει πολύ ενδιαφέρον. Οπότε κάπως έτσι με έκανε να τον νοιαστώ λίγο τον χαρακτήρα, κάπως να βρω μια σύνδεση μαζί του.
Εσύ πώς βρήκες τη σύνδεση με τον Μιχάλη;
Με ενδιαφέρουν αυτοί οι χαρακτήρες, κάτι μου κάνουν, μου κεντρίζουν το ενδιαφέρον, γιατί ταυτόχρονα, ενώ είμαι έτσι όπως είμαι εγώ, είμαι άνθρωπος που μιλάω πολύ, μου είναι εύκολο να εκφραστώ, όταν βρίσκομαι σε περιβάλλοντα, στα οποία δεν νιώθω άνετα, γίνομαι πολύ σαν τον Μιχάλη, που είναι το αντίθετο. Ψάχνεις να βρεις τα κοινά και τις διαφορές για να προσεγγίσεις κάτι.
Γιατί αν είναι κάτι εντελώς εξωτερική κατασκευή, δηλαδή αν δεν βρεις δικά σου κοινά και πας μόνο να πιάσεις κάτι το οποίο έχεις φανταστεί, είναι πολύ δύσκολο αυτό να γίνει αληθινός άνθρωπος. Πιστευτός δηλαδή. Γιατί είναι πολύ δύσκολο να συνδεθείς ειλικρινά μαζί του, έστω και σε στιγμές.
Πάντα ψάχνεις να φέρεις πράγματα που έχεις εσύ, να δεις, αυτό θα μπορούσα να το πω, ξέρω πώς νιώθει. Να βρεις τέτοια πράγματα. Και φυσικά να βρεις αυτά που δεν είναι καθόλου δικά σου για να τα πετάξεις όπως πετάει ο γλύπτης από το μάρμαρο για να φτιάξει το άγαλμα.
Στην περίπτωση του Μιχάλη πρέπει να πετάξω το ότι εγώ κάνω αστεία ή χαμογελάω πολύ ή μιλάω γρήγορα και να κρατήσω μία συστολή που μπορεί να νιώσω όταν άλλοι άνθρωποι γύρω μου είναι πιο loud και κάπως επιβάλλουν την παρουσία τους με έναν τρόπο.
Ή η αποδοχή, αυτό το καταθλιπτικό που έχει ο Μιχάλης. Μια αποδοχή της κατάστασής του σε κάποια στάδια, τουλάχιστον, της διαδρομής του που είναι πιο ηττημένος, ας πούμε. Έχω περάσει από καταθλιπτικά στάδια, ξέρω πώς είναι να νιώθεις κάπως έτσι. Όλα τα χρησιμοποιούμε.
Στο ΡΙΦΙΦΙ όλους τους χαρακτήρες τους συνδέει μία οργή, έχουν υποστεί με έναν τρόπο μία αδικία. Και κάνουν κάτι για αυτό, χτυπάνε το σύστημα. Πιστεύεις ότι σήμερα υπάρχει αυτή η οργή κάπως μέσα μας, αλλά ποτέ δεν την εκφράζουμε ή καταλήγουμε να την εκφράζουμε λάθος;
Νομίζω ότι είναι χαρακτηριστικό της εποχής μας αυτό, των γενιών μας, δηλαδή. Εξ ου και πάρα πολλά κεκτημένα, κοινωνικά και εργασιακά των παλιότερων γενιών αυτή τη στιγμή, χάνονται. Και χάνονται χωρίς κουβέντα σχεδόν. Χάνονται κάπως δεδομένα.
Είχα έναν φανταστικό καθηγητή στο Λύκειο, για μία χρονιά μόνο, που μας έκανε Κοινωνιολογία. Είχα σκεφτεί να σπουδάσω Κοινωνιολογία, από το πόσο μου άρεσε αυτός ο καθηγητής. Πόσο ενδιαφέρον έκανε ένα μάθημα που οι περισσότεροι βαριόντουσαν θανατηφόρα.
