Γενετικά τροποποιημένα τρόφιμα: Τα ερωτήματα πίσω από την απόφαση
Μιλήσαμε με τη Βάσω Κανελλοπούλου, συγγραφέα και ιδρυτικό μέλος του Δικτύου ΣΙΤΩ, για τη νέα νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης που αφορά τις Νέες Γονιδιωματικές Τεχνικές, για τις λεπτές αποχρώσεις της αλήθειας πίσω από αυτή την απόφαση.
- 11 ΑΥΓ 2026
Η γενετική τροποποίηση των φυτών δεν είναι ένα νέο φαινόμενο. Εδώ και χιλιάδες χρόνια οι άνθρωποι επηρεάζουν τη γενετική σύσταση των καλλιεργειών, επιλέγοντας τους καλύτερους σπόρους από κάθε σοδειά και χρησιμοποιώντας τους στις επόμενες καλλιέργειες. Με τη διαδικασία της επιλογής, της αναπαραγωγής και της διασταύρωσης, οι αγρότες δημιούργησαν σταδιακά ποικιλίες που ήταν πιο γλυκές, πιο παραγωγικές, πιο ανθεκτικές και μπορούσαν να διατηρηθούν περισσότερο.
Η σύγχρονη βιοτεχνολογία, ωστόσο, εισάγει μια διαφορετική μορφή παρέμβασης στο γενετικό υλικό των οργανισμών. Οι γενετικά τροποποιημένοι οργανισμοί (ΓΤΟ) είναι οργανισμοί των οποίων το γενετικό υλικό έχει τροποποιηθεί με τεχνικές που δεν θα μπορούσαν να συμβούν φυσικά μέσω της παραδοσιακής καλλιέργειας και βελτίωσης. Η τεχνολογία αυτή επιτρέπει είτε την απόκτηση νέων χαρακτηριστικών είτε την ενίσχυση ήδη υπαρχόντων, όπως η ανθεκτικότητα σε έντομα ή σε ζιζανιοκτόνα.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση αποφάσισε πρόσφατα να αλλάξει το πλαίσιο που αφορά τις λεγόμενες Νέες Γονιδιωματικές Τεχνικές (ΝΓΤ), οι οποίες χρησιμοποιούνται για την επεξεργασία του γονιδιώματος των φυτών. Η νέα νομοθεσία εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 17 Ιουνίου 2026 και αναμένεται να εφαρμοστεί από τα μέσα του 2028.
Η βασική αλλαγή είναι ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση μετακινείται από την αξιολόγηση της διαδικασίας προς την αξιολόγηση του τελικού αποτελέσματος. Δηλαδή, δεν εξετάζεται μόνο ο τρόπος με τον οποίο δημιουργήθηκε ένα φυτό, αλλά κυρίως το πώς είναι γενετικά μετά την τροποποίηση.
Με βάση τους νέους κανόνες, τα φυτά που έχουν τροποποιηθεί με ΝΓΤ χωρίζονται σε δύο κατηγορίες. Η πρώτη κατηγορία, ΝΓΤ-1, αφορά φυτά που έχουν υποστεί περιορισμένες αλλαγές, οι οποίες θεωρείται ότι θα μπορούσαν να είχαν προκύψει και μέσω συμβατικών μεθόδων βελτίωσης. Τα φυτά αυτά αντιμετωπίζονται πλέον ως συμβατικά φυτά. Ωστόσο, δεν μπορούν να ενταχθούν σε αυτή την κατηγορία φυτά που έχουν σχεδιαστεί ώστε να είναι ανθεκτικά στα ζιζανιοκτόνα ή να παράγουν εντομοκτόνες ουσίες.
Η δεύτερη κατηγορία, ΝΓΤ-2, αφορά φυτά με πιο σύνθετες ή εκτεταμένες γενετικές τροποποιήσεις. Αυτά εξακολουθούν να υπόκεινται στους κανόνες που ισχύουν για τους γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς, δηλαδή απαιτούν αξιολόγηση κινδύνου, έγκριση, επισήμανση και ιχνηλασιμότητα. Παράλληλα, τα κράτη-μέλη διατηρούν το δικαίωμα να μην επιτρέπουν την καλλιέργειά τους. Ούτε τα φυτά ΝΓΤ-1 ούτε τα ΝΓΤ-2 επιτρέπονται στη βιολογική παραγωγή.
