
Τι αποκαλύπτει η εσφαλμένη διάγνωση της Christina Applegate για τη σκλήρυνση κατά πλάκας
- 22 ΟΚΤ 2026
Για πέντε χρόνια, η Christina Applegate ήταν ίσως η πιο αναγνωρίσιμη φωνή παγκοσμίως για το πώς είναι να ζει κανείς με σκλήρυνση κατά πλάκας. Μιλούσε ανοιχτά για αυτό και περιέγραφε χωρίς ωραιοποιήσεις τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε. Κατέγραψε μάλιστα την ιστορία της σε μία αυτοβιογραφία που κυκλοφόρησε μόλις τον περασμένο Μάρτιο, έχοντας πλέον εξελιχθεί σε ένα από τα πιο προβεβλημένα πρόσωπα ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης για τη νόσο.
Πριν λίγες ημέρες, η βραβευμένη με Emmy ηθοποιός, αποκάλυψε ότι τελικά, δεν πάσχει από σκλήρυνση κατά πλάκας. Και οι γιατροί της εξακολουθούν να μην γνωρίζουν τι προκαλεί τα εξουθενωτικά συμπτώματά της.
«Επέστρεψα στο σημείο μηδέν», είπε η Applegate στο podcast MeSsy της ηθοποιού Jamie Lynn Sigler, η οποία έχει διαγνωστεί με σκλήρυνση κατά πλάκας. Αλλά, ακόμα και αν οι γύρω της υποδέχθηκαν με χαρά και ανακούφιση την τροπή που πήραν τα πράγματα, η ίδια δεν βίωνε την ίδια εμπειρία.
Ναι μεν αποδείχθηκε πως η διάγνωσή ήταν λανθασμένη, όμως τα συμπτώματα παραμένουν και η πραγματική αιτία που τα προκαλεί, εξακολουθεί να αγνοείται.
Η περίπτωση της Applegate μάλιστα, όσο εντυπωσιακή κι αν μοιάζει, δεν είναι καν η μόνη.
Παρ’ όλο που όλο και περισσότεροι Αμερικανοί διαγιγνώσκονται με σκλήρυνση κατά πλάκας, οι λανθασμένες διαγνώσεις παραμένουν πολύ συχνές.
Σύμφωνα με ανάλυση, περίπου το 15% των διαγνώσεων σκλήρυνσης κατά πλάκας ενδέχεται στην πραγματικότητα να είναι ψευδώς θετικές.
Πώς είναι δυνατόν, λοιπόν, μια τόσο συχνή ιατρική πάθηση, με την οποία ζουν περίπου 1 εκατομμύριο Αμερικανοί, δηλαδή περίπου ένας στους 350 ανθρώπους, να θεωρείται γρίφος;
Η δυσκολία στη διάγνωση
Ως αυτοάνοσο νόσημα, η σκλήρυνση κατά πλάκας, στρέφει κατά λάθος το ανοσοποιητικό σύστημα εναντίον του οργανισμού, προκαλώντας βλάβες στα κύτταρα που προστατεύουν τον εγκέφαλο και τον νωτιαίο μυελό. Η βλάβη που προκαλείται διαταράσσει τη μετάδοση των νευρικών σημάτων και προκαλεί τα χαρακτηριστικά συμπτώματα της νόσου, όπως είναι οι κινητικές διαταραχές, το αίσθημα μυρμηγκιάσματος και προβλήματα όρασης. Σε ορισμένους ασθενείς, παρατηρείται μια διακύμανση υποτροπών και εξάρσεων, ενώ σε άλλους η νόσος εξελίσσεται σταθερά, οδηγώντας τελικά σε σοβαρή αναπηρία.
Εδώ παρουσιάζεται ένα από τα βασικά παράδοξα της νόσου, καθώς παρότι γνωρίζουμε αρκετά για το τι κάνει στον οργανισμό, εξακολουθούμε, και κυρίως οι επιστήμονες, να μην γνωρίζουμε ακριβώς τι είναι αυτό που την προκαλεί.
Σύμφωνα με τον Δρ. Andrew Solomon, νευρολόγο στο Πανεπιστήμιο του Βερμόντ με ειδίκευση στη σκλήρυνση κατά πλάκας, υπάρχουν παράγοντες που φαίνεται να αυξάνουν τον κίνδυνο, όπως το κάπνισμα, η παχυσαρκία και τα προβλήματα μεταβολισμού· ακόμη και ο ακριβής ρόλος της γενετικής παραμένει σε κάποιο βαθμό μυστήριο.
«Δεν γνωρίζουμε πραγματικά τι προκαλεί ή τι πυροδοτεί την αυτοάνοση αντίδραση σε κάθε άνθρωπο», σημειώνει ο νευρολόγος.