Μας είχε πει κάποια στιγμή για τον καπιταλισμό, ότι η μεγαλύτερη επιτυχία του καπιταλισμού είναι να σε κάνει να νομίζεις πως είσαι ικανοποιημένος. Αυτό θεωρώ ότι, ακόμη και αν στην εποχή που ζούμε, τουλάχιστον άνθρωποι που σκέφτονται λίγο, αναγνωρίζουν ότι δεν πρέπει να είμαστε ικανοποιημένοι και πρέπει να οργιστούμε με αυτό που γίνεται και πρέπει να αντιδράσουμε γιατί βαδίζουμε προς κάπου πολύ σκοτεινά, ταυτόχρονα συνεχίζεται η επιτυχία του συστήματος.
Νιώθω ότι είναι μία φούσκα, η οποία μεγαλώνει και βρίσκει τον τρόπο να προσαρμόζεται και να αγκαλιάζει και τα καινούργια αγκάθια που οι άνθρωποι βγάζουν έξω από την παλιά φούσκα γιατί θέλουν να αντιδράσουν. Και κάπως βρίσκει τον τρόπο να τα αμβλύνει και να τα αγκαλιάζει.
Και νομίζω ότι ο βασικός τρόπος που το καταφέρνει αυτό είναι η απομόνωση. Ένας παρτακισμός που μας κλείνει στον μικρόκοσμό μας και καταργεί κάθε συλλογική αντίδραση, κάθε πίστη σε οποιαδήποτε συλλογική αντίδραση.
Οπότε αυτό νομίζω είναι που μας κάνει να έχουμε εσωτερικευμένο θυμό και να μην τον εκδηλώνουμε ή να τον εκδηλώνουμε τελείως λάθος. Για παράδειγμα σε αδύναμους ανθρώπους, στην οικογένειά μας ή στον εαυτό μας.
Οπότε οι νευρώσεις και όλες οι αγχώδεις διαταραχές και οι καταθλίψεις έχουν πολύ να κάνουν με μία βαθύτερη κόντρα με τον εαυτό μας. Αφού υπάρχει εξωτερική ικανοποίηση, δεν υπάρχει εσωτερική. Με άπειρους εθισμούς που έχουμε γύρω-γύρω, με πρώτο και καλύτερο το scrolling. Είναι τρομερό ναρκωτικό αυτό. Δεν ξέρω πώς θα λυθεί συλλογικά αυτό γιατί όλο και χειρότερα δείχνει να πηγαίνει.
Και κάπου εκεί αποχαιρετάμε και τη σύνδεση.
Ουσιαστικά απομακρυνόμαστε από αυτή. Γιατί η σύνδεση έχει και το προς τα έξω και το προς τα μέσα. Δηλαδή, είναι σαν σταυρός. Είναι και η κάθετη που έχει να κάνει με τον άξονά μας και με τον πραγματικό μας εαυτό, αλλά και με τους άλλους ανθρώπους. Και νομίζω ότι απομακρυνόμαστε από αυτό συνεχώς. Η απομάκρυνση από τη φύση και τις φυσικές λειτουργίες, η απομάκρυνση από τον ποιοτικό χρόνο και με ανθρώπους που μπορούμε να συνδεθούμε πραγματικά και να μιλήσουμε για αληθινά πράγματα. Να αγγιχτούμε πραγματικά και ήρεμα. Με κατανόηση αληθινή, με συγκίνηση. Όλο και γίνεται πιο δύσκολο αυτό και πιο δύσκολο. Άρα και το σταμάτημα για να κοιτάξουμε λίγο τον εαυτό μας.
Βλέπεις ότι όλο και περισσότερο οι άνθρωποι κάνουν ψυχοθεραπεία, το οποίο φυσικά είναι καλό από τη μία, αλλά από την άλλη βλέπεις ότι μάλλον απουσιάζει όλο και πιο πολύ η ανθρώπινη σύνδεση πρέπει κάποιον να πληρώνεις για να συνδεθείς. Το λέω εγώ που κάνω. Απλώς το παρατηρώ και με στενοχωρεί και λέω ρε συ, σε μία υγιή κοινωνία αυτό θα το κάναμε μεταξύ μας. Φυσικά κάποιοι θα χρειαζόμασταν κάποιες φορές, αλλά βλέπω ανθρώπους που κάνουν ψυχοθεραπεία 15 χρόνια συνεχόμενα.
