Γιατί βλέπουμε πολύ θέατρο, ενώ έχουμε διάσπαση προσοχής και κουραστήκαμε με τα sold out;
Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου, μιλήσαμε με ανθρώπους του θεάτρου -ηθοποιούς, συγγραφείς, σκηνοθέτες-, θεατές και μία ψυχοθεραπεύτρια για το πώς έχει αλλάξει ο τρόπος που βιώνεται η θεατρική εμπειρία στην εποχή του ατελείωτου scrolling, το πώς τα sold out δεν είναι πάντα ακριβώς αυτό που νομίζουμε -sold out-, αλλά και το πώς ο εθισμός μας στα social media έχει γίνει το πιο επιθετικό μάρκετινγκ στο ελληνικό θέατρο.
- 27 ΜΑΡ 2026
«Όπως λένε και οι πινακίδες στις αίθουσες τυχερών παιχνιδιών: “ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΠΑΡΩΝ ΓΙΑ ΝΑ ΚΕΡΔΙΣΕΙΣ”. Η εμπειρία που μοιραζόμαστε σε πραγματικό χρόνο μιας πράξης δημιουργίας, ακόμα κι αν έχει επενδυθεί μουσικά και σχεδιαστεί σκηνικά αλλά είναι πάντα διαφορετική, είναι οπωσδήποτε η προφανής δύναμη του θεάτρου. Από κοινωνικής και πολιτικής απόψεως, το θέατρο δεν ήταν ποτέ άλλοτε τόσο ζωτικής σημασίας για την κατανόηση του εαυτού μας και του κόσμου», γράφει μεταξύ άλλων στο μήνυμα του για την Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου (γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 27 Μαρτίου από το Διεθνές Ινστιτούτο Θεάτρου, που θεσμοθέτησε την ημέρα και επιλέγει ποιος θα γράψει το μήνυμα/κείμενο της κάθε χρονιάς), ο Willem Dafoe. Μπορεί να είναι γνωστός μέσα από τους κινηματογραφικούς του ρόλους, οι ρίζες του, ωστόσο, βρίσκονται βαθιά στο θέατρο.
«Από το 1977 έως το 2003 ήμουν μέλος του The Wooster Group, δημιουργώντας και ερμηνεύοντας πρωτότυπα έργα στο The Performing Garage της Νέας Υόρκης και περιοδεύοντας σε όλο τον κόσμο. Έχω επίσης συνεργαστεί με τους Richard Foreman, Robert Wilson και Romeo Castellucci. Τώρα, είμαι ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής της Μπιενάλε Θεάτρου της Βενετίας» – που να υπενθυμίσουμε ότι βράβευσε πρόσφατα τον Μάριο Μπανούσι με τον Αργυρό Λέοντα.
Και συνεχίζει να ξεδιπλώνει την σκέψη του, υπογραμμίζοντας αυτό που είναι μάλλον, βασικά όχι μάλλον, σίγουρα, ό,τι φθείρει και διαφθείρει το θέατρο σήμερα:
«Ο “ελέφαντας στο δωμάτιο” είναι οι νέες τεχνολογίες και τα κοινωνικά δίκτυα, που υπόσχονται σύνδεση, αλλά φαίνεται να έχουν κατακερματίσει και απομονώσει τους ανθρώπους. Χρησιμοποιώ τον υπολογιστή μου καθημερινά, αν και δεν διαθέτω προφίλ στα κοινωνικά δίκτυα, έχω αναζητήσει τον εαυτό μου στο Google ως ηθοποιό και έχω συμβουλευτεί την τεχνητή νοημοσύνη για πληροφορίες. Αλλά θα πρέπει να είναι κανείς τυφλός αν δεν μπορεί να αναγνωρίσει ότι η ανθρώπινη επαφή κινδυνεύει να αντικατασταθεί από σχέσεις με συσκευές. Ενώ ορισμένες τεχνολογίες είναι πολύ χρήσιμες, το πρόβλημα του να μην γνωρίζουμε ποιος βρίσκεται στην άλλη άκρη του κύκλου επικοινωνίας είναι βαθύ και συμβάλλει σε μια κρίση αλήθειας και πραγματικότητας. Ενώ το διαδίκτυο μπορεί να εγείρει ερωτήματα, πολύ σπάνια συλλαμβάνει την αίσθηση του θαυμασμού που προκαλεί το θέατρο. Έναν θαυμασμό που βασίζεται στην προσοχή, την εμπλοκή και τη δημιουργία μιας αυθόρμητης κοινότητας μεταξύ αυτών που είναι παρόντες σε έναν κύκλο δράσης και αντίδρασης.
