Alghozy / Unsplash
ΕΠΙΣΤΗΜΗ

Γιατί κάποιοι άνθρωποι δεν αντέχουν δευτερόλεπτο να είναι μόνοι;

Πώς τα πας με την πάρτη σου; Τα βρίσκετε; Ας δούμε τι λέει η επιστήμη για όσους δεν αντέχουν ούτε δευτερόλεπτο με τον εαυτό τους.

Συνηθίζω να λέω ότι θα ήθελα πολύ να κάνω κολύμβηση (aka ιδανική λύση για τα πολλά μυοσκελετικά θέματα που έχω), επειδή όμως, τις περισσότερες ώρες της ημέρας είμαι μόνη, δεν θέλω να γυμνάζομαι παρέα με πλακάκια, αλλά με ανθρώπους.

Αν με ρωτήσεις για τη μοναξιά, θα σου πω ότι είναι επιλογή. Την προτιμώ από εμπειρίες που μπορούν να διαταράξουν τη ψυχολογία μου, συνθήκη στην οποία ζούσα στα πρώτα 30 χρόνια της ζωής μου, non stop.

Δεν αμφισβητώ ότι τελευταία μπορεί και να έχω φτάσει στην υπερβολή, προτιμώντας την ξεκούραση (και δη του μυαλού μου) τα σαββατοκύριακα, από οτιδήποτε άλλο. Ακόμα και αν πρόκειται για ανθρώπους που αγαπώ πολύ και πραγματικά θέλω να τους δω.

Ωστόσο, αν με πάρουν μετά τη 1 το μεσημέρι νιώθω πως δεν έχω ενέργεια ούτε να σκεφτώ πως θα σηκωθώ από τον καναπέ, θα κάνω μπάνιο και θα ετοιμαστώ για έξοδο. Άσε που έχω να κάνω και τις προετοιμασίες μου, για την εβδομάδα που αρχίζει.

Κάπως έτσι, αισθάνομαι ότι φλερτάρω με την μοναχικότητα, δηλαδή το χειρότερο που μπορώ να κάνω για την υγεία μου, καθώς μελέτες ενημερώνουν ότι έχει τις συνέπειες του καπνίσματος στον οργανισμό μας, όσο μεγαλώνουμε.

Μπορείς να μείνεις πέντε λεπτά μόνος/η;

Όλα αυτά στα λέω για να καταλάβεις ότι όλοι έχουμε τα θέματα μας. Δεν κρίνω. Αυτό που προσπαθώ να κάνω είναι να εξηγώ, με τη βοήθεια της δουλειάς που έχω κάνει με τη ψυχοθεραπεύτρια μου σε ό,τι αφορά εμένα και δεδομένων που προκύπτουν από επιστημονικές έρευνες, σε ό,τι αφορά όλους τους άλλους και δη φαινόμενα που δεν έχω ζήσει.

Για παράδειγμα, δεν καταλαβαίνω πώς υπάρχουν άνθρωποι που δεν αντέχουν να είναι μόνοι ούτε πέντε λεπτά. Μου είχε κάνει τρομακτική εντύπωση συνάδελφος που ακόμα και όταν σταματούσε στο κόκκινο φανάρι, έπιανε αμέσως το κινητό του.

Δεν υπήρχε δευτερόλεπτο της ημέρας που να ερχόταν σε επαφή με τον εαυτό του. Σαν να μην τον άντεχε. Μετά, ήρθε η καραντίνα και πραγματικά απορούσα πώς θα επιβιώσει.

Υποθέτω πως συνέχισε να κάνει ό,τι έκανε πάντα: να ασχολείται με άλλους και να επιλέγει συντρόφους για να μην είναι μόνος. Όχι γιατί αυτός ο άνθρωπος τον κάλυπτε στο ελάχιστο.

Ξαναλέω: δεν κρίνω. Δεν θα τολμούσα άλλωστε, αφού έχω πιάσει το αντίθετο άκρο, με το υγιές είναι πάντα κάπου στη μέση.

Προσπαθώ όμως, να καταλάβω. Ιδού λοιπόν, τι έχουν καταθέσει οι νευροεπιστήμονες και οι ψυχολόγοι για όσους δεν αντέχουν να είναι μόνοι.

Όλα είναι στο μυαλό – κυριολεκτικά

Για αρχή, οι επιστήμονες αντιμετωπίζουν τη μοναξιά όχι ως επιλογή, αλλά ως ένα βιολογικό σύστημα συναγερμού που έχει σχεδιαστεί για να μας ειδοποιεί όταν οι κοινωνικές μας συνδέσεις δεν ανταποκρίνονται σε αυτό που επιθυμούμε να επιβιώσουμε. Ωστόσο, αυτός ο συναγερμός χτυπάει πολύ πιο δυνατά και πιο επώδυνα για ορισμένους τύπους ανθρώπων.

