REVIEWS

Νέες ταινίες: Το Wild Horse Nine, το Club Kid και όσα αφήνουμε πίσω

Από πολιτικές ίντριγκες και υπαρξιακές αγωνίες μέχρι τους εφιάλτες της μητρότητας, οι ταινίες της εβδομάδας συστήνουν κόσμους γεμάτους αντιφάσεις.
Από τη Χιλή του Ψυχρού Πολέμου μέχρι την ξέφρενη queer νυχτερινή ζωή της Νέας Υόρκης και από τους εφιάλτες της μητρότητας μέχρι τις περιπέτειες ενός επαγγελματία εκτελεστή, οι ταινίες της εβδομάδας μάς ταξιδεύουν σε διαφορετικούς κόσμους, με κοινό παρονομαστή ανθρώπους που έρχονται αντιμέτωποι με τις επιλογές, τις εμμονές και τις αντιφάσεις τους.

Ακολουθεί ο σχολιασμός για τις ταινίες της εβδομάδας.

Wild Horse Nine

Βαθμολογία: 78/100

Τι συμβαίνει όταν ένας άνθρωπος που πέρασε ολόκληρη τη ζωή του προκαλώντας τον θάνατο έρχεται επιτέλους αντιμέτωπος με τον δικό του;

Στο Wild Horse Nine, ο Martin McDonagh επιστρέφει στο προσφιλές του κινηματογραφικό έδαφος, εκεί όπου το μαύρο χιούμορ συνυπάρχει με την υπαρξιακή αγωνία και η πιθανότητα της λύτρωσης παραμένει διαρκώς ανοιχτή, χωρίς να γίνεται ποτέ βέβαιη.

Βρισκόμαστε στη Χιλή του 1973, λίγο πριν από το πραξικόπημα που θα ανατρέψει τον Salvador Allende και θα ανοίξει τον δρόμο για τη δικτατορία του Augusto Pinochet. Ο Chris (John Malkovich) και ο Lee (Sam Rockwell), δύο έμπειροι πράκτορες της CIA με σκοτεινό παρελθόν, ταξιδεύουν στο Νησί του Πάσχα, όπου η φαινομενικά παράδοξη αποστολή τους εξελίσσεται σε μια αναμέτρηση με τη θνητότητα, τη μνήμη και το βάρος των πράξεών τους. Μπροστά στα αινιγματικά μοάι, μνημεία ενός πολιτισμού που προϋπήρχε κατά αιώνες των αμερικανικών γεωπολιτικών φιλοδοξιών, οι δύο άνδρες μοιάζουν ξαφνικά μικροί, προσωρινοί και τραγικά ασήμαντοι.

Όποιος έχει δει το In Bruges θα αναγνωρίσει αμέσως τη δημιουργική υπογραφή του McDonagh: δύο άνδρες που έχουν σκοτώσει για λογαριασμό άλλων, παγιδευμένοι σε έναν ξένο τόπο, ανταλλάσσουν προσβολές, φιλοσοφούν για τη ζωή και τον θάνατο και αποφεύγουν συστηματικά να μιλήσουν για όσα πραγματικά τους βασανίζουν. Ο σκηνοθέτης παραμένει ένας από τους πιο χαρισματικούς σύγχρονους δημιουργούς διαλόγων, ικανός να μετατρέψει μια ασήμαντη συζήτηση σε ξεκαρδιστικό λεκτικό παιχνίδι, πριν αποκαλύψει σχεδόν παρεμπιπτόντως κάποια ανατριχιαστική λεπτομέρεια για τα εγκλήματα των χαρακτήρων του.