Ως ηθοποιός και θεατρικός δημιουργός, εξακολουθώ να πιστεύω στη δύναμη του θεάτρου. Σε έναν κόσμο που φαίνεται να γίνεται όλο και πιο διχαστικός, χειραγωγικός και βίαιος, η πρόκληση για εμάς τους ανθρώπους του θεάτρου είναι να αποφύγουμε να φθείρουμε το θέατρο σε μια αποκλειστικά εμπορική επιχείρηση αφιερωμένη στην ψυχαγωγία μέσω της απόσπασης της προσοχής ή σε έναν στεγνό θεματοφύλακα των παραδόσεων, αλλά μάλλον να καλλιεργήσουμε τη δύναμή του να συνδέει ανθρώπους, κοινότητες, πολιτισμούς και πάνω απ’ όλα να αμφισβητεί το πού οδεύουμε».
Ο παράγοντας της πανδημίας και η επιστροφή στα (γεμάτα) θέατρα
Το θέατρο δείχνει τα τελευταία χρόνια, ειδικά μετά την πανδημία, να έχει κερδίσει και να συνεχίζει να κερδίζει όλο και περισσότερους θεατές, ακόμα και να γεμίζει σκηνές και παραστάσεις. Την ίδια στιγμή κινούμαστε με ολοένα και πιο γρήγορους ρυθμούς, καταναλώνουμε τα πάντα γρήγορα, ζούμε ψηφιακά και με διάσπαση προσοχής. Μία φίλη, που δεν είναι φαν του θεάτρου, μου είπε πρόσφατα ότι «το θέατρο έγινε μόδα στην Αθήνα» – πριν πέσετε να την φάτε, συνεχίστε να διαβάζετε.
«Η πανδημία ήταν ένα βίαιο φρένο που μας ανάγκασε να μείνουμε μέσα και να κοιτάζουμε τον τοίχο του σπιτιού μας. Μία το ταβάνι, μία το παράθυρο μπας και ονειρευτούμε κάτι έξω απ’ αυτόν τον μικρόκοσμο. Όταν βγήκαμε από τις καραντίνες και την υγειονομική κρίση, η δίψα για το ζωντανό θέαμα δεν ήταν απλώς μια επιθυμία για διασκέδαση, ήταν μια υπαρξιακή ανάγκη», αναφέρει ο Αργύρης Ξάφης, ηθοποιός και σκηνοθέτης, εκ των πρωταγωνιστών του Ιβάνοφ! σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά.
Η Άλκηστις Ζιρώ, που φέτος την βλέπουμε τόσο στα Ανεξάρτητα Κράτη των Αντώνη Τσιοτσιόπουλου και Γιώργου Παλούμπη στο Θέατρο Χώρα, όσο και στον Εχθρό του Λαού σε σκηνοθεσία Thomas Ostermeier στο Θέατρο Κνωσός, έρχεται να συμπληρώσει: «Η προσέλευση των θεατών στα θέατρα μετά την πανδημία ήταν συγκινητική. Μετά από μήνες φόβου και εγκλεισμού ο κόσμος είχε ανάγκη να συνδεθεί με κάτι ζωντανό, να βρεθεί σε αίθουσες με αγνώστους, να νιώσει ξανά ζωντανός, να πάρει τη ζωή και πάλι στα χέρια του, να επιστρέψει στις συνήθειες που είχε πριν την πανδημία και να χτίσει καινούριες».
Και το κάναμε. Μέχρι και πέρυσι -φέτος δεν είναι από τις καλύτερες χρονιές του ελληνικού θεάτρου παρά τα απανωτά sold out που ακούμε, βλέπουμε, διαβάζουμε-, γεμίζαμε τις πλατείες των θεάτρων, ακόμα και σε πιο indie παραστάσεις.
«Από ψυχική σκοπιά, το θέατρο λειτουργεί σαν ένα μικρό σύστημα σχέσεων όπου σε πραγματικό χρόνο ηθοποιοί και θεατές (σώματα, βλέμματα, αναπνοές, σιωπές) συν-διαμορφώνουν μια εμπειρία, μια σύνδεση που δεν αναπαράγεται σε επόμενη παράσταση, άρα μοναδική και πολύτιμη ακριβώς για αυτό, μια διεργασία που δεν μπορεί να προκύψει αντίστοιχα μέσα από την οθόνη. Συνεπώς, αυτή η στροφή στο θέατρο που παρατηρείται είναι υπό μια έννοια μια “ήπια αντίδραση” στην ψηφιακή απομόνωση, μια ανάγκη να με ξαναβρώ μέσα από την εμπειρία του “μαζί”», υπογραμμίζει η ψυχολόγος-ψυχοθεραπεύτρια Αλεξάνδρα Λύγγρη.
«Βλέπουμε σήμερα ότι ακόμα και στα σινεμά, που έχουν περάσει τόσο δύσκολα με την μετάβαση στις πλατφόρμες, ότι υπάρχουν ταινίες που ενώ δεν είναι τα χολιγουντιανά μπλοκμπάστερ, αλλά ταινίες ανεξάρτητες, art house, από Ευρωπαίους κινηματογραφιστές, να γεμίζουν τις σκοτεινές αίθουσες.
