ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Αναστάσης Ροϊλός, Μιχάλης Βαλάσογλου και Βασίλης Μηλιώνης μιλούν για το Μπαμπά, σ’ αγαπώ

Συναντήσαμε τους τρεις πρωταγωνιστές της νέας σειράς του Alpha, λίγο πριν την πρεμιέρα της, την Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου με διπλό επεισόδιο.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ALPHA TV

Το ξεκινήσαμε ανάποδα. Και οι τρεις, όταν έγινε η συνέντευξη πριν από κάποιο καιρό, έπαιζαν στο θέατρο – και γράφω έπαιζαν γιατί η παράσταση που πρωταγωνιστούσε ο Μιχάλης Βαλάσογλου, Στην Εξοχή του Martin Crimp, σε σκηνοθεσία της Αικατερίνης Παπαγεωργίου στο Θέατρο Αποθήκη, μόλις κατέβηκε. «Είναι ένα έργο σκληρό, βαθιά ανθρώπινο, που ανοίγει πολλές και σημαντικές θεματικές. Μιλά για ζητήματα τάξης και φύλου, για τον εγκλωβισμό και την πίεση που ασκούν οι κοινωνικοί μας ρόλοι, αλλά πάνω απ’ όλα για την ανθρώπινη ανάγκη για επικοινωνία και σύνδεση».

Ο Αναστάσης Ροϊλός, με τη σειρά του, συμπρωταγωνιστεί με την Φιλαρέτη Κομνηνού στο Θέατρο Άνεσις, στο Misery του Stephen King σε σκηνοθεσία Έλενας Καρακούλη. «Φέτος είναι η πρώτη φορά που κάνω για την τηλεόραση κάτι μη δραματικό, κωμωδία λένε κάποιοι, θα δούμε, κομεντί λέμε σίγουρα για να είμαστε μέσα. Και θρίλερ στο θέατρο. Ο Stephen King μου αρέσει γενικά –Λάμψη,  Misery, Carrie, Αυτό, Secret Window, Πράσινο Μίλι και Stand by Me– είναι αγαπημένες ταινίες και πολύ χαρακτηριστικές της εφηβείας μου».

Ο Βασίλης Μηλιώνης, από την άλλη, παίζει σε μιούζικαλ, στο Hotel Amour του Γεράσιμου Ευαγγελάτου και του Θέμη Καραμουρατίδη σε σκηνοθεσία Σμαράγδας Καρύδη στο Θέατρο Ακροπόλ. «Κάθε Δευτέρα ζω αυτή την παράσταση σαν ένα μεγάλο πάρτι. Είναι η δεύτερη φορά που κάνω μιούζικαλ και η εµπειρία είναι τρομερή. Είναι ένα πολύ σύνθετο είδος θεάτρου, που εµπεριέχει όλα τα µέσα κι αυτό είναι κάτι που σαν ηθοποιό µε εξιτάρει». Παράλληλα, τον βλέπουμε και στο Porto Leone – Στη γειτονιά με τα κόκκινα φανάρια στον Alpha, στον ρόλο του Γρηγόρη Βούλγαρη, του νεαρού γιου της επιφανούς αστικής οικογένειας του Πειραιά. 

Στην ίδια συχνότητα, θα βρεθεί προσεχώς με τον Αναστάση και τον Μιχάλη. Οι τρεις τους είναι οι πρωταγωνιστές της νέας σειράς του Alpha, της οικογενειακής κομεντί, Μπαμπά, σ’ αγαπώ, που έγραψε ο Γιώργος Φειδάς και σκηνοθέτησε ο Νίκος Κρητικός και κάνει πρεμιέρα την προσεχή Πέμπτη (5/2) με την προβολή των δύο πρώτων από τα συνολικά 60 επεισόδια.