Οι δολοφόνοι του, εδώ, δεν ανήκουν αποκλειστικά σε έναν φανταστικό υπόκοσμο, αλλά υπηρετούν έναν πραγματικό μηχανισμό εξουσίας, του οποίου οι παρεμβάσεις άφησαν πίσω τους χιλιάδες νεκρούς, βασανισμένους και εξαφανισμένους ανθρώπους. Ο McDonagh όμως ενδιαφέρεται περισσότερο για τις προσωπικές ενοχές εκείνων που υπηρέτησαν το σύστημα παρά για τους ανθρώπους που υπέστησαν τις συνέπειές του. Η πολιτική ιστορία της Χιλής προσδίδει στην αφήγηση ηθικό βάρος, αλλά τα πραγματικά θύματα της βίας παραμένουν στην περιφέρεια, εγείροντας ένα άβολο ερώτημα: μπορεί το προσωπικό δράμα ενός θύτη να αποκτήσει μεγαλύτερη σημασία από τα εγκλήματα που έχει διαπράξει;

Η απάντηση δεν είναι απλή, και αυτή ακριβώς η αβεβαιότητα προσφέρει στο Wild Horse Nine τις πιο ενδιαφέρουσες στιγμές του. Ο Chris είναι ένας άνθρωπος βαθιά διαβρωμένος από τον κυνισμό, που έχει μάθει να αντιμετωπίζει την ανθρώπινη ζωή ως αναλώσιμο μέγεθος. Καθώς όμως το σώμα και η μνήμη του αρχίζουν να τον προδίδουν, κάτι στην αντίληψή του για τον κόσμο μοιάζει να μετατοπίζεται. Σαν να χρειάστηκε να πλησιάσει το τέλος της δικής του ζωής για να αναγνωρίσει την αξία των ζωών που αφαίρεσε.

Ο John Malkovich είναι συγκλονιστικός, μετατρέποντας τη χαρακτηριστική ειρωνεία και την απειλητική του παρουσία σε μια σπαρακτική μελέτη της ανθρώπινης ευθραυστότητας. Ο Chris μπορεί να είναι ταυτόχρονα αποκρουστικός και αξιολύπητος, γελοίος και επικίνδυνος, χωρίς ποτέ να γίνεται εύκολα συμπαθής. Δίπλα του, ο Sam Rockwell λειτουργεί ως ιδανικό αντίβαρο, με τη χημεία τους να αποκαλύπτει πίσω από τις αδιάκοπες λεκτικές αντιπαραθέσεις μια σχέση εξάρτησης, αφοσίωσης και ανείπωτης τρυφερότητας. Πρόκειται για μία ακόμη εξερεύνηση της ανδρικής φιλίας από έναν δημιουργό που ενδιαφέρεται σταθερά για άνδρες οι οποίοι μπορούν να εκφράσουν την αγάπη τους μόνο μέσα από τον σαρκασμό, τις προσβολές ή την αυτοκαταστροφή.

Η συναισθηματική, ωστόσο, δύναμη αυτής της σχέσης δεν αρκεί πάντοτε για να συμφιλιώσει τις αντιφάσεις ενός φιλμ που φιλοδοξεί να είναι ταυτόχρονα πολιτική σάτιρα, υπαρξιακό δράμα, μαύρη κωμωδία και ιστορία προσωπικής λύτρωσης. Υπάρχουν στιγμές όπου το προκλητικό χιούμορ υπονομεύει την ιστορική σοβαρότητα του θέματος και άλλες όπου η συγκίνηση μοιάζει να απαιτεί από τον θεατή μεγαλύτερη επιείκεια για τους χαρακτήρες από όση η αφήγηση έχει καταφέρει να δικαιολογήσει. Η συγχώρεση, άλλωστε, δεν είναι το ίδιο πράγμα με την αθώωση, και όταν τα εγκλήματα δεν αφορούν μεμονωμένες πράξεις αλλά την οργανωμένη βία ενός κρατικού μηχανισμού, η διάκριση αποκτά ιδιαίτερη σημασία.