Όσο περισσότερο αρχίζει και απομονώνεται ο άνθρωπος στην ψηφιακή εποχή, τόσο περισσότερο θα έχει την ανάγκη της ζωντανής επαφής: να δει μία παράσταση και μία ταινία με τους φίλους του, τα καλοκαίρια να πάει σε συναυλίες και να χορέψει στα πανηγύρια, να ψυχαγωγηθεί και να διασκεδάσει μαζί. Είναι κάτι που το βλέπουμε να αυξάνεται όλο και πιο πολύ ως επιθυμία, ως ανάγκη», σημειώνει ο Γιώργος Παπαγεωργίου, ηθοποιός, σκηνοθέτης, που αυτή την περίοδο ανεβάζει το 1984 – Ο τελευταίος άνθρωπος στο Θέατρο Δίπυλον.
«Στην εποχή μας η προσοχή, η αφοσίωσή μας σε κάτι, είναι το πιο ακριβό νόμισμα και οι μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας παλεύουν να μας την κλέψουν κάθε δευτερόλεπτο. Για ένα βλέμμα παραπάνω έχουν στήσει ολόκληρους αλγοριθμικούς μηχανισμούς στα social media και ο καλύτερος κερδίζει. Το ψηφιακό περιβάλλον είναι σχεδιασμένο για να μας απομονώνει μέσα σε μια ψευδαίσθηση συνδεσιμότητας», αναφέρει ο Αργύρης Ξάφης και συνεχίζει:
«Το θέατρο, σε αυτόν τον κόσμο, λειτουργεί πια ως μια μορφή πνευματικής αποτοξίνωσης. Είναι ο μόνος χώρος όπου η μόνιμη πια διάσπαση προσοχής μας ηττάται κατά κράτος. Γιατί; Γιατί εκεί η εμπειρία είναι σωματική. Δεν μπορείς να κάνεις fast forward στον πόνο της αποκάλυψης του Οιδίποδα ή στη αναπόδραστη μοναξιά της Μάσα. Πρέπει να την υποστείς μαζί τους, σε πραγματικό χρόνο. Αυτό που βλέπουμε στις γεμάτες σκηνές είναι μια σιωπηλή επανάσταση των ανθρώπων που λένε “Θέλω να νιώσω κάτι αφιλτράριστο, έξω από την παλιοοθόνη που έχω εγκλωβιστεί”. Είναι η επιστροφή στο “μαζί”. Στο θέατρο δεν είσαι χρήστης, είσαι μάρτυρας. Κι αυτή η διαφορά είναι που γεμίζει -ειδικά με πιο νέο κοινό- τα θέατρα σήμερα».
Η Κατερίνα Πατσιάνη, ηθοποιός που παίζει στον Βυσσινόκηπο σε σκηνοθεσία Έκτορα Λυγίζου στο Εθνικό Θέατρο τονίζει το εξής: «Είναι ένα πολύ ωραίο σενάριο -και μπορεί σε μεγάλο βαθμό να είναι αληθινό- ότι μετατοπίζεται η ανάγκη των ανθρώπων της ψηφιακής εποχής σε κάτι πιο κοντά σε μια “μήτρα”, μια συλλογική ζωντανή εμπειρία, χωρίς φίλτρα, με την ενέργεια των σωμάτων που αφηγούνται μπροστά στα μάτια τους. Αυτό το πρωτογενές πάρε-δώσε του θεάτρου.
Από την άλλη πλευρά, όμως, δεν μπορώ να μην αναρωτηθώ τι σημαίνει αυτό το συνεχές κυνήγι των sold out και μάλιστα, όταν ξέρουμε ότι τα εισιτήρια πολλές φορές δεν ανταποκρίνονται σε αυτό (το sold out). Με κάνει να σκέφτομαι ότι κάτι χάνει το θέατρο».
Οι νέες θεατρικές συνήθειες, τα social media, η λαίλαπα των sold out
Όπως προανέφερε, μεταξύ άλλων, η ΆΆλκηστις Ζιρώ, ο κόσμος επέστρεψε μεν στις συνήθειες που είχε πριν την πανδημία, έχτισε δε καινούριες. Στις καινούργιες συνήθειες που αναπτύξαμε στο θέατρο -και τελικά όχι μόνο σε αυτό- είναι να κλείνουμε μήνες πριν εισιτήριο για την τάδε παράσταση, να παθαίνουμε FOMO μην χάσουμε την δείνα, να θέλουμε να «συλλάβουμε» τη στιγμή με την κάμερα του κινητού μας για να γίνει content στα social media.
«Μέχρι και την περσινή σεζόν, τα social media επηρέαζαν πάρα πολύ τις παραστάσεις που επέλεγα να δω», λέει η Στέλλα Παπαδοπούλου, που βλέπει συστηματικά -σχεδόν κάθε εβδομάδα- θέατρο, όχι τα τελευταία χρόνια, από πάντα.