Τη συζήτηση γύρω από τις νέες αυτές τεχνολογίες παρακολουθεί εδώ και περισσότερα από είκοσι χρόνια η Βάσω Κανελλοπούλου, η οποία ερευνά τη γενετική τροποποίηση των τροφίμων από το 2000, παράλληλα με τη σημασία των παραδοσιακών σπόρων και τη διατήρηση του γενετικού πλούτου των καλλιεργούμενων φυτών. Είναι συγγραφέας του βιβλίου «Μεταλλαγμένα: το παρελθόν, το παρόν και το άγνωστο μέλλον» και ιδρυτικό μέλος του Δικτύου ΣΙΤΩ, μιας πρωτοβουλίας που δραστηριοποιείται στη διάσωση, παραγωγή και διάδοση παραδοσιακών ποικιλιών σπόρων.
Όπως εξηγεί, οι Νέες Γονιδιωματικές Τεχνικές αποτελούν τη δεύτερη γενιά γενετικής τροποποίησης και βασίζονται σε διαφορετική τεχνολογία από εκείνη που χρησιμοποιήθηκε στο παρελθόν. «Χρησιμοποιούνται κάποια χημικά ένζυμα, ένα υλικό που δημιουργεί ρήξη μέσα στο γονιδίωμα και επιτρέπει στον επεμβαίνοντα να κάνει αλλαγές πολύ πιο εύκολα και πολύ πιο γρήγορα από ό,τι πριν. Γι’ αυτό είναι και πολύ πιο φθηνό για τις εταιρείες να ετοιμάσουν νέα προϊόντα», αναφέρει.
Η νέα τεχνολογία άλλαξε όνομα προκειμένου να διαφοροποιηθεί από την πρώτη γενιά γενετικά τροποποιημένων οργανισμών. Ωστόσο, σύμφωνα με την ίδια, το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο η τεχνική αλλά κυρίως ο τρόπος με τον οποίο ρυθμίζεται. Για τις ΝΓΤ-1, η νέα νομοθεσία καταργεί σημαντικές δικλίδες ασφαλείας, όπως την υποχρεωτική ανάλυση κινδύνου, την επισήμανση μέχρι τον τελικό καταναλωτή και την πλήρη ιχνηλασιμότητα.
«Αν, ο μη γένοιτο, συμβεί κάτι στο οικοσύστημα, μέχρι σήμερα υπήρχε η υποχρέωση να μπορούμε να εντοπίσουμε τι έχει συμβεί και από πού προήλθε. Η εταιρεία που διέθετε τον σπόρο έπρεπε να δίνει τα στοιχεία που επέτρεπαν αυτόν τον εντοπισμό. Τώρα, για τις ΝΓΤ-1, αυτή η υποχρέωση δεν υπάρχει πλέον», σημειώνει. Για τις ΝΓΤ-2, όπως διευκρινίζει, δεν καταργούνται όλες οι διαδικασίες ελέγχου, αλλά το πλαίσιο γίνεται πιο χαλαρό σε σχέση με την πρώτη γενιά. Ιδιαίτερη συζήτηση έχει προκαλέσει και το κριτήριο των είκοσι μεταλλάξεων που χρησιμοποιείται για την κατάταξη των φυτών στην κατηγορία ΝΓΤ-1. «Δεν έχει σημασία αν η μετάλλαξη είναι μία ή εκατό. Σημασία έχει η ποιότητά της, τι επηρεάζει και αν μπορεί να προκαλέσει κάτι που να δημιουργεί πρόβλημα στον άνθρωπο ή στο περιβάλλον», τονίζει.
Το δεύτερο μεγάλο ερώτημα αφορά το τι ακριβώς υπόσχονται αυτές οι νέες τεχνολογίες. Η πρώτη γενιά γενετικά τροποποιημένων οργανισμών είχε παρουσιαστεί ως λύση για την αύξηση της παραγωγής, τη μείωση της πείνας και τη βελτίωση της γεωργίας. Υποσχέσεις που δεν επιβεβαιώθηκαν.
«Μας έλεγαν ότι θα έχουμε μεγαλύτερη παραγωγή και ότι δεν θα υπάρχει πείνα. Αυτές οι υποσχέσεις δεν υλοποιήθηκαν. Αυτό που γνωρίζουμε είναι ότι αυξήθηκε η χρήση φυτοφαρμάκων στον πλανήτη, γιατί είναι πολύ πιο εύκολο να σκοτώνεις τα ζιζάνια με ένα χημικό», αναφέρει.