Υπάρχουν στιγμές όπου το προκλητικό χιούμορ του Wild Horse Nine μοιάζει να υπονομεύει την ιστορική σοβαρότητα του θέματος, και άλλες όπου η συγκίνηση δείχνει να απαιτεί από το κοινό μεγαλύτερη επιείκεια για τους χαρακτήρες από όση η ίδια η αφήγηση έχει καταφέρει να δικαιολογήσει. Αυτή είναι, άλλωστε, μια από τις διαχρονικές εμμονές του McDonagh: η σύγκρουση ανάμεσα στην ενοχή και στη λύτρωση, ανάμεσα στην ανθρώπινη ικανότητα για φρίκη και στην εξίσου ανθρώπινη ανάγκη να πιστεύουμε ότι κανείς δεν βρίσκεται οριστικά πέρα από τη συγχώρεση. Στις πιο επιτυχημένες στιγμές της ταινίας του, αυτή η υπόγεια ένταση ανάμεσα στη μνήμη και τη λήθη είναι συναρπαστική.

Η ταινία κυκλοφορεί στις αίθουσες από τη Feelgood.

Club Kid

Βαθμολογία: 75/100

Υπάρχει μία συγκεκριμένη μελαγχολία στη στιγμή που τα φώτα του κλαμπ ανάβουν, η μουσική σταματά και η πραγματικότητα αρχίζει να διεκδικεί ξανά την προσοχή μας. Για τον Peter, τον ήρωα του Club Kid, αυτή η στιγμή αναβάλλεται εδώ και μία δεκαετία. Στο σκηνοθετικό του ντεμπούτο, ο κωμικός, ηθοποιός και διαδικτυακή περσόνα Jordan Firstman μάς μεταφέρει στην ξέφρενη queer νυχτερινή ζωή της Νέας Υόρκης, εκεί όπου τα ναρκωτικά, το σεξ και τα ατελείωτα πάρτι δεν αποτελούν απλώς διασκέδαση, αλλά σχεδόν έναν τρόπο ύπαρξης. Ο Peter είναι ένας τριαντάρης διοργανωτής πάρτι που εξακολουθεί να ζει σαν να μην υπάρχει αύριο, μέχρι τη στιγμή που εμφανίζεται στην πόρτα του ο δεκάχρονος γιος που αγνοούσε ότι είχε αποκτήσει. Ξαφνικά, ένας άνθρωπος που δυσκολεύεται να φροντίσει ακόμη και τον εαυτό του καλείται να αναλάβει την ευθύνη ενός παιδιού.

Η αφηγηματική αφετηρία δεν διεκδικεί δάφνες πρωτοτυπίας. Το σινεμά έχει αφηγηθεί αμέτρητες φορές την ιστορία ενός ανώριμου ενήλικα που ανακαλύπτει την υπευθυνότητα χάρη σε ένα παιδί. Εκείνο που διαφοροποιεί το Club Kid είναι ο κόσμος μέσα στον οποίο τοποθετεί αυτή τη γνώριμη συνταγή, αλλά και η αξιοσημείωτη προθυμία του Firstman να εγκαταλείψει την ειρωνική απόσταση που χαρακτήριζε μεγάλο μέρος της μέχρι σήμερα καλλιτεχνικής του ταυτότητας. Το χιούμορ παραμένει αιχμηρό, συχνά προκλητικό και απολαυστικά κακότροπο, όμως κάτω από τις σαρκαστικές ατάκες διακρίνεται μια ειλικρινής τρυφερότητα. Η σχέση του Peter με τον μικρό Arlo, τον οποίο υποδύεται με εντυπωσιακή φυσικότητα ο πρωτοεμφανιζόμενος Reggie Absolom, αναπτύσσεται χωρίς να απαιτεί από τους χαρακτήρες να απαρνηθούν την ιδιοσυγκρασία τους. Αντίθετα, η κοινή τους αγάπη για τη μουσική γίνεται η αφετηρία μιας απροσδόκητης οικειότητας.