Η πρόταση που δεν μπόρεσαν να αρνηθούν 

«Τον περασμένο Φεβρουάριο, ήμουν σε ένα ξενοδοχείο στο χιονισμένο Μπρούκλιν των ΗΠΑ με 40 πυρετό και διάβαζα επεισόδια του Μπαμπά, σ’ αγαπώ», θυμάται ο Αναστάσης και συνεχίζει: «Το πιο σημαντικό για τη συμμετοχή μου στη σειρά ήταν η πρώτη συνάντησή μας με τον σκηνοθέτη, τον σεναριογράφο και τον παραγωγό. Γνώρισα τον Νίκο Κρητικό που εκτίμησα αμέσως για την ευγένεια και τη σοβαρότητά του απέναντι στη δουλειά. Μιλήσαμε για τα χρόνια του στη Ρωσία, τον Γκροτόφσκι και τον Σουζούκι. Τον Γιώργο Φειδά που είχε δει σχεδόν όλες μου τις παραστάσεις απ’ όταν ήρθα στην Αθήνα, πράγμα εξαιρετικά τιμητικό για έναν ηθοποιό και τέλος, τον Βασίλη Διαμαντίδη που από την πρώτη στιγμή κατάλαβα ότι αγαπάει το συγκεκριμένο project με όλη του καρδιά και θα το στηρίξει με όλες του τις δυνάμεις. 


Σχεδόν ένα χρόνο μετά και έχοντας γυρίσει κάτι παραπάνω από τα μισά επεισόδια μπορώ να πω ότι είναι από τα πιο σωστά ναι που έχω πει και από τα πιο fun γυρίσματα που έχω κάνει. Ελπίζω ο κόσμος να το αγαπήσει όσο το αγαπήσαμε κι εμείς». 

Ο καθένας έχει να διηγηθεί τη δική του ιστορία για το πώς ξεκίνησαν όλα ή καλύτερα, για το τι του κέντρισε το ενδιαφέρον στη σειρά. 

«Εµένα η πρόταση ήρθε και µε συνάντησε κάπως τυχαία, μόλις είχα τελειώσει τα γυρίσματα για το Porto Leone και χτύπησε το τηλέφωνο µου για ένα δοκιµαστικό, από την Ανζελίκα Καψαµπέλη, την κάστινγκ director της σειράς. Μου φάνηκε ενδιαφέρον, αλλά ολοκληρώθηκε µέσα µου όταν άκουσα και όλο το πλαίσιο, τους εξαιρετικούς συνεργάτες που θα είχα την τύχη ή να ξαναϋπάρξω (βλέπε Αναστάσης) ή να γνωρίσω για πρώτη φορά καθώς τους εκτιµούσα για τη δουλειά τους ανέκαθεν. 

Ο Νίκος στο τιμόνι, ο Γιώργος στο σενάριο, εξαιρετικοί ηθοποιοί που ήδη έχω θαυμάσει στο θέατρο, µια υπέροχη φωτογραφία, µια προσεγμένη παραγωγή, και τέλος, αυτά τα μικρά πλάσματα που, εντάξει το έκαναν όλο και πιο εύκολο στ’ αλήθεια. Ειδικά όταν κάναμε και τις πρώτες µας συναντήσεις ήμουν σίγουρος πια ότι όλα θα είναι εκεί που πρέπει και όπως πρέπει. Μετά απλώς ανυπομονούσα να ξεκινήσουμε».

Και ξεκίνησαν.

Οι τρεις μπαμπάδες

Η υπόθεση του Μπαμπά, σ’ αγαπώ περιστρέφεται γύρω από -τι άλλο;- τρεις μπαμπάδες, που συναντιούνται κάθε πρωί στην είσοδο του νηπιαγωγείου όπου αφήνουν τα παιδιά τους. 

Ο Αναστάσης είναι ο Δημήτρης, που έγινε πατέρας από τη μια στιγμή στην άλλη, όταν μια πρώην του άφησε ξαφνικά στο κατώφλι του τον 5χρονο γιο τους, Βίκτωρα. «Ο Δημήτρης πιστεύει ότι είναι ο τελευταίος των “πιο-ικανών” κι εγώ περνάω πολύ ωραία με την αλαζονεία του. Η πατρότητα είναι το καλύτερο πράγμα που του έχει συμβεί, αλλά θα το καταλάβει σιγά σιγά». 

