Η Αλεξία Παραμυθά μεταμορφώνει την Πειραιώς 260 σε ένα σπίτι γεμάτο σκιές και ξόρκια
Στην παρθενική της εμφάνιση στο Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, η νεαρή ηθοποιός-σκηνοθέτης παρουσιάζει το CARCOMA, τη θεατρική μεταφορά της νουβέλας της Layla Martínez, Σαράκι.
- 5 ΙΟΥΝ 2026
Την Gen Z την γνωρίζεις. Την Πειραιώς 260 του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, που φέτος συμπληρώνει 20 χρόνια καλλιτεχνικής δημιουργίας, επίσης. Αν ενώσεις τη γενιά και τον βιομηχανικό χώρο της Πειραιώς, εγένετο η Gen 260.
Η Αλεξία Παραμυθά είναι παιδί αυτής της γενιάς. «Μου φαίνεται πολύ ευτυχής αυτή η συνάντηση ενός μεγάλου θεσμού με δημιουργούς που κάνουν τα πρώτα τους βήματα, ώστε να τους δώσει βήμα και να ακουστούν νέες σκηνοθετικές φωνές. Οι νέοι καλλιτέχνες στη χώρα μας χρειάζονται τέτοιες συναντήσεις· χρειάζονται χώρο, χρόνο και εμπιστοσύνη για να δοκιμάσουν, να εκτεθούν, να εξελιχθούν», λέει η νεαρή ηθοποιός-σκηνοθέτης, που σήμερα, Παρασκευή 5 Ιουνίου εγκαινιάζει την ουσιαστική αυτή πρωτοβουλία του Φεστιβάλ.
Θα παρουσιάσει στη σκηνή ένα μυθιστόρημα: τη φεμινιστική νουβέλα της Layla Martínez, Σαράκι, που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Carnivora σε μετάφραση Ασπασίας Καμπύλη. Την παράσταση, ωστόσο, επέλεξε να τιτλοφορίσει με τον ισπανικό τίτλο του βιβλίου: CARCOMA.

«Ήταν περισσότερο μια διαισθητική έλξη παρά μια συνειδητή επιλογή. Υποθέτω πως υπάρχει κάτι στον τρόπο που ηχεί η λέξη “carcoma” -και ίσως και στην αμηχανία μας για το πώς ακριβώς να την προφέρουμε- που μου άνοιγε περισσότερους συνειρμούς από τη λέξη “σαράκι” και μπερδευόταν πιο υπόγεια με τη δική μας δραματουργία.
Θα έλεγα ότι η λέξη “carcoma” μου ανοίγει κάτι ακουστικά, όπως και τα παράξενα ισπανικά ονόματα των αγίων από τα οποία είναι γεμάτο το κείμενο. Όπως και μια άλλη ισπανική λέξη, η οποία εξελίχθηκε σε πολύ σημαντικό εργαλείο στη δραματουργία μας: η λέξη agujero (α-γου-χέ-ρο) που ελεύθερα μεταφράζεται ως τρύπα, άνοιγμα, ρωγμή. Στην παράστασή μας υπάρχει ένας γυναικείος χορός που μιλά χρησιμοποιώντας αποκλειστικά αυτή τη λέξη: τα φωνολογικά επεξεργασμένα θραύσματά της, τους αναγραμματισμούς της, τις παραμορφώσεις της.
Το “σαράκι” είναι μια λέξη που καταλαβαίνω αμέσως. Το “carcoma” από την άλλη, μια λέξη που πρέπει πρώτα να την ακούσω, να την ψελλίσω, να σκοντάψω λίγο πάνω της. Μου αρέσει αυτό το σκόνταγμα, το μικρό ξένο σώμα μέσα στο στόμα».