Αυτό κάτι δείχνει. Ότι αυτός ο άνθρωπος δεν μπορεί να ακουμπήσει πουθενά από την ιστορία του να πει κάποια πράγματα, να πει τι του συμβαίνει καθημερινά, λίγο να ηρεμήσει, να τον ακούσει κάποιος. Πρέπει κάποιον να πληρώνει για να τον ακούει. Είναι πολύ στενάχωρο.
Και νομίζω ότι και στο ΡΙΦΙΦΙ, αυτό που είναι κάπως συγκινητικό και αυτό που είναι λίγο αντικινηματογραφικό σε έναν βαθμό, ένα στοιχείο αντισασπένς που έχει στην κατασκευή του, είναι ότι αυτοί οι άνθρωποι κάνουν ομαδική ψυχοθεραπεία εκεί.
Είναι ακριβώς σαν να είναι σε μια ομάδα που έχει να κάνει με κάποιο κοινό τραύμα, με κάποιο PTSD, με κάποιον εθισμό. Θυμίζει πάρα πολύ αυτή τη συνθήκη.
Και η αφορμή είναι ότι συνδεόμαστε από κάτι. Που στα αλήθεια αυτό μπορούμε να το κάνουμε οι άνθρωποι μία ή άλλη, γιατί όλοι έχουμε κοινά τραύματα. Μπορεί να μην έχουμε κάτι κραυγαλέο, αλλά όλοι έχουμε. Έχουμε γονείς πρώτα απ’ όλα όλοι, και το λέω και με την καλή και την κακή έννοια.
Έχεις μιλήσει πολύ και για πολλά και έχεις εκθέσει πολλά δικά σου κομμάτια. Θεωρείς ότι οι καλλιτέχνες πρέπει να παίρνουν θέση;
Δεν νιώθω ότι πρέπει ο καλλιτέχνης να κάνει τίποτα. Πέρα από το να κάνει τη δουλειά του με υπευθυνότητα και με μια γνησιότητα. Αυτό είναι η υποχρέωση του καλλιτέχνη. Το να παίρνει πολιτική θέση, κοινωνική θέση και όλα αυτά είναι δεύτερο πράγμα. Που κανείς δεν τον όρισε ειδήμονα στο να το κάνει, όχι ότι όρισε τους πολιτικούς για να το κάνουν.
Είμαι ένας άνθρωπος που δεν του αρέσει το small talk καθόλου. Δεν μου αρέσει να μιλάω για τον καιρό, δεν μου αρέσει να μιλάω για προφανή πράγματα που όλοι συμφωνούμε και κάνουμε. Μου αρέσει λίγο να σκαλίζω παραπάνω.
Γίνεσαι συγκρουσιακός;
Όχι, δεν είμαι συγκρουσιακός καθόλου. Δεν μου αρέσει να προκαλώ ή κάτι τέτοιο. Αλλά πιθανά την αντι-αποφεύγω τη σύγκρουση.
Μου αρέσει να μιλάω για πράγματα που κάπως μου λένε κάτι. Που συνδέομαι, που αποκαλύπτουν κάτι για μένα αληθινό. Και νιώθω συνήθως στις κουβέντες ότι αυτό ανοίγει χώρο και στους άλλους να μιλήσουν για κάτι δικό τους. Και το κάνω και σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα με ανθρώπους που δεν γνωρίζω. Πολύ εύκολα θα πω κάτι αληθινό για μένα που κάποιου μπορεί να του φαίνεται ότι αυτό είναι προσωπικό ή ότι με ρίχνει στα μάτια του. Θεωρώ ότι αυτό είναι προσωπική ανάγκη του καθενός.
Δίνω τόσες συνεντεύξεις, με ρωτάνε πόσα πράγματα. Αν κάθομαι κάθε φορά να λέω για τη δουλειά μου… οκ είπα μία, δύο, τρεις, θα πω κάποια πράγματα. Θέλω να πω, η δουλειά μας προβάλλεται, μπορείς να τη δεις. Δεν θα κάτσω να σου αναλύσω τη δουλειά μου, έτσι κι αλλιώς η Τέχνη είναι πώς το αντιλαμβάνεται ο καθένας.
