iStock
ΒΙΒΛΙΟ

To Die For: Ένα βιβλίο μαγειρικής με συνταγές από τάφους

Η Rosie Grant συγκέντρωσε συνταγές που χαράχτηκαν κυριολεκτικά πάνω σε ταφόπλακες, ως φόρος τιμής σε αγαπημένα πρόσωπα που άφησαν το δικό τους αποτύπωμα μέσα από την κουζίνα τους.

Μπορεί μια συνταγή να ακολουθήσει τον δημιουργό της μέχρι τον τάφο; Η απάντηση είναι ναι και μάλιστα να γίνει το νήμα που συνδέει τις επόμενες γενιές με ανθρώπους που έφυγαν, αλλά εξακολουθούν να υπάρχουν μέσα από τις γεύσεις, τις μυρωδιές και τις αναμνήσεις τους.

Αυτή είναι η αφετηρία του πρωτότυπου εγχειρήματος της Rosie Grant, το οποίο ξεκίνησε ως ένα προσωπικό ερευνητικό πρότζεκτ και εξελίχθηκε σε βιβλίο μαγειρικής με τίτλο To Die For. Στις σελίδες του συγκεντρώνονται συνταγές που χαράχτηκαν κυριολεκτικά πάνω σε ταφόπλακες, ως φόρος τιμής σε αγαπημένα πρόσωπα που άφησαν το δικό τους αποτύπωμα μέσα από την κουζίνα τους.

Το βιβλίο φωτίζει τις ιστορίες απλών ανθρώπων (δάσκαλοι, προπονητές, οδοντίατροι της γειτονιάς, γείτονες που όλοι γνώριζαν) που υπήρξαν ξεχωριστοί για τις κοινότητές τους. Αυτό που ξεκίνησε ως μια ιδιότυπη περιέργεια εξελίχθηκε σε μια βαθύτερη αναζήτηση γύρω από την ταυτότητα, τον τόπο, την οικογενειακή κληρονομιά και το ερώτημα του τι τελικά αφήνουμε πίσω μας.

Τα τελευταία πεντέμισι χρόνια, η Grant έχει διασχίσει μεγάλο μέρος των Ηνωμένων Πολιτειών, φτάνοντας μέχρι το Νόμε της Αλάσκας, αλλά και τη Νέα Σκωτία του Καναδά. Σκοπός της ήταν να επισκεφθεί τους νεκροταφεία όπου αγαπημένες συνταγές έχουν αποτυπωθεί σε επιτύμβιες πλάκες, αλλά και να συναντήσει τις οικογένειές των αποθανόντων, αναζητώντας τις ιστορίες που κρύβονται πίσω από κάθε πιάτο.

Η περιπέτειά της ξεκίνησε όταν έκανε την πρακτική της στο ψηφιακό αρχείο του Κοιμητηρίου του Κογκρέσου στην Ουάσιγκτον. Εκεί δημιούργησε τους λογαριασμούς ghostly.archive στο TikTok και το Instagram, καταγράφοντας ευρήματα που ένωναν με έναν αναπάντεχο τρόπο την ιστορία, τη μαγειρική και τη μνήμη.

Το βιβλίο περιλαμβάνει 40 συνταγές, όλες εγκεκριμένες από τους συγγενείς των ανθρώπων στους οποίους ανήκουν. Για να τους εντοπίσει, η συγγραφέας αξιοποίησε κυρίως διαδικτυακές πηγές, από νεκρολογίες μέχρι αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ζητώντας την άδειά τους να δημοσιεύσει τις οικογενειακές γαστρονομικές παρακαταθήκες τους.

Όπως λέει και σε συνέντευξή της στο Bon Appetit, η Grant εκτιμά ότι η μαγειρική μπορεί να γίνει ένας απροσδόκητα τρυφερός τρόπος για να μιλήσουμε για τον θάνατο. Το να καθίσεις γύρω από ένα τραπέζι για να μοιραστείς ένα γεύμα ή να μπεις σε μια κουζίνα γεμάτη αναμνήσεις μπορεί να καταργήσει τις αμηχανίες που συχνά συνοδεύουν τις συζητήσεις για την απώλεια. Παρότι μεγάλωσε στην Αλεξάνδρεια της Βιρτζίνια, με γονείς που διοργάνωναν ξεναγήσεις με ιστορίες φαντασμάτων σε τοπικά κοιμητήρια, η ίδια διαπίστωσε ότι η οικογένειά της αισθανόταν πιο άνετα να συζητά για το υπερφυσικό παρά για τον αναπόφευκτο θάνατο και την προετοιμασία απέναντί του.