Ο Μιχάλης είναι ο Νίκος. «Είναι ένας απλός, καθημερινός άνθρωπος, που τρέχει μια μικρή επιχείρηση και αγωνίζεται να προσφέρει το καλύτερο που μπορεί στους δικούς του. Έχει δύο παιδιά με την εν διαστάσει σύζυγό του, τη Βιργινία και έχει ξεκινήσει μια καινούρια οικογένεια με τη νέα του σύντροφο, τη Στέλλα. Είναι συνετός, αν και δεν παίρνει τίποτα πολύ στα σοβαρά, γλυκός, κάπως οξύθυμος, πολύ καλός φίλος, αλλά ως σύντροφος όχι ακριβώς ο άνθρωπος που μπορείς να βασιστείς. 

Το μεγάλο του μειονέκτημα είναι ότι θέλει να τους έχει όλους χαρούμενους, εγχείρημα εκ των πραγμάτων καταδικασμένο. Η μεγάλη του αδυναμία είναι τα παιδιά, θα έκανε τα πάντα γι’ αυτά».

Ο Βασίλης είναι ο Ηρακλής, που έχει χάσει τη γυναίκα του. «Ένας νέος, οµολογουµένως πολύ νέος πατέρας, όπου η ζωή τον έφερε από πολύ νωρίς αντιµέτωπο µε πολλά πράγµατα που τον µεγάλωσαν απότοµα. Το σηµαντικότερο στοιχείο που εγώ κρατάω και προσπαθώ να το διαφυλάσσω σε όλη την διάρκεια της αφήγησης, είναι το ότι αυτός ο άνθρωπος έχει µια φυσική ροπή προς τη ζωή. Η ζωή είναι µία και πρέπει να τη ζήσεις. Καµιά φορά τη ζεις και για αυτούς που έφυγαν. Και για τον Ηρακλή αυτοί που έφυγαν ήταν πολλοί και στην πραγµατικότητα δεν έφυγαν ποτέ. Τους κουβαλάει µέσα του και ζουν µαζί του. 

Με τον γιο του, τον Στέλιο µεγαλώνουν παρέα και ο τρόπος που τον αγαπάει και τον προστατεύει είναι µοναδικός. Μπορεί όχι κοινά αποδεκτός µε τους κλισέ όρους. Υπερασπίζεται συνεχώς -και αυτό είναι που µου αρέσει σε αυτόν- ότι η αγάπη δεν είναι κάτι αποστειρωµένο και γεµάτο περιορισµούς και κανόνες, αλλά µια έννοια µε µεγαλύτερο εύρος από αυτό που πιθανώς καταλαβαίνουµε. Η αγάπη του είναι άνευ όρων, είναι αυθεντική και προς όλες τις κατευθύνσεις. Βρίσκει την αγάπη ακόµη και σε αυτούς που τον αδικούν». 

Η γνωριμία των τριών στην πόρτα του σχολείου εξελίσσεται σε φιλία. Μέρα με τη μέρα, αρχίζουν να δένονται όλο και περισσότερο, να στηρίζουν ο ένας τον άλλον στη καθημερινή περιπέτεια της γονεϊκότητας, να συγκρούονται, να αγαπιούνται, να ζουν το καλύτερο και το χειρότερο μαζί. «Είναι τρεις διαφορετικοί χαρακτήρες», αναφέρει ο Μιχάλης και ο Αναστάσης συμπληρώνει: «Όπως και στη ζωή όμως -ή στον στρατό για όσους το έχουν ζήσει-, έτσι και στη σειρά, οι συνθήκες μπορούν να φέρουν κοντά τους πιο διαφορετικούς ανθρώπους και να δημιουργήσουν σχέσεις ζωής». 

«Το επάγγελμα του καθενός, οι συνήθειες τους, οι ιδιοσυγκρασίες τους, η καθημερινότητα, η οικογενειακή τους κατάσταση, όλα συνθέτουν μια ετερόκλητη και ιδιόρρυθμη παρέα. Ωστόσο, παρά τις αντιστάσεις τους και τα εμπόδια που συναντούν, εμπιστεύονται ο ένας τον άλλον και τολμούν να συνδεθούν περισσότερο μέσα από τις ελλείψεις και τις αδυναμίες τους, παρά από το τι έχουν να προσφέρουν σε υλικό επίπεδο», συνεχίζει ο Μιχάλης.