Το υπόλοιπο είναι συμπληρωματικό. Είναι making of. Εγώ νιώθω ότι από τη στιγμή που μου δίνεται ένα βήμα, είναι ωραίο και νιώθω την ανάγκη να μοιράζομαι τα προβλήματά μου γιατί κάπως νιώθω ότι μόνο αυτό έχει νόημα. Να μιλάω για αληθινά πράγματα που με απασχολούν και ίσως κάποιος να τα ακούσει και να μπορεί πιο εύκολα να πει και αυτός ότι τον απασχολεί ή να δει ότι τον απασχολεί και ενδεχομένως να κάνει και κάτι.
Μπορεί να συμβαίνει σε έναν στους εκατό χιλιάδες. Το αντιλαμβάνομαι αυτό. Δεν έχω ψευδαισθήσεις ότι επηρεάζω τη μάζα. Αυτή είναι η τάση μου.
Βάζεις κάπου φρένο;
Βάζω φρένο σε ό,τι αισθάνομαι ότι είναι απλώς τσιτάτο. Δεν μου αρέσει αυτή η έννοια. Δηλαδή, όταν δίνω τσιτάτες επικεφαλίδες και τίτλους δεν το κάνω με την πρόθεση να δώσω τίτλο.
Το κάνω γιατί εγώ και στην ψυχοθεραπεία μου κάνω λίγο stand-up comedy. Υπάρχει μέσα μου αυτή η διάθεση να διακωμωδήσω τραυματικά πράγματα και μετά να τα αναλύσω. Όχι να κρυφτώ πίσω από το χιούμορ. Αλλά κάπως βλέπω και μια κωμικότητα μέσα σε αυτό.
Είναι αυτό που είχε πει ο Charlie Chaplin ότι «η ζωή είναι μια τραγωδία όταν τη βλέπεις από κοντά, αλλά μια κωμωδία όταν τη βλέπεις από μακριά». Είναι πολύ σοφό αυτό και μου αρέσει να κάνω αυτή την αλλαγή κοντινού – γενικού, μου αρέσει και με βοηθάει πολύ να δουλέψω τα πράγματα.
Γι’ αυτό με ώθησε κιόλας πολύ να κάνω την παράσταση που σκηνοθετώ τώρα.
Πες μου για αυτή. Τι θα δούμε στη σκηνή του Ιλίσια-Βολανάκης;
Σκηνοθετώ το καινούριο έργο της Φωτεινής Αθερίδου, «Η πιο υπέροχη χειρότερη του κόσμου». Το έχω ονομάσει υπαρξιακή κωμωδία, σαν είδος, βάσει αυτού που διάβασα.
Η Φωτεινή έχει την τάση να μιλά για πράγματα πολύ τραυματικά, και πράγματα που μας απασχολούν πολύ. Για νευρώσεις, για κρίσεις πανικού, για καταθλίψεις, για τέτοια πράγματα. Αλλά με πάρα πολύ χιούμορ και με καφρίλα ατελείωτη, το οποίο είναι πολύ ανακουφιστικό.
Είναι η αντίστοιχη λειτουργία με αυτό που σου λέω, ότι αφού μοιράζομαι το σκοτάδι, κάπως το ξορκίζω και ανοίγω χώρο για σύνδεση. Αυτό είναι που με συγκινεί. Ανοίγω χώρο στον άλλον να πει «και εμένα μου συμβαίνει κάτι άλλο και μπορώ να στο πω, δεν ντρέπομαι, αφού εσύ δεν ντρέπεσαι να μου πεις αυτό που αυτό που σου συμβαίνει που είναι πολύ ντροπιαστικό».
Θυμίζει πολύ ό,τι κάνουν οι stand-up comedians.
Μου αρέσει πολύ το stand-up comedy και έχω σκεφτεί να το κάνω. Μπορεί κάποιος να μην το φαντάζεται για μένα, από αυτά που κάνω και παίζω, αλλά το έχω σκεφτεί να το κάνω, γιατί μου αρέσει πάρα πολύ η λειτουργία του stand-up comedy. Απλά, δεν έχω την πειθαρχία προς το παρόν και ίσως και τα κότσια, γιατί θέλει πολλά κότσια. Δηλαδή, αυτό που λένε για την αποτυχία και το bombing, το ότι βγαίνω κάπου, δεν γελάνε και είμαι μόνος μου και έχω άλλα 40 λεπτά μπροστά μου, μου φαίνεται πως δεν έχω ακούσει κάτι άλλο πιο εφιαλτικό από αυτό.