«Ένιωθα έντονο FOMO μήπως χάσω την “παράσταση της χρονιάς” και κατέληγα να βλέπω ακόμα και τέσσερις παραστάσεις την εβδομάδα – με αποτέλεσμα φυσικά να χάνω τη μαγεία και την απόλαυση του θεάτρου. Βλέπω επίσης συχνά θεατές να πηγαίνουν σε παραστάσεις μόνο και μόνο επειδή είναι sold out, χωρίς να αναρωτιούνται αν τους αφορούν, με αποτέλεσμα να μετρούν αντίστροφα μέχρι να λήξει το βασανιστήριο. Το θέατρο πιστεύω ότι χρειάζεται κάτι απλό και ουσιαστικό: σεβασμό, παρουσία και την πρόθεση να αφεθείς».
«Η νέα πραγματικότητα που έχει εμφανιστεί είναι ότι συμπεριφερόμαστε πια στις παραστάσεις σαν ένα καινούργιο ζευγάρι παπούτσια, που επειδή τα έβγαλε η τάδε μάρκα, δεν πρέπει να χάσουμε το επόμενο σχέδιο που θα κυκλοφορήσει. Κι έτσι, ξαφνικά, γεμίζουν οι παραστάσεις μήνες πριν καν υπάρξουν», τονίζει ο Αργύρης Ξάφης και στην συζήτηση μπαίνει η Νεφέλη Μαϊστράλη, θεατρική συγγραφέας – το τελευταίο θεατρικό έργο που έγραψε είναι το Αθανασία που παίζεται στη σκηνή του Κατερίνα Βασιλάκου σε σκηνοθεσία Θανάση Ζερίτη.
«Όσα περισσότερα χρήματα έχει μια παραγωγή να προβάλλει την παράστασή της στα social media, τόσοι περισσότεροι άνθρωποι θα μάθουν γι’ αυτήν και πιθανόν, να αποφασίσουν να έρθουν να τη δουν. Παλιότερα, η τάση ήταν η προβολή στην τηλεόραση ή σε κάποια δημοφιλή περιοδικά. Αυτό θεωρούνταν το ασφαλέστερο και το πιο επιδραστικό. Στην τελική, το θέμα είναι να φτάσει το υλικό σου στον κόσμο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης λόγω του χαμηλού κόστους και της πληθώρας του κοινού που τα χρησιμοποιεί, είναι πλέον μονόδρομος».
Με τη σειρά του, ο Γιάννης Αποσκίτης, θεατρικός συγγραφέας και σκηνοθέτης, αναφέρει: «Η διαφήμιση πλέον είναι τόσο ισχυρή, που κάθε παράσταση, κάθε καλλιτέχνης και κάθε έργο λογοδοτεί στο “brand” του. Υπάρχει η παράσταση που είναι “κλασική”, που είναι “αιρετική”, που είναι “αινιγματική”, που είναι “ψαγμένη”. Παλεύουμε να χωρέσουμε σε καλούπια που μας φτιάχνουν οι διαφημιστές μας. Κι αυτό είναι πολύ ξενέρωτο, για όλους τους ανθρώπους που χρειάζονται να νιώθουν ελεύθεροι για να δημιουργήσουν».
Ο Γιάννης παρουσιάζει στο Θέατρο Νέου Κόσμου για δύο τελευταίες παραστάσεις την εβδομάδα που μας έρχεται τους Δημοκράτορες και όπως διευκρινίζει χαριτολογώντας «οι παραστάσεις μας δεν είναι sold out, ελάτε ή μην έρθετε».
Φέτος, η Στέλλα αποφάσισε να αλλάξει τακτική ως θεατής. «Δεν επιλέγω με βάση τον φόβο ότι θα χάσω κάτι, την sold παράσταση της χρονιάς, τη νέα παράσταση του τάδε σκηνοθέτη που επειδή η περσινή του πήγε σφαίρα, μάλλον το ίδιο θα συμβεί και με την φετινή. Επιλέγω με βάση το τι έχω πραγματικά ανάγκη να δω τη δεδομένη στιγμή. Πόσες φορές είχα κλείσει εισιτήρια μήνες πριν και όταν έφτανε η μέρα δεν ήμουν τελικά στο ίδιο “mood”. Πλέον, προτιμώ πιο αυθόρμητες επιλογές… καμιά φορά, ένα τηλεφώνημα στα εκδοτήρια κάνει θαύματα ακόμα και στις παραστάσεις που φαινομενικά είναι sold out».
Το «φαινομενικά» το κρατάμε, καθώς δεν είναι όλες οι sold out παραστάσεις, sold out στην πραγματικότητα – οι προσκλήσεις που προσφέρονται ειδικά τη φετινή σεζόν έχουν ξεπεράσει κάθε προηγούμενο και κάπως έτσι, βλέπουμε θέατρα να γεμίζουν ασφυκτικά.