Για τον Βασίλη, οι τρεις ήρωες είναι «αυθεντικοί. Είναι αυτοί που είναι. Δεν προσποιούνται, δεν καμώνονται τίποτα. Καταφέρνουν να βρουν ο ένας στον άλλον έναν αληθινό εαυτό». 


Τους ρωτώ ποιον από τους τρεις θα ήθελαν να έχουν πατέρα και ποιον φίλο. «Τον Ηρακλή θα ήθελα για µπαµπά, αν µπορούµε να πούµε τον δικό µας χαρακτήρα, αλλά αν δεν µπορούµε, τον Νίκο, για ευνόητους λόγους», απαντά ο Βασίλης. «Και για φίλο τον Δημήτρη ασυζητητί, γιατί θα ζουσα τρελές περιπέτειες μαζί του». 

Ο Αναστάσης θα επέλεγε «έναν συνδυασμό των τριών για μπαμπά», ενώ για φίλο ούτε τον ήρωά του, τον Δημήτρη αλλά ούτε και εκείνον του Βασίλη, τον Ηρακλή για φίλο του. «Ο πρώτος θα με τραβούσε κάθε μέρα σε μπαρ και ΠΣΚ στα μπουζούκια και ο δεύτερος σχεδόν κάθε μέρα σε πάρτι. Ο Νίκος είναι ο άνθρωπός μου, μία βόλτα την Κυριακή και μετά σπίτι». Γελάνε και περιμένουν να ακούσουν την απάντηση του Μιχάλη. «Δεν μπορώ να διαλέξω. Και οι τρεις έχουν ποιότητες πολύ γοητευτικές τόσο ως μπαμπάδες όσο και ως φίλοι. Ο Ηρακλής είναι τόσο easy-going και τρυφερός μέσα στην ανεμελιά του, ο Δημήτρης απίστευτα ικανός σε ορισμένους τομείς και απολαυστικά αδαής σε άλλους και ο Νίκος μοιάζει μεν ο πιο υπεύθυνος από τους τρεις, αλλά ώρες ώρες ο παρορμητισμός του φέρνει μόνο προβλήματα». 

Θοδωρής Μαρουλάκης, Ζωή Πυλιώτη, Ιάσονας Τσιώνης.

Τα παιδιά τους

Το να συμπρωταγωνιστούν με παιδιά είναι μία ξεχωριστή εμπειρία τόσο πάνω στη δουλειά αυτή καθ’ αυτή, την ώρα του γυρίσματος, όσο και σαν βίωμα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο επαναπροσδιορισμού όταν η ρουτίνα της δουλειάς τους παραλύει. 

«Το παιδί είναι δύναμη της φύσης, πρέπει να πας με τα νερά του. Σε καλεί σε μια συνεχή εγρήγορση, που ενίοτε είναι εξαιρετικά ενεργοβόρα, αλλά αναπόφευκτα με έναν τρόπο σε κάνει καλύτερο και ως άνθρωπο και ως ηθοποιό. Στο τέλος της μέρας, συνειδητοποιείς ότι το πιο σημαντικό είναι όλο αυτό να αποτελεί μια εμπειρία ευχάριστη για τα παιδιά», εξηγεί ο Μιχάλης. 

«Το γύρισμα είναι ένα πλαίσιο αυστηρό σε σχέση με χρόνους και συμπεριφορά, από την προετοιμασία στο σπίτι μέχρι την πειθαρχία στον χώρο του γυρίσματος. Ένα παιδί είναι μία δύσκολη συνθήκη για ευνόητους λόγους, κανείς δεν μπορεί να έχει τις απαιτήσεις που θα είχε από έναν επαγγελματία. Η σωστή συνεργασία λοιπόν σε μία τέτοια περίσταση απαιτεί από όλους τους ενήλικες στον χώρο να φτιάξουν ένα κατάλληλο περιβάλλον ώστε να μπορέσει να αποδώσει το παιδί, γιατί δεν μας νοιάζει απλώς να πει τα λόγια του. Δεν θέλουμε να νιώσει ότι δουλεύει, να στρεσαριστεί και χάσει την παιδικότητα και την αθωότητά του. Όπως μας λέει ο Κρητικός “πας με το παιδί”», υπογραμμίζει ο Αναστάσης για να φωτίσει μία ακόμα πλευρά αυτής της συνεργασίας ο Βασίλης: 