Το CARCOMA μπορεί να είναι η πρώτη σκηνοθετική της απόπειρα στο Φεστιβάλ, είναι η δεύτερη στη θεατρική της πορεία που τώρα ξεκινά – πρόσφατα, αποφοίτησε από το Τμήμα Θεάτρου της Σχολής Καλών Τεχνών του Α.Π.Θ.. Είχε προηγηθεί το Πάτι & Ρόμπερτ, βασισμένο στην ομώνυμη αυτοβιογραφία της Patti Smith, που είχε δημιουργηθεί στο Τμήμα Θεάτρου, με την καθοδήγηση του τότε δασκάλου της στη σκηνοθεσία, Μιχαήλ Μαρμαρινού, του νέου καλλιτεχνικού διευθυντή του Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, και στη συνέχεια παρουσιάστηκε στην 2023 Έλευσις Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης, στο πλαίσιο του Μυστηρίου 97 και σε φεστιβάλ στη Θεσσαλονίκη.
«Όταν έπεσε στα χέρια μου το Σαράκι, είχα ήδη διαβάσει ότι πρόκειται για μια δυνατή φεμινιστική νουβέλα, που αφορά μια σκληρή πράξη γυναικείας εκδίκησης. Όμως η δική μου επαφή με το κείμενο με έκανε να νιώσω ότι το έργο ξεπερνά οποιαδήποτε περιγραφή ή ταμπέλα το συνοδεύει. Άλλωστε, καταλαβαίνω τις επιφυλάξεις γύρω από τον όρο “φεμινιστική λογοτεχνία”, που συχνά χρησιμοποιείται περιοριστικά από την αγορά, για να δηλώσει τη “λογοτεχνία από γυναίκες για γυναίκες”. Η Martínez βρίσκει έναν λοξό, σκοτεινό, καθολικό και βαθιά ποιητικό δρόμο να μιλήσει για τη γυναικεία εμπειρία, την οικογενειακή μνήμη, την ταξική φθορά.
Με συγκινεί πολύ το ότι η αφετηρία του έργου είναι τόσο προσωπική· το ότι η συγγραφέας ανατρέχει στα δικά της βιώματα και στις οικογενειακές της μνήμες. Πιστεύω πολύ σε αυτό: ότι όταν κάτι ξεκινά από μια προσωπική μνήμη, όταν οι εικόνες δεν κατασκευάζονται εγκεφαλικά για να υπηρετήσουν ένα μήνυμα αλλά γεννιούνται από κάτι που έχει πραγματικά διαπεράσει τον δημιουργό, τότε μπορούν να αγγίξουν και τους άλλους με πολύ πιο απρόβλεπτο τρόπο. Ίσως το προσωπικό, όταν είναι βαθύ και ακριβές, να γίνεται αναπόφευκτα πολιτικό. Ήθελα λοιπόν να εξερευνήσω αυτό το παράξενο υλικό, όπου η βία, το τραύμα, η γυναικεία καταπίεση -έννοιες που συναντάμε πολύ συχνά στο σύγχρονο λεξιλόγιό μας- ξαναβρίσκουν κάτι από το σκοτάδι και την αμηχανία τους, καθώς μπλέκονται με το μεταφυσικό και το αρχέγονο».
Σε ένα σπίτι γεμάτο από σκιές, αγίους και λαϊκές δοξασίες, δύο ανώνυμες γυναίκες –μια γιαγιά και μια εγγονή– ζουν απομονωμένες, σαν να έχουν συγχωνευτεί με τους τοίχους που τις περιβάλλουν, μέχρι που η εξαφάνιση ενός παιδιού στρέφει πάνω τους το βλέμμα της μικρής κοινότητας και την αδιάκριτη προσοχή των ΜΜΕ. Αυτή είναι η ιστορία της νουβέλας.
«Δραματουργικά, με απασχόλησε πολύ ένα ερώτημα που ανοίγει το ίδιο το έργο γύρω από τη βία: αν είναι κάτι που βρίσκεται στη φύση μας, ένα ένστικτο από το οποίο δεν μπορούμε να ξεφύγουμε, όπως λέει με έναν τρόπο η γριά της νουβέλας, κάτι που “όλες το έχουμε, από τότε που γεννιόμαστε, γαντζώνεται σαν αγριόχορτο και δεν μας αφήνει”. Ή αν, αντίθετα, είναι κοινωνική κατασκευή· απόρροια της καταπίεσης, την ταπείνωσης, της ανισότητας. Αν, όπως λέει η εγγονή, “δεν γεννιόμαστε με κάτι στραβό μέσα μας, αλλά στραβώνει σιγά σιγά από το τόσο που σφίγγουμε συνέχεια τα δόντια”.