Η λαίλαπα των sold out έχει κάνει το ελληνικό θέατρο να λειτουργεί ως ταχυφαγείο, για να μπορέσει να βιοποριστεί. «Αν κάτι έχει σίγουρα εκλείψει, ως ίδιον των καιρών, είναι η υπομονή ως προς το αποτέλεσμα -σημείων των καιρών της ψηφιακής εποχής που ζούμε και της ταχύτητας που καταναλώνουμε και παράγουμε περιεχόμενο. Η τάση είναι “τα φέρνεις, τα παίρνεις- εύκολα, γρήγορα και εντυπωσιακά. Ειδάλλως, μαύρο φίδι που σ’ έφαγε”. Κι αυτό -ειδικά σε μια Αθήνα που βρίθει παραστάσεων και ο κόσμος προσπαθεί να καταλάβει τι από όλα να δει- καταδικάζει τις παραστάσεις χωρίς επιθετικό marketing, στην ανυπαρξία».
«Βλέπουμε άπειρες παραστάσεις να προωθούνται μέσω TikTok και Instagram, παραγωγούς να επιλέγουν ηθοποιούς με βάση τους followers ως συνταγή επιτυχίας, αλλά όταν το κίνητρο είναι πώς να τα αρπάξεις, θα σου γυρίσει μπούμερανγκ», σημειώνει ο Γιώργος Παπαγεωργίου και συνεχίζει: «Πιστεύω ότι σήμερα πιο πολύ από κάθε άλλη χρονική στιγμή, το word of mouth είναι το πιο ισχυρό κίνητρο για να έρθει κάποιος στο θέατρο. Αυτή η ιδιαίτερη σχέση που αναπτύσσει το κοινό με τον δημιουργό και η οποία δεν ελέγχεται, δεν καθοδηγείται από εξωγενείς παράγοντες. Είναι το πιο δίκαιο και έντιμο εργαλείο που έχουμε στα χέρια μας».
Ο Γιάννης Αποσκίτης μου λέει ότι πρέπει να γίνει μια σημαντική διάκριση εδώ: «Τα sold out είναι απλώς ένα καπιταλιστικό φαινόμενο προσφοράς και ζήτησης, το οποίο εργαλειοποιούν οι διαφημιστές των παραστάσεων. Το πρόβλημα δεν ξεκινάει από τα sold out, αλλά από την μανία μας να αποκτήσουμε την πρόσβαση σε ό,τι δεν μας χωράει. Είναι πολύ αστείο για μένα το ότι και οι παραστάσεις έχουν γίνει πλέον “συλλεκτικές” – το ότι βιώνουμε την εμπειρία του θεάτρου ως σπάνια πολυτέλεια, ότι δεν μας ενδιαφέρει πια η ουσιαστική απόλαυση, αλλά το μη ανακτήσιμο κέρδος. Η ψηφιακή ζωή θα μπορούσε να είναι ένα πανίσχυρο εργαλείο για να βοηθήσει, όχι για να διαφημίσει. Μέσα μου δεν κατηγορώ την ψηφιακή ζωή, μέσα μου κατηγορώ την ανθρώπινη ηλιθιότητα και απληστία».
Η θεατρική εμπειρία στην εποχή του ατελείωτου scrolling
Σύμφωνα με την ψυχοθεραπεύτρια Αλεξάνδρα Λύγγρη: «Η καθημερινότητα μάς εκπαιδεύει (ή εθίζει) σε συνεχείς εναλλαγές ερεθισμάτων και διάσπαση προσοχής, κάτι που καθιστά την ενσυνείδητη παρουσία στη θεατρική εμπειρία δύσκολη. Το θέατρο μάς προ(σ)καλεί για το αντίθετο: να κατεβάσουμε ταχύτητα, να μείνουμε σε αυτό που συμβαίνει έξω μας και μέσα μας, να αντέξουμε τη σιωπή και τη διάρκεια. Με έναν τρόπο, γίνεται ένας χώρος άσκησης στην επαφή με το “εδώ και τώρα” – μια παρακίνηση στο ότι η ουσιαστική εμπειρία βρίσκεται στον ζωντανό διάλογο με αυτό που εκτυλίσσεται μπροστά μας».
Πόσο εύκολο όμως είναι άραγε να είμαστε παρόντες στο εδώ και τώρα; Να παρακολουθήσουμε απερίσπαστοι μία θεατρική παράσταση, φεύγοντας από τις δουλειές μας; Δεν είναι πλέον μόνο το smartphone και τα social media που λειτουργούν ως distraction, αλλά και η καθημερινότητά μας.
«Ο θεατής έρχεται πλέον στο θέατρο και το μυαλό του είναι ακόμα στο τελευταίο email, μήνυμα ή είδηση που διάβασε στο κινητό του στον δρόμο», λέει ο Αργύρης Ξάφης.