Παρ’ όλα αυτά, είναι κάτι που μου αρέσει πάρα πολύ να παρακολουθώ, αλλά μου αρέσει αυτού του είδους το stand-up comedy. Όχι τόσο το ατάκα – ατάκα – αστειάκι, ανεκδοτάκια. Μου αρέσει αυτό που είναι πιο υπαρξιακό, που λέει πράγματα, που σου μιλάει για πολύ σοβαρά πράγματα και κοινωνικά και ψυχολογικά.
Κεντρικός χαρακτήρας της παράστασης είναι η Αγάπη (Χριστίνα Χειλά-Φαμέλη). Στην έναρξη του έργου, βρίσκεται στην εντατική, δεν ξέρουμε γιατί, και σηκώνεται από το κρεβάτι της, από το παλμογράφο της, από το οξυγόνο της, και μας λέει την ιστορία της ζωής, πώς έφτασε εκεί εν είδει stand-up comedy.
Και οι δύο άλλοι ηθοποιοί (ο Μιχάλης Τιτόπουλος και η Φωτεινή Αθερίδου) ενσαρκώνουν όλους τους χαρακτήρες της ζωής της. Από τους γονείς της, τους εραστές της, τους φίλους της, την ψυχίατρό της, όλα τα κεντρικά πρόσωπα της ζωής της. Και μπαίνει σε μία ξέφρενη διαδρομή που έχει πολλή πλάκα, δηλαδή στην πρόβα που πέφτουμε κάτω, είναι φορές που σταματάμε και λέμε θα κατουρηθώ. Το οποίο είναι πολύ ανακουφιστικό για μένα, επειδή συνήθως κάνω αρκετά βαριά πράγματα και μου δίνει και την ευκαιρία να εκτονώσω και εγώ μια τρέλα που έχω μέσα μου σ’ αυτά που ζητάω από τους άλλους να κάνουν και απολαμβάνοντας αυτά που κάνουν.
Να σε γυρίσω λίγο στο ΡΙΦΙΦΙ; Αν δεν είναι σειρά ληστείας, τότε τι είναι;
Το ΡΙΦΙΦΙ είναι cross genre έργο. Δεν είναι ενός είδους. Είναι ληστείας, είναι δράμα, είναι κωμωδία, με πολύ κοινωνικό σχόλιο. Έχει πάρα πολλά τμήματα ψυχολογικού δράματος για τους χαρακτήρες. Κάποιους χαρακτήρες ειδικά, όπως ας πούμε αυτός της Ευαγγελίας (σ.σ. Μουμούρη), που κουβαλάει πολύ το δραματικό βάρος σε μεγάλο βαθμό.
Αλλά και όλοι οι χαρακτήρες έχουν κάτι που κουβαλάνε, κάτι κοινό. Αλλά ταυτόχρονα έχει και πολλά κωμικά στοιχεία, το οποίο για μένα είναι τρομερά ανακουφιστικό και πάντα θεωρώ ότι κάνει πιο πλούσιο το έργο και το αποτέλεσμα.
Γιατί το χιούμορ ανοίγει τον θεατή, ανοίγει χώρο για να περάσει το δράμα πιο αβίαστα και όχι απλά να βάζεις βιολιά και να είναι όλα δραματικά 24/7 και να μιλάνε όλοι πιο αργά. Αυτό μου άρεσε στο ΡΙΦΙΦΙ και το είδα να λειτουργεί και στο αποτέλεσμα και είμαι πολύ χαρούμενος για αυτό, και δεν είμαι συχνά χαρούμενος από αυτά που βλέπω που κάνω. Όχι επειδή δεν είναι καλά, αναγκαστικά, απλά επειδή εγώ κάπως τα βλέπω αυστηρά και κάπως ζορίζομαι.