Εξίσου σημαντικό είναι ότι ο Firstman αρνείται να παρουσιάσει την queer νυχτερινή ζωή ως έναν κόσμο ηθικής παρακμής από τον οποίο ο ήρωας οφείλει να αποδράσει για να εξιλεωθεί. Η κάμερα αποτυπώνει με ενέργεια και αισθησιασμό τη συλλογική έκσταση της πίστας, αλλά και τη μοναξιά που μπορεί να κρύβεται πίσω από την αδιάκοπη αναζήτηση της επόμενης έντονης εμπειρίας. Κυρίως, αναγνωρίζει ότι αυτή η κοινότητα, με όλες τις υπερβολές και τις αντιφάσεις της, αποτελεί επίσης ένα πολύτιμο δίκτυο φροντίδας και αποδοχής. Οι φίλοι του Peter δεν αντιμετωπίζουν την άφιξη του Arlo ως απειλή για τον τρόπο ζωής τους, αλλά σταδιακά τον εντάσσουν στον δικό τους κόσμο. Έτσι, η ταινία αποκτά μια ενδιαφέρουσα διάσταση γύρω από την έννοια της επιλεγμένης οικογένειας (chosen family), αμφισβητώντας την αντίληψη ότι η γονεϊκότητα και η queer ταυτότητα οφείλουν να υπακούουν σε συγκεκριμένα κοινωνικά πρότυπα.

Παρά τις αρετές του, το Club Kid δεν αποφεύγει ολοκληρωτικά τις συμβάσεις του είδους. Η σταδιακή συναισθηματική μεταμόρφωση του Peter ακολουθεί μια αρκετά προβλέψιμη πορεία, ενώ οι βαθύτερες ψυχολογικές αιτίες της αυτοκαταστροφικής συμπεριφοράς του παραμένουν λιγότερο ανεπτυγμένες από όσο θα επέτρεπε το υλικό. Η ταινία μοιάζει μερικές φορές περισσότερο ικανή να κατανοήσει τον κόσμο που περιβάλλει τον πρωταγωνιστή της παρά τον ίδιο. Ωστόσο, η αδυναμία αυτή δεν αναιρεί την επίδραση ενός φιλμ που κατορθώνει να μεταπηδά από την αθυροστομία στη συγκίνηση χωρίς να προδίδει τον χαρακτήρα του. Ο Firstman παραδίδει ένα ζωηρό, αστείο και απροσδόκητα ανθρώπινο ντεμπούτο, το οποίο δεν υποστηρίζει ότι η ενηλικίωση προϋποθέτει την εγκατάλειψη της προηγούμενης ζωής μας. Ίσως σημαίνει απλώς να ανακαλύψουμε ότι υπάρχει χώρος μέσα της και για κάποιον άλλον. Και πως, τελικά, το να μεγαλώνεις δεν σημαίνει ότι πρέπει να σταματήσεις να χορεύεις.

Η ταινία κυκλοφορεί στις αίθουσες από τη Spentzos.

Μάχη

Βαθμολογία: 65/100

Μια αληθινή ιστορία αποδοχής και οικογενειακής αγάπης βρίσκεται στην αφετηρία της Μάχης, της νέας ταινίας του Ηλία Γιαννακάκη, που επιστρέφει στη μυθοπλασία 12 χρόνια μετά τη Χαρά, εμπνεόμενος από τη ζωή της Βρετανίδας συγγραφέα Jan Morris που είχε προχωρήσει σε φυλομετάβαση έχοντας ήδη δημιουργήσει οικογένεια με πέντε παιδιά, διατηρώντας στενούς δεσμούς με τους αγαπημένους της.

Ο Γιαννακάκης μεταφέρει αυτή την αφετηρία σε ένα βαθιά ελληνικό κοινωνικό και ιστορικό πλαίσιο. Η Μάχη (Μπέττυ Βακαλίδου), μία ηλικιωμένη τρανς γυναίκα που υπηρέτησε ως αξιωματικός του ελληνικού στρατού κατά τη διάρκεια της δικτατορίας προτού εγκαταλείψει τη χώρα, επιστρέφει έπειτα από πενήντα χρόνια για να επανασυνδεθεί με την κόρη της (Έλενα Τοπαλίδου). Ο γυρισμός της φέρνει στην επιφάνεια δεκαετίες απουσίας, τραυμάτων και ανείπωτων συναισθημάτων.