Για την Στέλλα, «μία παράσταση είναι ένα τελετουργικό. Μία συνειδητή απομάκρυνση από τη ρουτίνα, όπου θα ξεχάσεις τα πάντα (ειδικά το κινητό σου για 1-2 ώρες). Συνήθως, επιλέγω να πηγαίνω ολομόναχη, ακριβώς για να διαφυλάξω αυτή τη σπάνια συνθήκη συγκέντρωσης. Είναι πάντα εφικτό; Όχι, ειδικά όταν δεν σε βοηθάει η παράσταση ή όταν έχεις κλείσει μήνες πριν τα εισιτήρια και απλά την ημέρα εκείνη το μυαλό σου είναι γεμάτο από την καθημερινότητα.
Η πρώτη μου κίνηση πριν αρχίσει μία παράσταση είναι να βάλω το κινητό μου σε λειτουργία πτήσης και να το αφήσω στην τσάντα μου. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να διαφυλάξω ότι δεν θα το αγγίξω, έστω μηχανικά. Από τη στιγμή που επιλέγω να βρίσκομαι εκεί, θέλω να είμαι πραγματικά παρούσα. Είναι θέμα σεβασμού. Προς τους άλλους θεατές, αλλά κυρίως προς τους ανθρώπους πάνω στη σκηνή».
Παρομοίως και ο Μιχάλης Γιαλούσης, που μέσα στη χρονιά θα δει περίπου 10 παραστάσεις: «Απενεργοποιώ το κινητό τηλέφωνο ή το βάζω σε λειτουργία πτήσης, ώστε να είμαι βέβαιος ότι δεν θα χτυπήσει και δεν θα μπορώ στον πειρασμό να το ελέγξω κατά τη διάρκεια της παράστασης».
Η Κωνσταντίνα Ηροδότου παραδέχεται ότι «δυστυχώς, πολύ συχνά κοιτάζω την ώρα στο κινητό, ειδικά στις παραστάσεις που δεν με κερδίζουν και με κάνουν να αισθάνομαι “εγκλωβισμένη”, να περιμένω να πέσει η αυλαία για να “απεγκλωβιστώ”. Προσπαθώ πάντα να κρύψω το κινητό στην τσάντα, ώστε να μην ενοχλεί η φωτεινότητα τους γύρω μου. Δεν απαντάω σε μηνύματα, ούτε σκρολάρω σε εφαρμογές, όμως την ώρα δεν σταματάω να την κοιτάζω λες και όταν το κάνω θα περάσει πιο γρήγορα».
Η Νεφέλη Μαϊστράλη υπογραμμίζει: «Απαιτείται συχνά περισσότερος χρόνος για να μπορέσει ο θεατής να “αποσυνδεθεί” από τον ψηφιακό κόσμο και να υπάρξει στο εδώ και τώρα μιας ιστορίας που εξελίσσεται μπροστά του ζωντανά. Ωστόσο, η ανάγκη σύνδεσης υπάρχει αμφίδρομα και από τους ερμηνευτές-δημιουργούς και από τους θεατές. Γι’ αυτό βρισκόμαστε εκεί, από κοινού. Ζητάμε αυτό το μοίρασμα, το περιμένουμε, μάς λείπει και αγωνιούμε να το ζήσουμε. Ακόμη περισσότερο σήμερα, όπου η “άυλη” επικοινωνία είναι η επικρατούσα».
«Ποτέ δεν αρκούσε απλά να πούμε τα λόγια μας ως ηθοποιοί. Πρέπει να υπάρχει μια τέτοια αλήθεια, μια τέτοια φαντασία προσωπική, που να τον αναγκάσει να αφήσει το ψηφιακό του εγώ στην είσοδο. Όταν συμβαίνει αυτό –όταν νιώθεις την ανάσα του κοινού να συντονίζεται με τη δική σου– είναι μια νίκη της ανθρωπιάς μας πάνω στον αλγόριθμο», λέει με τη σειρά του ο Αργύρης Ξάφης.