«Ο τρόπος που προσεγγίζουν τη στιγµή, η αγνότητα µε την οποία αντιµετωπίζουν το κάθε συναίσθηµα, η αφέλεια µε την οποία βουτάνε στα πράγµατα και ο αυθορµητισµός που τα διέπει είναι απελευθερωτικά. Δεν είναι τυχαίο που στις σπουδές µας στις δραµατικές σχολές, φέρνουµε τα παιδιά πολύ συχνά ως παράδειγµα. Με αυτόν τον τρόπο και µόνο πρέπει να αντιµετωπίζουµε τη δουλειά και για εµένα προσωπικά είναι µεγάλη η χαρά που µέσω αυτής της σειράς µπορώ να το δω και στην πράξη. Φυσικά και είναι δύσκολο σπορ, διότι δεν µιλάµε για επαγγελµατίες, οπότε όλα τα τεχνικά πράγµατα δεν είναι στον κώδικα τους ακόµα, αλλά σε κάθε περίπτωση, οι στιγµές που δηµιουργούν, το πώς σε αιφνιδιάζουν, το πώς σε συνεπαίρνουν είναι κάτι που θα κουβαλάω µαζί µου όσο µπορώ. Σαν βίωµα και σαν παράδειγµα επαναπροσδιορισµού όταν η ρουτίνα της δουλειάς µας παραλύει».

Η γονεϊκότητα ως επιλογή, όχι ως κοινωνική υποχρέωση

Όπως διευκρινίζει ο Μιχάλης, το Μπαμπά, σ’ αγαπώ είναι μία σειρά που ναι μεν βάζει την πατρότητα σε πρώτο πλάνο, το κάνει όμως κρατώντας αποστάσεις από την στερεοτυπική απεικόνιση αυτής και εν γένει, της οικογένειας. «Φυσικά, δεν απορρίπτουμε συλλήβδην καθετί “παραδοσιακό”. Πολλές από αυτές τις αξίες έχουν κάτι να δώσουν, όταν τις κοιτάξεις από διαφορετική γωνία, το οποίο και κάνουμε στην ιστορία μας, με όχημα το χιούμορ». 


«Η πατρότητα μόνη της, σε πρώτο πλάνο, είναι ένα θέμα κάπως αμελημένο, ίσως γιατί δεν έχει τόσες θετικές συνδηλώσεις όπως η μητρότητα ή γιατί την έχουμε συνηθίσει να ακολουθεί της μητρότητας σε ένα οικογενειακό, συνολικό δηλαδή επίπεδο. Το να κάνεις μία σειρά βάζοντας μπροστά την πατρότητα, και μάλιστα τη μονογονεϊκή συνθήκη και επιπλέον, προσπαθώντας να τη συνδέσεις εκ νέου με την ανθρωπιά και τη γλύκα είναι που κάνει τη διαφορά», έρχεται να προσθέσει ο Αναστάσης για να τονίσει ο Βασίλης: 

«Είναι σημαντικό όχι απαραίτητα να “ακουστεί η πλευρά του πατέρα” µε την κλισέ έννοια, αλλά να καταφέρουμε κάπως να επαναπροσδιορίσουμε τον τρόπο που υπάρχει αυτό το στοιχείο στις ζωές όλων µας. Να δείξουμε µε έναν τρόπο πως όλοι οι άνθρωποι, ανεξαρτήτως φύλου, ιδιότητας, στάτους, µπορούν και επιβάλλεται να είναι ευάλωτοι, να σπάνε, να έχουν τρωτά σημεία, ή τουλάχιστον να υπάρχει το κοινωνικό περιθώριο να εκφράσουν αυτή την ευαλωτότητα τους. Γιατί απλά είναι OK να το κάνουν. 