Στη νέα γενιά τεχνολογιών, το βασικό επιχείρημα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είναι ότι μπορούν να βοηθήσουν τη γεωργία να προσαρμοστεί στην κλιματική αλλαγή και να ενισχύσουν την επισιτιστική ασφάλεια. Ωστόσο, θέτονται ερωτήματα σχετικά με το ποια είναι πραγματικά τα προϊόντα που αναπτύσσονται.
Υπάρχουν ήδη πολλές ποικιλίες φυτών που παρουσιάζουν ανθεκτικότητα στην ξηρασία και έχουν δημιουργηθεί με τις κλασικές μεθόδους βελτίωσης των φυτών, δηλαδή μέσα από φυσικές διασταυρώσεις και επιλογή χαρακτηριστικών. Η βασική διαφορά είναι ότι η παραδοσιακή βελτίωση χρησιμοποιεί τους φυσικούς αναπαραγωγικούς μηχανισμούς των φυτών, ενώ οι νέες γονιδιωματικές τεχνικές πραγματοποιούνται εξ ολοκλήρου στο εργαστήριο.
Στο επίκεντρο αυτής της τεχνολογικής εξέλιξης βρίσκεται η μέθοδος CRISPR, μια από τις σημαντικότερες νέες τεχνικές γονιδιακής επεξεργασίας. Η Jennifer Doudna και η Emmanuelle Charpentier τιμήθηκαν με το βραβείο Νόμπελ για την ανάπτυξη της συγκεκριμένης τεχνολογίας. Η Doudna, μάλιστα, στο βιβλίο της A Crack in Creation, αναφέρεται στις τεράστιες δυνατότητες αλλά και στους κινδύνους που μπορεί να προκύψουν από τη χρήση της.
«Είμαστε υπέρ των νέων τεχνολογιών, αρκεί να χρησιμοποιούνται με προσοχή και προς όφελος των ανθρώπων», λέει η Βάσω Κανελλοπούλου. Η κοινωνία ωστόσο βρίσκεται μπροστά σε ένα κρίσιμο δίλημμα, καθώς η παρέμβαση αφορά την ίδια τη βάση της ζωής, το γενετικό υλικό. «Δεν μιλάμε μόνο για το τι θα φάω εγώ και αν θα αρρωστήσω ή όχι. Μιλάμε για κάτι που μπορεί να κληρονομηθεί στις επόμενες γενιές», υπογραμμίζει.
Ο μεγαλύτερος προβληματισμός αφορά το γεγονός ότι, χωρίς επαρκείς ελέγχους, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο μιας ανεπιθύμητης επίδρασης. «Αν κάτι δεν είναι καλό και δεν το γνωρίζουμε επειδή δεν υπάρχει επαρκής έλεγχος, τότε δημιουργείται μια διακινδύνευση όχι μόνο για εμάς αλλά και για το οικοσύστημα».
Η ίδια ξεκαθαρίζει ότι το ζήτημα δεν είναι η απαγόρευση της τεχνολογίας. «Θα μπορούσαν να κυκλοφορούν με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο του 2001-18, με τους ελέγχους που προϋπέθετε αυτός ο κανονισμός». Το ερώτημα που θέτει είναι γιατί κρίθηκε απαραίτητο να χαλαρώσουν οι κανόνες πριν υπάρξει μεγαλύτερη εμπειρία από την εφαρμογή των νέων τεχνικών.
Κατά την εκτίμησή της, η αλλαγή αυτή αποτελεί υποχώρηση απέναντι σε εμπορικά συμφέροντα, καθώς οι εταιρείες που διαθέτουν πατέντες μπορούν πλέον να αναπτύξουν πολύ περισσότερα προϊόντα και να εξασφαλίσουν μεγαλύτερο οικονομικό όφελος. Ιδιαίτερη έμφαση δίνει στο ζήτημα των πατεντών, καθώς θεωρεί ότι υπάρχει μια αντίφαση στη βασική επιχειρηματολογία υπέρ των ΝΓΤ. «Από τη μία μας λένε ότι είναι ίδια με τα φυσιολογικά φυτά και από την άλλη ζητούν πατέντα. Εδώ δεν υπάρχει μια αντίφαση;»
Η συγκέντρωση της αγοράς σπόρων σε λίγες μεγάλες εταιρείες αποτελεί ήδη ένα σημαντικό πρόβλημα, το οποίο μπορεί να ενταθεί με την επέκταση των πατεντών. Το αποτέλεσμα, όπως υποστηρίζει, είναι πρώτα οικονομικό. Η αύξηση της συγκέντρωσης της αγοράς οδηγεί σε αύξηση των τιμών των σπόρων και μεγαλύτερη εξάρτηση των παραγωγών από συγκεκριμένες εταιρείες. Παράλληλα, υπάρχει και μια σοβαρή γεωπολιτική διάσταση.