Παρατηρώ ότι με κάθε ευκαιρία φέρνεις τη συζήτηση στη δύναμη του χιούμορ και της κωμωδίας γενικά. Από τη μία η παράσταση, που όπως λες είναι μέσα στην τρέλα και από την άλλη τα κωμικά στοιχεία του ΡΙΦΙΦΙ που σου δίνουν τις ανάσες που χρειάζεσαι, τελικά πού βρίσκεσαι;
Βρίσκομαι και στα δύο, γιατί δεν υπάρχει ένα. Δηλαδή είναι δυνατόν, είναι η ζωή ένα; Νιώθω ότι δεν υπάρχει αυτό στη ζωή, δεν είναι πραγματικό.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι έργο τέχνης. Δηλαδή, μπορεί να υπάρχουν σκηνοθέτες που κάνουν πράγματα που είναι φουλ δραματικά και να έχουν τρομερό βάθος μέσα σε αυτό. Αλλά σε γενικές γραμμές, εμένα το μόνο ένα πράγμα, μόνο σοβαρά πχ, με πετάει έξω. Δηλαδή δεν το πιστεύω, δεν με αγγίζει. Κάπως με κλείνει. Με κάνει θεατή αυστηρά και όχι συμμέτοχο σε αυτό το πράγμα, δεν με «παίρνει».
Μ’ αρέσει πολύ να υπάρχουν ανάσες και μ’ αρέσει και σαν ηθοποιός στη λειτουργία τη δικιά μου να μπορώ να τις βάλω. Και στον χαρακτήρα που υποδύομαι στο ΡΙΦΙΦΙ μου δόθηκε η ευκαιρία να έχω δυο τρεις αστείες ατάκες και ήταν τεράστια ανάσα για μένα. Και τις έκανα με απόλυτη σοβαρότητα. Ποτέ δεν έπαιξα τον αστείο, γιατί ακριβώς ο χαρακτήρας μου είναι λίγο καταθλιπτικός, οπότε εδώ είναι μία ευκαιρία να έχω κάτι πιο deadpan, το οποίο με ενδιέφερε και μου αρέσει πολύ. Γελάω με τους ανθρώπους που είναι έτσι.
Στη ζωή σου ποιες είναι οι ανάσες σου;
Οι ανάσες μου είναι τα ταξίδια στο μεγαλύτερο βαθμό. Τα ταξίδια είναι η αγαπημένη μου δραστηριότητα γενικά. Με ρωτάνε για χόμπι και δεν ξέρω τι να απαντήσω. Δεν έχω ιδέα, δεν ξέρω τι να πω. Μ’ αρέσει να ταξιδεύω πάρα πολύ στον ελεύθερο μου χρόνο και πάντα μάζευα χρήματα για να ταξιδεύω. Αυτό μ’ αρέσει να κάνω. Έχω βρει έναν άνθρωπο με τον οποίο ταιριάζω πάρα πολύ για να το κάνω αυτό και που περνάμε φανταστικά όποτε το κάνουμε. Δηλαδή περνάνε τα χρόνια και αναζητάμε συνέχεια το πού θα πάμε μετά.
Μου αρέσει επίσης να ανεβαίνω στο βουνό, να βρίσκω μονοπάτια που τρελαίνομαι να περπατάω, αλλά δυστυχώς δεν πειθαρχώ πολύ μέσα στους χειμώνες να βρίσκω τον χρόνο να το κάνω. Δυσκολεύομαι λίγο να βγω από τον κυλιόμενο διάδρομο και να κάνω αυτό το βήμα.
Και μετά πιο μικρά πράγματα. Να μυρίζω τα μαλλιά του γιου μου, αυτό είναι για μένα φοβερό διάλειμμα και ανάσα.
Ψάχνοντας να βρω κάτι να γράψω εν είδει επιλόγου και αφού ανταλλάξαμε ιδέες για το επόμενο ταξίδι, έπεσα πάνω στη συνέντευξη του Προμηθέα Αλειφερόπουλου που είχε δώσει στο Oneman και τη Μία Κόλλια έναν χρόνο, παρά κάτι ημέρες, πριν.
Οπότε Προμηθέα, τα λέμε του χρόνου!
Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.