Συνεχώς στις ζωές µας, και δη στην σύγχρονη κοινωνία καλούµαστε ως άντρες να υιοθετούμε τον ρόλο του σκληρού. Και ειδικά η φιγούρα του πατέρα διέπεται από αυτό το προσωπείο του “δυνατού” . Του “στηρίγματος”. Τι γίνεται όταν κάποιος άλλος πρέπει να γίνει στήριγμα για αυτούς; Η τρυφερότητα, είναι ο βασικός άξονας πάνω στον οποίο κινούνται όλες οι σχέσεις στη σειρά, και τα παιδιά είναι ο καλύτερος δίαυλος γι’ αυτήν. Οπότε όλα τα υλικά είναι εκεί. Σε πολλά σημεία της σειράς δανειζόμαστε αυτήν τους την αγνότητα και λειτουργούν πολλές φορές ως παράδειγμα για εμάς».

Λόγω της θεματικής της σειράς, είναι κάπως αναπόφευκτο να μην έρθουν αντιμέτωποι με την ερώτηση «αν θέλουν να κάνουν παιδιά». Αμήχανη, αδιάκριτη, καλοδεχούμενη; Πώς την αντιμετωπίζουν; «Καλοδεχούμενη», απαντά ο Μιχάλης. «Δεν βλέπω κάτι αμήχανο σε αυτό. Και για να απαντήσω, το να γίνω πατέρας δεν το αποκλείω, αλλά δεν μπορώ να το εννοήσω ανεξάρτητα από τη συντροφικότητα, που τη βάζω πρώτη». 

«Θα συμφωνήσω με τον Μιχάλη», λέει ο Βασίλης και συνεχίζει: «Ούτε εγώ έρχομαι σε αβολοσύνη. Απλά νομίζω ότι κοινωνικά πρέπει να βρούμε µια ισορροπία σε σχέση µε το πώς προσεγγίζουµε το θέμα. Το να είσαι γονιός είναι επιλογή και όχι κοινωνική υποχρέωση. Πολλές φορές κάποιος που δεν έχει παιδιά θεωρείται απλώς µια αποτυχημένη περίπτωση και αυτό είναι άδικο. Το μονοπάτι που ακολουθεί ο καθένας είναι μοναδικό και είναι απόλυτα εντάξει είτε είσαι γυναίκα, είτε άντρας, να µην επιλέγεις την γονεϊκότητα. Είναι αρκετά προσωπικό θέμα και µε προεκτάσεις που αγγίζουν χορδές τόσο ευαίσθητες που καλό θα ήταν, όσο µπορούµε να το αντιμετωπίζουμε µε φροντίδα». 

Ο Αναστάσης, από την άλλη, τη βρίσκει αδιάκριτη. «Ξέρεις τι, όσο καλοπροαίρετα κι αν γίνεται, πιστεύω είναι καλύτερα να αποφεύγεται, είτε σε γυναίκες είτε σε άντρες, για τον απλούστατο λόγο ότι μπορεί να δημιουργήσει πίεση. Καταλαβαίνουμε όλοι τι εννοώ, δεν ξέρεις ποτέ τι μάχη μπορεί να δίνει κάποιος ή τι προβλήματα μπορεί να αντιμετωπίζει στην προσωπική του ζωή».

***

Μπαμπά, σ’ αγαπώ 

Σενάριο: Γιώργος Φειδάς

Σκηνοθεσία: Νίκος Κρητικός

Παίζουν: Αναστάσης Ροϊλός, Μιχάλης Βαλάσογλου, Βασίλης Μηλιώνης, Ευσταθία Τσαπαρέλη, Θεόβη Στύλλου, Νάντια Κατσούρα, Λένα Μποζάκη, Πηνελόπη Μαρκοπούλου, Σπύρος Τσεκούρας, Ιωάννης Απέργης, Ελένη Σακκά, Γιώργης Παρταλίδης, Μορτ Κλωναράκη και η Δήμητρα Σιγάλα

Στο ρόλο του παππού Ευριπίδη, ο Δημήτρης Μαυρόπουλος.

Παίζουν τα παιδιά: Ιάσονας Τσιώνης, Ζωή Πυλιώτη, Θοδωρής Μαρουλάκης

Παραγωγή: Arcadia Media

Πρεμιέρα την Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου στις 21.00 με διπλό επεισόδιο στον Alpha. 

Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.