Με μια σκηνοθεσία λιτή και ανθρωποκεντρική, με τις προσεκτικά οργανωμένες, συμμετρικές του συνθέσεις των κάδρων και τις απαλές μεταβάσεις στο μαύρο να υπογραμμίζουν τη μελαγχολία της αφήγησης δίνοντας χώρο στις σιωπές και σε όσα οι χαρακτήρες αδυνατούν να εκφράσουν, ο Γιαννακάκης προσεγγίζει τα ζητήματα της ταυτότητας, της προσωπικής αναγέννησης και της συγχώρεσης, αφήνοντας την ίδια την κινηματογραφική του γλώσσα να αποτυπώσει τη συναισθηματική τους βαρύτητα.

Η Μπέττυ Βακαλίδου, στη δεύτερη μόλις εμφάνισή της στη μεγάλη οθόνη μετά το Στρέλλα, προσδίδει στον ρόλο αυθεντικότητα και ευαλωτότητα, πλάι σε μία πιο επιτηδευμένη, κατά στιγμές, ερμηνεία της Έλενας Τοπαλίδου, ενώ ορισμένες αφηγηματικές παρεκβάσεις της ταινίας αποδυναμώνουν τον ρυθμό της. Πίσω, ωστόσο, από τις δραματουργικές αδυναμίες αναδύεται μια τρυφερή ταινία για το δικαίωμα στον αυτοπροσδιορισμό και τις πληγές που αφήνουν η κοινωνική καταπίεση και η οικογενειακή αποξένωση. Η Μάχη είναι μία ιστορία που αναγνωρίζει ότι η αγάπη δεν αρκεί πάντοτε για να αποτρέψει την απώλεια, μπορεί όμως να αποτελέσει την αφετηρία της συμφιλίωσης.

Η ταινία κυκλοφορεί στις αίθουσες από την Tanweer.

Γκάζια στο Κόκκινο/The Mongoose

Βαθμολογία: 20/100

Άλλη μια σεζόν, άλλη μια ταινία της κατηγορίας «ο Liam Neeson διαθέτει ειδικές ικανότητες». Το Γκάζια στα Κόκκινα/The Mongoose μπορεί να μην περιλαμβάνει την απαγωγή κάποιου συγγενικού του προσώπου, διαθέτει όμως μια παράλληλη ιστορία στην οποία η πρώην σύζυγός του που υποδύεται η Marisa Tomei, έχει έναν νέο, κακοποιητικό σύντροφο, ενώ ο Neeson ενσαρκώνει για ακόμη μία φορά έναν άνδρα με ένα ιδιαίτερο σύνολο δεξιοτήτων: τον Ryan Flanagan, έναν πρώην στρατιώτη των ειδικών μυστικών επιχειρήσεων που υποφέρει από διαταραχή μετατραυματικού στρες και έχει εθιστεί στα ηρεμιστικά.