Nευροεπιστήμονες ανακάλυψαν πως τα άτομα που δεν μπορούν να είναι με τον εαυτό τους, ενδεχομένως να έχουν ένα αλλοιωμένο νευρολογικό πρότυπο επεξεργασίας που ονομάζεται «κοινωνική υπερ-επαγρύπνηση»: όταν μένουν μόνοι, ο εγκέφαλος τους μπαίνει σε κατάσταση επιβίωσης, ασυνείδητα νιώθουν ότι το περιβάλλον γύρω τους είναι μη ασφαλές και εχθρικό. Η εσωτερική νευρικότητα που νιώθουν, εκδηλώνεται ως έντονο άγχος.

Η επιστήμη έχει δείξει και ότι η έλλειψη παρέας ενεργοποιεί σε κάποιους ανθρώπους τα κυκλώματα του εγκεφάλου που ανάβουν, όταν πεινάμε ή διψάμε. Αντί όμως, για φαγητό ή νερό, ο δικός τους οργανισμός λαχταράει έντονα παρέα και μέσω αυτού αποκαθίσταται η νευροχημική στέρηση.

Ο παράγοντας «νευρωτισμός»

Μελέτη ψυχολόγων που δημοσιεύτηκε φέτος ενημέρωσε ότι οι άνθρωποι που δυσκολεύονται περισσότερο να μείνουν μόνοι, συνήθως εμφανίζουν υψηλά ποσοστά νευρωτισμού (συναισθηματική αστάθεια, υψηλή ευαισθησία στο στρες και τάση να βιώνουν αρνητικά συναισθήματα) και χαμηλή εξωστρέφεια. Δηλαδή, το νευρικό τους σύστημα αντιδρά πολύ πιο έντονα στο στρες και τις αρνητικές σκέψεις.

Ένας εξωστρεφής ή πιο σταθερός χαρακτήρας αντιμετωπίζει τη μοναξιά ως κάτι προσωρινό, εκείνοι την ερμηνεύουν ως μόνιμη προσωπική αποτυχία. Στο μυαλό του κυριαρχούν σκέψεις του τύπου «είμαι μόνος/η , επειδή δεν αξίζω».

Ο παράγοντας «αυτοπεποίθηση»

Στο επίκεντρο της αναπτυξιακής ψυχολογίας και της νευροβιολογίας του δεσμού βρίσκεται το «βλέμμα αγάπης» των πρώτων φροντιστών της ζωής μας. Χαρακτηριστικά, ο διάσημος ψυχαναλυτής Donald Winnicott είχε γράψει το εξής: «Τι βλέπει το μωρό όταν κοιτάζει το πρόσωπο της μητέρας του; Βλέπει τον εαυτό του».

Αν λοιπόν, πήραμε το βλέμμα αγάπης, το έχουμε μέσα μας εγγεγραμμένο κι έτσι δεν χρειαζόμαστε βλέμματα άλλων να ορίζουν τις ανάγκες μας, όταν μεγαλώνουμε.

Αν το βλέμμα του πρωταρχικού φροντιστή μας ήταν άδειο, αδιάφορο, επικριτικό ή παγωμένο (πχ αν είχε κατάθλιψη), το νευρικό μας σύστημα δεν έμαθε να «διαβάζει”την ηρεμία και την ασφάλεια σε αυτό και να ηρεμεί, με συνέπεια να παραμένει σε κατάσταση μόνιμου στρες.

Η «Θεωρία του Δεσμού» του John Bowlby αναφέρει ότι τα παιδιά που στερήθηκαν αυτή τη συναισθηματική διαθεσιμότητα, αποκτούν αγχώδη τύπο δεσμού. Για παράδειγμα, ως ενήλικες έχουν πάντα τον φόβο πως θα εγκαταλειφθούν κι έτσι η μοναξιά δεν είναι χρόνος με τον εαυτό τους, αλλά υπαρξιακή απειλή.

Αν ένα άτομο δεν έχει εγγεγραμμένο μέσα του, το βλέμμα της αγάπης δεν μπορεί να ορίσει το ίδιο την αξία του. Έτσι, χρειάζεται τα βλέμματα άλλων, που λειτουργούν ως επικύρωση. Επίσης, επειδή έχει μάθει να διαβάζει διαρκώς τις προθέσεις του απρόβλεπτου γονιού ώστε να επιβιώσει, δεν ξέρει τις δικές του ανάγκες, που μοιραία ορίζονται από αυτές των άλλων, είτε πρόκειται για σχέση, είτε για εργασία.

Η μοναξιά λοιπόν, οδηγεί σε αυτομαστίγωμα που καταλήγει στην ανασφάλεια, από την οποία μπορεί να σώσει αυτούς τους ανθρώπους μόνο κάποιος άλλος. Μέχρι φυσικά, να κάνουν τη δουλειά που χρειάζεται και να μάθουν να σώζουν οι ίδιοι τον εαυτό τους.

Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.

Exit mobile version