Η συζήτηση αφορά τελικά δύο διαφορετικά μοντέλα γεωργίας. Από τη μία πλευρά βρίσκεται η αγροοικολογία, η οποία επιδιώκει μεγαλύτερη συνεργασία με τις φυσικές διαδικασίες, και από την άλλη ένα μοντέλο εντατικής παραγωγής που βασίζεται στη χρήση χημικών και στην αύξηση της παραγωγικότητας. Η συνεχής επιδίωξη της μέγιστης παραγωγής έχει επιπτώσεις και στη διατροφική αξία των προϊόντων.
Για την ίδια, το μοντέλο γεωργίας δεν αφορά μόνο την παραγωγή. Συνδέεται με την οικονομία, καθώς επηρεάζει τους μικρούς και μεσαίους αγρότες, συνδέεται με την υγεία λόγω των επιπτώσεων των καλλιεργητικών πρακτικών και συνδέεται με τη γεωπολιτική, καθώς η τροφή αποτελεί στοιχείο ισχύος.
Παράλληλα, υποστηρίζει ότι πριν από την κατάθεση της πρότασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είχε προηγηθεί μια έντονη εκστρατεία διαμόρφωσης της κοινής γνώμης υπέρ της νέας τεχνολογίας. Όπως αναφέρει, οργανώσεις που εμφανίζονται ως μη κυβερνητικές, όπως η We Planet, αλλά σύμφωνα με την ίδια συνδέονται με μεγάλα εταιρικά συμφέροντα, παρουσίασαν τις ΝΓΤ ως αναγκαία προϋπόθεση για την ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης και την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.
«Δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι αν δεν υιοθετήσουμε αυτή την τεχνολογία, θα χάσουμε το τρένο της ανταγωνιστικότητας. Όμως το επιχείρημα ότι απαγορεύονταν πλήρως από την προηγούμενη νομοθεσία δεν ήταν ακριβές», σημειώνει. Η ίδια εκφράζει την ανησυχία ότι η συγκεκριμένη νομοθετική αλλαγή μπορεί να αποτελέσει την αρχή μιας γενικότερης χαλάρωσης των κανόνων.
Όπως αναφέρει, έχει ήδη κατατεθεί πρόταση στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για χαλάρωση των κανόνων σχετικά με τη χρήση γενετικά τροποποιημένων μικροοργανισμών στη διατροφή και στη γεωργία. Παράλληλα, σημειώνει ότι υπήρξε και προσπάθεια να ανοίξει η συζήτηση για αντίστοιχη αντιμετώπιση στη γενετική τροποποίηση ζώων που σχετίζονται με την παραγωγή τροφίμων. «Γι’ αυτό είπα ότι τους άνοιξε η όρεξη. Η κοινωνία πρέπει να καταλάβει ότι εδώ υπάρχει ένα τεράστιο θέμα με πολλές πλευρές».
Το ζήτημα δεν είναι μόνο επιστημονικό. Αφορά την οικονομία, το περιβάλλον, τη δημόσια υγεία, τη διατροφική ασφάλεια αλλά και τη σχέση του ανθρώπου με τη φύση. «Δεν είναι μόνο φιλοσοφικό θέμα. Δεν είναι μόνο θρησκευτικό για κάποιους ανθρώπους. Είναι και πρακτικό: τι σημαίνει για εμένα, για τα παιδιά μου και για τα εγγόνια μου», καταλήγει.
Η Greenpeace θέτει με τη σειρά της και το ζήτημα της ελληνικής γεωργίας. Όπως επισημαίνει η οργάνωση, το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της χώρας δεν βρίσκεται στη μαζική παραγωγή αλλά στην ποιότητα. Η ελληνική γεωργία, με την πλειονότητά της να αποτελείται από μικρούς παραγωγούς, στηρίζεται στις ιδιαίτερες ποικιλίες, στα ποιοτικά προϊόντα και στα προϊόντα Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης (ΠΟΠ).
Το αρχικό ερώτημα, επομένως, είναι γιατί καταργείται η ενημέρωση του καταναλωτή και στη συνέχεια με ποιους όρους θα χρησιμοποιηθούν οι ΓΝΤ-1, ποιοι θα τις ελέγχουν και αν οι αποφάσεις που λαμβάνονται σήμερα θα προστατεύσουν ή θα περιορίσουν την αυτονομία της διατροφής του αύριο.
Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.