Ο σκηνοθέτης Mark Vanselow, επί χρόνια συντονιστής κασκαντέρ και επαγγελματίας κασκαντέρ ο ίδιος που πραγματοποιεί εδώ το σκηνοθετικό του ντεμπούτο σε ταινία μεγάλου μήκους, ξεκινά το Mongoose ρίχνοντας κατευθείαν τους θεατές εν μέσω καταδίωξης με αυτοκίνητα. Η δράση διακόπτεται συχνά από αναδρομές στο παρελθόν, που προσφέρουν ένα, υποτίθεται, απαραίτητο πλαίσιο: άλλοτε παρακολουθούμε το πρώην ζευγάρι να καβγαδίζει για τις ανθυγιεινές συνήθειες του Ryan, άλλοτε τις περιπέτειές του στο Αφγανιστάν είκοσι χρόνια νωρίτερα. Κάτω από συνθήκες που θα αφήσουμε την ίδια την ταινία να αποκαλύψει, ο Ryan θεωρείται ύποπτος για φόνο και, αντί να αφήσει τη δικαιοσύνη να αποδείξει ότι ενήργησε σε αυτοάμυνα, το σκάει με το αυτοκίνητο του νεκρού. Στο κατόπι του βρίσκεται ένας στρατιωτικός που υποδύεται ο Michael Chiklis, με την έκφραση ανθρώπου που υποφέρει από οξεία δυσπεψία.

Στο μεγαλύτερο μέρος της ταινίας, ο Ryan επιδεικνύει κυρίως τις οδηγικές του ικανότητες, ανταλλάσσοντας πειράγματα με το AI σύστημα πλοήγησης του αυτοκινήτου, που διαθέτει μια αισθησιακή γυναικεία φωνή αλά Ιππότης της Ασφάλτου, ενώ παράλληλα έχουμε και αναφορές στο Σαν Φρανσίσκο: Ώρα Μηδέν – που παρεμπιπτόντως μπορείς να δεις τώρα στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης! – καθώς η ειδησεογραφική κάλυψη της καταδίωξής του θα τον μετατρέψει σε λαϊκό ήρωα. Οι σκηνές δράσης, που περιλαμβάνουν και μια ιδιαίτερα ριψοκίνδυνη προσγείωση ελικοπτέρου θα μπορούσαν να αποτελούν το βασικότερο προτέρημα της ταινίας, όπως άλλωστε έχουμε μάθει να περιμένουμε από κασκαντέρ που περνούν στη σκηνοθεσία, δυστυχώς όμως το μοντάζ τις υπονομεύει σχεδόν ολοκληρωτικά αποκλείοντας την καθαρότητα και τη συνοχή. Έχουμε επίσης άφθονες ευκαιρίες να διαπιστώσουμε την προχειρότητα του σεναρίου, που εκμεταλλεύεται ξεδιάντροπα τη στήριξη προς τους στρατιώτες για να εκβιάσει τη συγκίνηση. Υπό αυτές τις συνθήκες δύσκολα μπορεί κανείς να κατηγορήσει το καστ που μοιάζει να βρίσκεται στον αυτόματο πιλότο – το γεγονός, δηλαδή, πως η Tomei καταφέρνει να αντλήσει αυθεντικό συναίσθημα από έναν τόσο άχαρο ρόλο αγγίζει τα όρια του θαύματος.

Τα Γκάζια στα Κόκκινα θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν τη γνώριμη συνταγή των καλύτερων περιπετειών του Neeson, οι προχειρότητές τους όμως, η επιτηδευμένη συγκίνηση, η αδέξια χρήση της τεχνολογίας και η απουσία σκηνοθετικής φαντασίας παραδίδουν μία μόλις διεκπεραιωτική περιπέτεια, που όταν πια αποκαλύπτει σε τι ακριβώς αναφέρεται ο τίτλος Mongoose, θα έχεις πάψει προ πολλού να ενδιαφέρεσαι για την απάντηση.

Η ταινία κυκλοφορεί στις αίθουσες από την Tanweer.