«Δυστυχώς στην πλειονότητα των παραστάσεων, κατά τη διάρκεια βλέπουμε να ανοίγουν οθόνες (με φωτεινότητα ικανή να φωτίσει το Παναθηναϊκό Στάδιο), ακούμε να χτυπάνε κινητά και ξυπνητήρια. Κάπως νιώθω πως δεν υπάρχει ενσυναίσθηση για αυτό που συμβαίνει στη σκηνή αλλά και στην πλατεία, για τους ηθοποιούς, αλλά και για τους ανθρώπους γύρω τους που θέλουν να είναι παρόντες», λέει η Άλκηστις Ζηρώ για να εξηγήσει πώς το ατελείωτο scrolling μάς έχει κάνει ανυπόμονους:
«Στον Εχθρό του Λαού, που υπάρχει το διαδραστικό κομμάτι με το κοινό, είναι η απόλυτη αποκάλυψη. Βλέπεις ότι πολύς κόσμος δεν έχει υπομονή, αν δεν συμφωνεί με αυτό που λέει κάποιος από τους θεατές ή αν τον κουράζει, θέλει απλά να τον “σκρολάρει” και να πάει παρακάτω. Πολλοί δεν αντέχουν αυτή τη διαδικασία, τους δημιουργεί δυσφορία, κάτι που είναι άξιο παρατήρησης να δεις τελικά πόσο αποξενωμένος είναι ο κόσμος από τα κοινά, από τις συλλογικές διαδικασίες, που ναι δεν είναι ανώδυνες, αλλά έχουν βαθιά ουσία και μακάρι το διαδραστικό κομμάτι να κρατούσε για ώρες, γιατί είναι πολύτιμο δώρο».
Κι όταν οι άνθρωποι του θεάτρου γίνονται θεατές; Ο Γιάννης Αποσκίτης απαντά: «Προσπαθώ να είμαι ενεργός θεατής, σε όποια παράσταση και να πάω, από την πιο εμπνευσμένη έως και την πιο “άμουση”. Με συγκεντρώνει ο χώρος του θεάτρου και η διάσπαση μου στον χώρο αυτό μετατρέπεται σε “υπερσυγκέντρωση”, τρόπον τινά. Αφήνω αυτό που θέλουν να μου μοιραστούν να με συνεπάρει, ό,τι κι να είναι αυτό. Ωστόσο, να υπογραμμίσω ότι δεν είμαι ένα “αθώο” κοινό – φυσικά, αυτό δεν σημαίνει και πολλά, καθώς κανείς δεν είναι αθώος. Όταν ιδρώνει κάποιος μπροστά σου, όταν φωνάζει, όταν παίζει και εσύ τον αγνοείς, προφανώς, δεν είσαι αθώος».
Η Στέλλα συμφωνεί ότι είτε μας αρέσει, είτε όχι μία παράσταση οφείλουμε να σεβαστούμε αυτό που οι άνθρωποι πάνω στη σκηνή έχουν δημιουργήσει. Μετά το τέλος της παράστασης όμως, όταν ανοίγουμε τα κινητά και μπαίνουμε στα social media, τι συμβαίνει με αυτό που είδαμε, που μας άρεσε ή δεν μας άρεσε;
«Αν εννοείς αν ανεβάζω story στο Instagram, ναι το κάνω, όχι πάντα», μου λέει ο Μιχάλης. «Εξαρτάται από την παράσταση και κατά πόσον είμαι σε διάθεση να συζητήσω για αυτήν ή για το θέμα που διαπραγματεύεται με ανθρώπους που την έχουν δει και ακολουθούμε ο ένας τον άλλον. Θέλω να πω δεν ανεβάζω για να ανεβάσω, για να πω “κοιτάξτε με, ήμουν κι εγώ εκεί”, γιατί έχω μείνει από content. Θα ανεβάσω όμως όταν μια παράσταση συζητιέται θετικά ως must seen και έχω την ακριβώς αντίθετη άποψη».
Με τη σειρά της, η Στέλλα παραδέχεται ότι «τα προηγούμενα χρόνια δεν ανέβαζα story φωτογραφία των παραστάσεων που έβρισκα κακές, αλλά τις μέτριες τις ανέβαζα γιατί μπορεί να είχαν hype. Ωστόσο, όταν μου έστελναν μήνυμα να πω την γνώμη μου, τις έθαβα. Όλα αυτά μέχρι φέρος, που άλλαξα συμπεριφορά. Εχει αρχίσει και με εκνευρίζει αρκετά ο κόσμος που έρχεται στο θέατρο και δεν σεβεται: από το φως του κινητού, μέχρι το ότι νομίζουν ότι είναι στο σινεμά και θέλουν να τρώνε στην πλατεία του θεάτρου», για να καταλήξει: «Ζούμε σε μια εποχή όπου η εμπειρία συχνά μετριέται μέσα από το πώς θα προβληθεί. Πολλοί νιώθουν την ανάγκη να δείξουν ότι πήγαν κάπου, ειδικά αν είναι κάτι talk of the town ή sold out – περισσότερο για την εικόνα παρά για την ίδια την εμπειρία. Δεν ισχύει για όλους, αλλά είναι μία τάση: το θέατρο γίνεται και περιεχόμενο. Κάποιοι πάνε για να το ζήσουν, άλλοι για να το δείξουν και μερικές φορές, το δεύτερο υπερισχύει».