Με τράβηξε ακριβώς αυτή η αντίφαση: το ότι τα δύο πρόσωπα ξεκινούν από διαφορετικές θεωρήσεις του κόσμου, αλλά καταλήγουν παγιδευμένα στον ίδιο κύκλο βίας. Η πράξη εκδίκησης, στη δική μου ανάγνωση, δεν λειτουργεί σαν λύτρωση ούτε σαν δικαίωση. Δεν τις αποκαθιστά, δεν κλείνει την πληγή. Αντίθετα, τις αφήνει ίσως ακόμη πιο διάτρητες, ακόμη πιο τρυπημένες από πριν».
Η νουβέλα είναι επίσης εμποτισμένη με το υπερφυσικό στοιχείο και το στοιχείο του τρόμου. Πώς όμως αυτά μεταφέρονται από το χαρτί στη θεατρική σκηνή;
«Στο βιβλίο, η εγγονή, μιλώντας για τη δολοφονημένη της μητέρα, λέει: “την έβλεπα να επαναλαμβάνει τις ίδιες κινήσεις χρόνια ολόκληρα”. Με στοίχειωσε ιδιαίτερα η εικόνα του “σκιου”: της αλύτρωτης ψυχής που επαναλαμβάνει τις ίδιες κινήσεις στο διηνεκές. Αυτό μου φάνηκε πολύ πιο τρομακτικό και αγωνιώδες από οποιαδήποτε περιγραφή τερατόμορφου αγγέλου. Μου άνοιξε συνειρμούς από το νοητικό πείραμα της αιώνιας επιστροφής του Νίτσε μέχρι όλες εκείνες τις μεταφυσικές παραδόσεις για τις ψυχές που δεν βρίσκουν ανάπαυση», απαντά και συνεχίζει:
«Στη δική μου σκηνική ανάγνωση, οι “ίσκιοι” που στοιχειώνουν το σπίτι προσωποποιούνται. Γίνονται ένας ιδιότυπος χορός από γυναίκες παγιδευμένες σε μια αέναη, μαρτυρική επαναληπτική κίνηση. Έτσι διαβάζω και τα δύο βασικά πρόσωπα του έργου, τη γιαγια και την εγγονή, σαν σώματα που επαναλαμβάνουν τα μοτίβα της βίας και του τραύματος και καταλήγουν ακινητοποιημένα μέσα στα μοτίβα αυτά. Η σκηνοθεσία βασίστηκε πολύ σε αυτές τις έννοιες του εγκλωβισμού και της επανάληψης που από μόνη της συγκροτεί μια τελετουργία και οδηγεί στην ακινητοποίηση του χρόνου.
Για μένα, αυτό είναι πολύ πιο σκοτεινό από μια εικόνα τρόμου με την κινηματογραφική έννοια: το να μην μπορείς να ξεφύγεις από την κίνηση που σε καταστρέφει». Αυτό είναι άλλωστε κάτι που βιώνουμε σήμερα και μάλιστα, σε καθημερινή βάση: ένας φαύλος κύκλος κίνησης και φθοράς. Είναι αυτό που την τρομάζει περισσότερο στην εποχή μας;
«Είναι η απώλεια της διάρκειας», λέει η Αλεξία. «Το ότι δυσκολευόμαστε να μείνουμε σε μια σχέση, μια εμπειρία, μια ομάδα, μια πολιτική σκέψη. Να κάνουμε τον μικρό κόπο που χρειάζονται τα πράγματα για να βαθύνουν. Το ότι όλα οργανώνονται γύρω από το άτομο. Χάνεται το μαζί, η κοινότητα, οι μικρές “τελετουργίες” που τη συγκροτούσαν.
Το ότι η βασική μας ταυτότητα είναι πια αυτή του καταναλωτή. Καταναλώνουμε εικόνες, προϊόντα, ιδεολογίες, τον ίδιο τον πόνο και την ευαισθησία μας, τον ίδιο μας τον εαυτό.