Nightborn

Βαθμολογία: 55/100

Το Nightborn, η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία της Φινλανδής σκηνοθέτριας Hanna Bergholm, δεν διεκδικεί ιδιαίτερες δάφνες πρωτοτυπίας. Μοιράζεται αρκετά στοιχεία με ταινίες τρόμου που εξερευνούν τις σκοτεινές πλευρές της μητρότητας, όπως το Rosemary’s Baby (1968), το Immaculate (2024), αλλά και το σκηνοθετικό ντεμπούτο της ίδιας της Bergholm, Hatching (2022), με ηρωίδα ένα κορίτσι στην προεφηβεία που ανακαλύπτει ένα μυστηριώδες αυγό. Παράλληλα, αντλεί έμπνευση από τον λαογραφικό τρόμο (folk horror) και τον σωματικό τρόμο (body horror), τοποθετώντας τη δράση σε ένα σκοτεινό, ψιθυριστό δάσος και επιστρατεύοντας άφθονες εικόνες σωματικής φρίκης: γρατζουνιές, δαγκώματα, πρηξίματα, μία ιδιαίτερα βίαιη σκηνή τοκετού. Σε όλη τη διάρκειά της, η ταινία συνδυάζει και αναδιαμορφώνει γνώριμα μοτίβα διαφορετικών υποειδών του τρόμου: δαιμονικά βρέφη, υπερφυσικά δάση και συζύγους που αδιαφορούν επιδεικτικά για τις ανάγκες των συντρόφων τους.

Η Saga (Seidi Haaria) και ο αδιάφορος Βρετανός σύζυγός της, Jon (Rupert Grint), μετακομίζουν στο απομονωμένο σπίτι όπου εκείνη πέρασε μεγάλο μέρος της παιδικής της ηλικίας, βαθιά μέσα στα δάση της Φινλανδίας. Το όνειρό τους είναι να δημιουργήσουν εκεί την ιδανική οικογένεια. Από τη στιγμή, όμως, που γεννιέται το παιδί τους, η Saga αισθάνεται πως κάτι έχει πάει στραβά μαζί του. Κανείς δεν παίρνει τις ανησυχίες της στα σοβαρά όμως, ούτε καν ο πατέρας του παιδιού.

Ο Grint έχει εξελιχθεί σε γνώριμη φυσιογνωμία για τους φίλους του τρόμου μετά την αποφοίτησή του από το Χόγκουαρτς, το χαμόγελο όμως που διατηρεί ακόμη και μπροστά σε αυτόν τον εφιάλτη παραπέμπει αναπόφευκτα στον Ron Weasley, εντείνοντας παραδόξως την αίσθηση ότι κάτι δεν πηγαίνει καθόλου καλά, και ενισχύοντας παράλληλα την κωμική υπερβολή ορισμένων σκηνών.

Γεμάτο ονειρικές εικόνες και αποκρουστικά προσθετικά εφέ που παραπέμπουν σε δέρμα σε αποσύνθεση, αλλά φτωχό σε πραγματικές στιγμές τρόμου, χιούμορ ή οτιδήποτε θα μπορούσε να εμφυσήσει λίγη ζωντάνια στην αφήγηση, το Nightborn μετατρέπει τις συμβάσεις του είδους σε μια μελέτη της μητρικής αμφιθυμίας. Η ταινία μοιάζει να ασφυκτιά μέσα στην ίδια αποπνικτική ακινησία που χαρακτηρίζει την καθημερινότητα ενός ανθρώπου κλεισμένου στο σπίτι με ένα νεογέννητο, χωρίς η αίσθηση αυτή να μεταφράζεται απαραίτητα σε μια εξίσου ενδιαφέρουσα κινηματογραφική εμπειρία.

Περισσότερο ενστικτώδης και πρωτόγονη παρά πραγματικά τρομακτική, ακόμη και προτού βυθιστεί στην εξαντλητική μονοτονία της φροντίδας ενός νεογέννητου, η ταινία διατηρεί μια συνειδητή, αν και όχι ιδιαίτερα ικανοποιητική, αμφισημία ως προς το τι είδους ταινία τρόμου επιθυμεί τελικά να είναι. Στην πραγματικότητα, το ενδιαφέρει λιγότερο να παρουσιάσει τη μητρότητα ως ταινία τρόμου και περισσότερο να διερευνήσει γιατί οι άνθρωποι αρνούνται να την αντιμετωπίσουν ως μια δυνητικά τρομακτική εμπειρία. Υπό αυτή την έννοια, βρίσκεται πιο κοντά στην καθημερινή απόγνωση και αγανάκτηση του If I Had Legs I’d Kick You παρά στη δαιμονική παράνοια ενός Rosemary’s Baby.