«Μια συνταγή είναι κάτι που δίνει ζωή», σημειώνει, εξηγώντας ότι αντίστοιχες συζητήσεις θα μπορούσαν να ξεκινήσουν από τη μουσική ή τα ταξίδια. Το να ανατρέχει κανείς σε στιγμές που έδωσαν πληρότητα στη ζωή του ίσως να αποτελεί έναν πιο προσιτό δρόμο προς δύσκολα θέματα, όπως η απώλεια και η θνητότητα.

Αρχικά, η ερευνήτρια ήθελε να επικεντρωθεί στις ίδιες τις συνταγές, αποσυνδέοντάς τες από τους ανθρώπους που τις δημιούργησαν. Όμως οι αναμνήσεις των ανθρώπων που γνώρισε, έδωσαν στο πρότζεκτ μια νέα διάσταση. Έκτοτε, έχει μαγειρέψει μαζί με επτά από τις οικογένειες που παρουσιάζονται στο βιβλίο, ενώ έχει επισκεφθεί τους τάφους των ανθρώπων τους, παίρνοντας μαζί της τα φαγητά που συνδέονται με τη μνήμη τους. Πρόκειται για μια προσωπική τελετουργία τιμής προς εκείνους που έφυγαν, αλλά και για μια υπενθύμιση ότι οι ιστορίες τους εξακολουθούν να έχουν θέση στο παρόν.

Η πολυετής έρευνά της έφερε τη Grant αντιμέτωπη και με την εξέλιξη των ίδιων των ταφικών μνημείων. Όπως παρατηρεί, οι τάφοι και οι επιτύμβιες πλάκες έχουν γίνει σταδιακά πιο προσωπικοί, αντανακλώντας με μεγαλύτερη ακρίβεια τη ζωή και την προσωπικότητα των νεκρών.

Η εξάπλωση της βιομηχανικής παραγωγής και η ευκολότερη πρόσβαση στα εργαλεία επεξεργασίας του γρανίτη επέτρεψαν πολύ μεγαλύτερη ελευθερία στην εξατομίκευση των μνημείων. Παράλληλα, ο γρανίτης αποδείχθηκε πιο ανθεκτικός από τα υλικά που χρησιμοποιούνταν παλαιότερα, όπως το ξύλο, ο σχιστόλιθος και το μάρμαρο, προσφέροντας μεγαλύτερη διάρκεια ζωής στις αναμνηστικές επιγραφές.

Για την ίδια, τα κοιμητήρια δεν είναι απλώς χώροι σιωπής και αποχαιρετισμού. Είναι τόποι που εξακολουθούν να πάλλονται από ζωή, ιστορίες και γνώση – αρκεί να είναι κανείς πρόθυμος να τα ακούσει. Η προσέγγισή της έχει βρει απήχηση και στο λεγόμενο Death Positive Movement, ένα κίνημα στο οποίο συμμετέχουν εργαζόμενοι στην παρηγορητική φροντίδα, συνοδοί ανθρώπων στο τέλος της ζωής και άλλοι επαγγελματίες που υποστηρίζουν ότι η ανοιχτή συζήτηση για τον θάνατο και ο έγκαιρος σχεδιασμός για το τέλος της ζωής μπορούν να συμβάλουν σε μια πιο υγιή κοινωνία.

Παρά τις αντιδράσεις που έχει δεχθεί – μεταξύ άλλων από ανθρώπους που ισχυρίζονται ότι επικοινωνούν με τους νεκρούς και θεωρούν ότι εκείνοι δεν θα ήθελαν να δημοσιοποιηθούν οι συνταγές τους, αλλά και από μια εν ζωή συμμετέχουσα που δεν επιθυμούσε να μοιραστεί τα γαστρονομικά της μυστικά – το έργο της έχει εμπνεύσει πολλούς να αναλογιστούν τη δική τους οικογενειακή κληρονομιά.

Κάποιοι αναρωτιούνται ποια συνταγή θα ήθελαν να χαραχτεί στον δικό τους τάφο. Άλλοι εκφράζουν τη λύπη τους επειδή δεν ζήτησαν εγκαίρως από αγαπημένα πρόσωπα να τους δείξουν πώς φτιάχνουν ένα συγκεκριμένο φαγητό ή να καταγράψουν μικρά μυστικά που δεν αποτυπώνονται ποτέ στις γραπτές οδηγίες.