Και εκεί ακριβώς αρχίζει η δυσκολία στη διάγνωσή της.
Πρώτον, οι εξετάσεις μπορεί να μην είναι ακριβείς· δεν υπάρχει καμία εξέταση που να μπορεί να διαγνώσει με αξιοπιστία τη συγκεκριμένη νόσο. Όταν ένας γιατρός υποψιάζεται ότι ο ασθενής του ενδέχεται να πάσχει από σκλήρυνση κατά πλάκας, συνήθως τον υποβάλλει σε μαγνητική τομογραφία, την οποία στη συνέχεια εξετάζει διεξοδικά ψάχνοντας για αλλοιώσεις που συνδέονται με αυτή.
Όμως και αυτές οι απεικονίσεις εξακολουθούν να υπόκεινται σε ερμηνεία: άλλες σπάνιες παθήσεις μοιάζουν μερικές φορές με τη σκλήρυνση κατά πλάκας στις απεικονίσεις, όπως και οι παθήσεις των αιμοφόρων αγγείων στον εγκέφαλο.
Τα ίδια τα συμπτώματα της νόσου αυξάνουν τη δυσκολία για ασφαλή διάγνωση. Συχνά, στα αρχικά στάδια μπορεί να είναι ασαφή: διανοητική θολούρα, κόπωση ή γενική αδιαθεσία. Το μυρμήγκιασμα ή τα προβλήματα όρασης μπορεί να μοιάζουν με συμπτώματα άλλων παθήσεων που δεν σχετίζονται με τη σκλήρυνση κατά πλάκας, και εύκολα αγνοούνται αν εισέλθουν σε προσωρινή ύφεση, όπως συμβαίνει συχνά κατά τις αρχικές φάσεις της νόσου.
Μια μελέτη του 2025 από τον Solomon και τους συνεργάτες του, διαπίστωσε ότι το 40% των ατόμων που αργότερα διαγνώστηκαν με σκλήρυνση κατά πλάκας είχαν αρχικά λάβει λανθασμένη διάγνωση για κάποια άλλη νόσο.
«Επειδή είναι τόσο ετερογενής, δεν εκδηλώνεται με τον ίδιο τρόπο σε όλους και μπορεί να παρουσιάζει διαφορετικό βαθμό σοβαρότητας, με αποτέλεμα μερικές φορές να είναι δύσκολο να διαγνωστεί», είπε ο Solomon.
Τέλος, όταν οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν σοβαρά συμπτώματα που επηρεάζουν τη λειτουργικότητά τους, υπάρχει πίεση να δοθεί κάποια διάγνωση, οδηγώντας ορισμένους γιατρούς στο να καταλήξουν στη σκλήρυνση κατά πλάκας, ακόμη κι αν δεν είναι βέβαιοι, εξήγησε ο Solomon. Η πρόσφατη εμφάνιση αποτελεσματικών θεραπειών που βοηθούν στον έλεγχο και τη διαχείριση των συμπτωμάτων της νόσου, ιδίως όταν αυτή εντοπίζεται έγκαιρα, μπορεί να εντείνει αυτή την πίεση, ακόμη κι αν η καλύτερη επιλογή θα ήταν να συνεχιστεί η παρακολούθηση του ασθενούς πριν ξεκινήσει κάποια φαρμακευτική αγωγή.
«Μπορεί να υπάρχουν πολλοί κλινικοί γιατροί οι οποίοι, αν δεν μπορούν να βρουν μία καλύτερη διάγνωση από αυτή της σκλήρυνσης κατά πλάκας, να έχουν την τάση να διαγνώσουν τη νόσο, ακόμη και αν ο ασθενής δεν πληροί τα διαγνωστικά κριτήρια, επειδή ανησυχούν μήπως χάσουν την ευκαιρία να προσφέρουν θεραπεία», είπε ο Solomon.
Υπάρχουν, πάντως, λόγοι να ελπίζουμε ότι το πρόβλημα των λανθασμένων διαγνώσεων της σκλήρυνσης κατά πλάκας μπορεί να περιοριστεί.
Η National Multiple Sclerosis Society δημοσίευσε το 2024 νέα διαγνωστικά κριτήρια, τα οποία, σύμφωνα με τον Solomon, θα πρέπει να γίνουν περισσότερο γνωστά στους γιατρούς, ώστε να μπορούν να διακρίνουν καλύτερα τη σκλήρυνση κατά πλάκας από καταστάσεις όπως οι ημικρανίες ή οι αγγειακές παθήσεις.
Και επειδή η απεικόνιση αποτελεί μέρος της διαγνωστικής διαδικασίας, υπάρχει αισιοδοξία ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσε να εξελιχθεί σε ένα ισχυρό νέο εργαλείο για την επίτευξη ακριβέστερων διαγνώσεων.
Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.