Σταδιακά, η ταινία αρχίζει να εξερευνά την ιδέα πως κάθε νέα μητέρα αισθάνεται ότι το μικροσκοπικό πλάσμα που έφερε στον κόσμο απομυζεί κάθε ίχνος ενέργειας από το σώμα της. Πως κάθε γονιός νιώθει διαρκώς ότι κάνει κάτι λάθος στην ανατροφή του παιδιού του. Πως όλοι δυσκολεύονται περισσότερο απ’ όσο είναι πρόθυμοι να παραδεχτούν, και πως η ίδια η διαδικασία της γονεϊκότητας μπορεί να αποδειχθεί τόσο εξαντλητική και αποξενωτική ώστε να στερήσει από έναν άνθρωπο την αίσθηση της προσωπικής του ταυτότητας, κάνοντάς τον να υποψιάζεται πως υπάρχει κάτι βαθιά τερατώδες σε ολόκληρη αυτή την εμπειρία.

Παρά το στέρεο σενάριο, ωστόσο, και τον στιβαρό δραματικό πυρήνα του, το Nightborn πέφτει θύμα της υπερφορτωμένης, αγχωτικής σκηνοθετικής προσέγγισης, που εξαντλεί σταδιακά τη δυναμική των επιμέρους στοιχείων του. Συσσωρεύει τις ιδέες του σε τόσο περιορισμένο αφηγηματικό χώρο, ώστε οι διαφορετικές ιστορίες καταλήγουν να ανταγωνίζονται η μία την άλλη για την προσοχή μας, χωρίς καμία να βρίσκει τελικά τον απαραίτητο χώρο για να αναπτυχθεί πλήρως.

Η ταινία κυκλοφορεί από τη Rosebud21.

ΚΥΚΛΟΦΟΡΟΥΝ ΕΠΙΣΗΣ:

Ένας Γάτος Με Καπέλο/A Cat in the Hat

Στην υπέροχα ευφάνταστη παράδοση του Δρ. Σους, ο Γάτος με το Καπέλο κάνει το ντεμπούτο του στη μεγάλη οθόνη με την πρώτη του κινηματογραφική ταινία κινουμένων σχεδίων. Μια ολοκαίνουργια, επική περιπέτεια με πικάντικες νότες, όπου οι σκανταλιές, η μαγεία και το χάος κυριαρχούν απόλυτα. Κάνοντας αυτό που ξέρει καλύτερα, ο Γάτος σκορπίζει χαρά στα παιδιά με τον ξεκαρδιστικό, χαρακτηριστικό και μοναδικά αντισυμβατικό τρόπο του, μεταφέροντας τους γύρω του σε ένα φανταστικό ταξίδι σε έναν κόσμο που δεν έχουν ξαναδεί. Στην ταινία, ο ήρωάς μας αναλαμβάνει την πιο δύσκολη αποστολή του μέχρι τώρα για λογαριασμό του Ι.Θ.Φ.Ε. (Ινστιτούτο για τον Θεσμό της Φαντασίας και της Έμπνευσης ΕΠΕ): να φτιάξει το κέφι της Γκάμπι και του Σεμπάστιαν, δύο αδελφών που δυσκολεύονται να προσαρμοστούν στη νέα τους ζωή. Ο Γάτος είναι γνωστός για τη μεγάλη του καρδιά, αλλά κάποιες φορές και για τις αδιόρθωτες υπερβολές του. Αυτή μπορεί να είναι η τελευταία ευκαιρία για τον πράκτορα του χάους να αποδείξει την αξία του ή να χάσει το μαγικό του καπέλο.

Η ταινία κυκλοφορεί στις αίθουσες από την Tanweer.

Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.

Exit mobile version