Η Grant αναγνωρίζει, με χιούμορ, ότι δεν είναι εύκολο να πει κάποιος στη μητέρα του: «Γράψε μου τη συνταγή σου, γιατί κάποια στιγμή θα πεθάνεις». Υπάρχουν, ωστόσο, πιο απλοί και φυσικοί τρόποι να διατηρηθεί αυτή η γνώση. Να φωτογραφίσει κανείς το παλιό κουτί με τις συνταγές και να στείλει τις εικόνες στους συγγενείς του. Να αποθηκεύσει τις οδηγίες σε ένα ψηφιακό αρχείο. Ή, ακόμη καλύτερα, να μπει στην κουζίνα μαζί με τον άνθρωπο που θέλει να θυμάται.

«Δείξε μου πώς το φτιάχνεις. Ας το μαγειρέψουμε μαζί», προτείνει η ίδια, επισημαίνοντας ότι η μετάδοση της γνώσης αποκτά ιδιαίτερη δύναμη όταν γίνεται μέσα από μια κοινή εμπειρία.

Οι μαρτυρίες των οικογενειών που συμμετέχουν στο βιβλίο, αλλά και τα μηνύματα των αναγνωστών της, δείχνουν ότι η επιστροφή σε αυτές τις συνταγές προσφέρει μια μορφή συναισθηματικής εκτόνωσης. Οι γεύσεις και οι μυρωδιές βοηθούν τους ανθρώπους να προσεγγίσουν το πένθος, να ξαναθυμηθούν τους δικούς τους και να μιλήσουν για όσα συχνά παραμένουν ανείπωτα.

Πώς συνδέεται το φαγητό με τον θάνατο

Το φαγητό αποτελεί από παλιά αναπόσπαστο μέρος της τιμής που αποδίδεται στους αποθανόντες. Στη βικτοριανή εποχή, για παράδειγμα, ήταν συνηθισμένο οι Αμερικανοί να κάνουν πικνίκ στα νεκροταφεία, θέλοντας να έρθουν σε επαφή με τους νεκρούς αλλά και από πρακτική άποψη, λόγω της έλλειψης δημόσιων πάρκων.

Στα Σούρμενα, οι Πόντιοι συνεχίζουν το Ταφικό Έθιμο, που έφεραν από την πατρίδα τους. Την Κυριακή του Θωμά, στρώνουν στους τάφους λευκά τραπεζομάντηλα και τοποθετούν κόκκινα αυγά, τσουρέκια, μεζέδες και ούζο. Αφού τελεστεί το τρισάγιο, οι συγγενείς αφηγούνται ιστορίες, πίνουν, τρώνε, τιμούν τη ζωή και τη μνήμη των αγαπημένων τους.

Τα γεύματα μετά την κηδεία αποτελούσαν επίσης ιστορικά ένα μέσο για τις κοινότητες να γιορτάσουν τη ζωή ενός ανθρώπου και να εκφράσουν τη συμπαράστασή τους και την υποστήριξή τους στους πενθούντες. Στην Αρχαία Ελλάδα, προσφέροταν ψωμί, κρασί, ελιές, τυρί ή ρύζι με την ευχή «μακαρία η μνήμη», από όπου προέρχεται ιστορικά και η παράδοση της «μακαρίας» (ή της ψαρόσουπας σε ορισμένες περιοχές).

Οι «συνταγές επιτύμβιων» φαίνεται να είναι μια σχετικά πρόσφατη ιδέα. Η παλαιότερη που βρήκε η Grant χρονολογείται από τη δεκαετία του 1990, ενώ οι περισσότερες προέρχονται από τα τέλη της δεκαετίας του 2000. Ωστόσο, καθώς η εξατομίκευση γίνεται όλο και πιο συνηθισμένη στις κηδείες και τις επιτύμβιες πλάκες, η τάση αυτή δεν πρέπει να αποτελεί έκπληξη.

«Σε πολλές κοινότητες, οι άνθρωποι είναι γνωστοί για τις συνταγές τους και το φαγητό που μοιράζονται με την κοινότητά τους», λέει η Candi K. Cann, καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Baylor, η έρευνα της οποίας έχει επικεντρωθεί στον θάνατο και τη διαδικασία του θανάτου. «Πιστεύω, λοιπόν, ότι οι συνταγές είναι ένας τρόπος με τον οποίο μπορείς να κρατήσεις ζωντανή τη μνήμη κάποιου και να τον θυμάσαι», λέει στο Smithsonian Magazine.

Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.

Exit mobile version