Ο Γιάννης Αποσκίτης γίνεται καυστικός, αλλά μου λέει ότι δεν μπορεί να συγκρατηθεί: «Θεωρώ ότι εφόσον σε κάθε παράσταση που πηγαίνω βλέπω ανθρώπους με κινητό στο χέρι καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής, μάλλον δεν είναι μια αντίδραση η παρουσία τους στο θέατρο, αλλά μια υποταγή στην ψηφιακή τους απομόνωση. Είναι ένα ακόμη check in για τη διαδικτυακή τους περσόνα, είναι ένα ακόμα θέμα συζήτησης που θα απασχολήσει το feed τους (το οποίο τους έστειλε εκεί εξ αρχής). Δεν μπορούμε να κατανοήσουμε εις βάθος τον βαθμό που επηρεάζει τις επιλογές μας και τις δράσεις μας η διαφημιστική οθόνη του κινητού μας. Είναι πάνω από εμάς, τη δεδομένη στιγμή».
Πώς όλα τα παραπάνω έχουν αλλάξει -αν πράγματι το έχουν κάνει- τον τρόπο που δημιουργείται μία θεατρική παράσταση; Ο Γιώργος Παπαγεωργίου είναι κατηγορηματικός: «Αλίμονο αν πρέπει να μπω στη λογική του ότι πρέπει να κρατήσω το ενδιαφέρον του θεατή αμείωτο, ο οποίος έχει μάθει να τροφοδοτεί το μυαλό του με μία νέα πληροφορία κάθε δευτερόλεπτο. Το να μπω σε αυτή τη λογική -του να τιθασεύσω με ευρηματικούς τρόπους τη διάσπαση προσοχής και αδυναμίας συγκέντρωσης- είναι απαγορευτικό για τη δουλειά μου.
Προφανώς, δεν είμαι ερημίτης, στην κοινωνία μας ζω και οι παραστάσεις μου φροντίζω να εμπεριέχουν τον ρυθμό της εποχής, αλλά να λειτουργούν ταυτόχρονα και ως μία πρόσκληση στον θεατή σε κάτι άλλο, σε μία κοινή εμπειρία, που δεν έχει να κάνει με την πραγματικότητα αλλά με τη φυγή από αυτήν».
Ο Αργύρης Ξάφης παρατηρεί το εξής: «Η σκηνοθεσία στο θέατρο σήμερα δανείζεται την ταχύτητα του σινεμά –μοντάζ πάνω στη σκηνή, γρήγορες εναλλαγές– αλλά διατηρεί την πολυτέλεια του να μένει ποιητική, ανεξήγητη, όχι αναλυτική. Δεν χρειάζεται να τα λέμε όλα δέκα φορές ως εμπέδωση ή υπενθύμιση της θεματικής του έργου σε περίπτωση που κάποιοι θεατές χάθηκαν στις σκέψεις ή στα κινητά τους.
Εμπιστεύομαι πολύ τη νέα γενιά δημιουργών· έχουν μια τρομερή ικανότητα να συνθέτουν εικόνες που μιλούν κατευθείαν στο συναίσθημα, στην φαντασία, ακόμα και στο αναδυόμενο νέο υποσυνείδητο που πολλές φορές οι παλαιότερες γενιές δεν συλλαμβάνουν, χωρίς να χρειάζονται την ασφάλεια της σεναριακής επεξήγησης. Το θέατρο παραμένει ο χώρος όπου η υπενθύμιση γίνεται μέσα από το βίωμα, όχι μέσα από την επανάληψη της πληροφορίας».
Η Νεφέλη Μαϊστράλη επισημαίνει: «Όταν εφευρέθηκε ο ομιλών κινηματογράφος και πολύ αργότερα, η τηλεόραση, όλοι έλεγαν ότι το θέατρο θα εκλείψει. Ωστόσο, συνέχισε ακάθεκτο. Ίσως σ’ ένα τέτοιο σταυροδρόμι βρισκόμαστε και σήμερα, όπου το θέατρο δοκιμάζεται μεν, αλλά δείχνει τόσο να αντέχει όσο και να προσαρμόζεται στα νέα δεδομένα. Η ζωντανή αναπαράσταση, το μοίρασμα ατόμων με σάρκα και οστά από σκηνής είναι άρρηκτα δεμένο με την ουσία της ανθρώπινης φύσης, γι’ αυτό και ανθίζει και θα ανθίζει, εν μέσω της ψηφιακής πραγματικότητας».
«Το θέατρο παραμένει ζωντανό, ίσως απλά εμείς ως θεατές έχουμε αλλάξει», λέει η Στέλλα. «Μία παράσταση -καλή, μέτρια, κακή- έχει τον τρόπο να σε αρπάξει, έστω και για λίγο, από τη θέση σου και να σε μεταφέρει σε έναν “δικό σας” κόσμο. Είναι μία σπάνια στιγμή, όπου μέσα σου μπορούν να γεννηθούν αμέτρητα συναισθήματα. Το “εδώ και τώρα” δεν έχει χαθεί, χρειάζεται απλά να το επιτρέψουμε να συμβεί».
Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.