Το ότι δεν μπορούμε να ζήσουμε από την τέχνη, όπως δεν μπορούμε να ζήσουμε από οτιδήποτε ανοιχτό και ανένταχτο, γιατί η εποχή μας ζητάει το εξειδικευμένο, το συγκεκριμένο, το μετρήσιμο, αυτό που φέρνει αποτέλεσμα.
Το ότι είμαστε διαρκώς κουρασμένοι, εξαντλημένοι από τη μόνιμη πίεση να είμαστε ενεργοί, παραγωγικοί, διαθέσιμοι, ικανοί για τα πάντα. Να είμαστε λειτουργικοί και καλογυαλισμένοι. Ενώ δεν είμαστε. Είμαστε γεμάτοι τρυπούλες, φόβους, μικρές ασχήμιες, μικρές τρυφερότητες».
Όποιος έχει διαβάσει το Σαράκι ίσως να θυμάται την εξής φράση της Martínez που λέει η εγγονή: «και τότε κοιμήθηκα και μόλις ξύπνησα, είχα ένα σαράκι μέσα μου».
«Στη δική μας εκδοχή, και μετά από αυτοσχεδιασμούς, αυτή η φράση έγινε συγκεκριμένη, πιο σωματική, μια δράση χαρτογράφησης μικρών οπών πάνω στο δέρμα, ένα σχεδόν αέναο μέτρημα: “Και τότε κοιμήθηκα, κι όταν ξύπνησα είχα μια τρύπα στην κοιλιά μου, δυο μικρές τρύπες στον αγκώνα μου, μια τρυπούλα κάτω από τη γλώσσα μου”.
Δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα από πού ήρθε και τι ακριβώς ενεργοποιεί αυτή η εικόνα ενός προσώπου που ανακαλύπτει και μετρά μικρές τρυπούλες στο σώμα του. Τη χρησιμοποιώ μάλλον για να αποτυπώσω κάτι από τη διαδρομή της νεαρής ηρωίδας της συγγραφέως. Ίσως τη στιγμή που συνειδητοποιεί ότι το τραύμα, η ταπείνωση, ο πόνος, κάποιες φορές σωματοποιούνται· εγγράφονται σαν μικρές τρυπούλες στο μυαλό και στο δέρμα.
Υπάρχει πάντως κάτι βαθιά ενοχλητικό, αντανακλαστικά δυσάρεστο, στην εικόνα των μικρών επαναλαμβανόμενων τρυπών πάνω σε μια επιφάνεια. Δεν είναι τυχαίο δηλαδή ότι υπάρχει και ο όρος “τρυποφοβία” για αυτή την αποστροφή. Σε πολλούς ανθρώπους οι μικρές επαναλαμβανόμενες τρύπες ή πόροι προκαλούν κάτι ανάμεσα στην αηδία, τον φόβο και την περιέργεια. Νομίζω ότι αυτά τα αισθήματα ανήκουν πολύ στο σύμπαν του CARCOMA».
***
CARCOMA
Σκηνοθεσία: Αλεξία Παραμύθα
Δραματουργική επεξεργασία: Αλεξία Παραμύθα, Αργυρώ Βλαχοπούλου
Πρωτότυπη μουσική σύνθεση: Χρήστος Παπαδόπουλος
Σκηνικά: Αριστοτέλης Αρμάντο Μέμα
Κοστούμια: Ερνέστα Χατζηλεμονίδου
Φωτισμοί: Τάσος Παλαιορούτας
Φωνητικές συνθέσεις: Chryssa Dom
Βοηθός σκηνοθέτριας: Αργυρώ Βλαχοπούλου
Μουσικός επί σκηνής: Χρήστος Παπαδόπουλος
Παίζουν: Ρεβέκκα Τσιλιγκαρίδου, Ανδρομάχη Μπάρδη, Ελίνα Αντωνίου, Γαλάτεια Αγγέλη, Ελευθερία Σκουλάκη Λαζού, Δανάη Μερτζεμέκη, Έλμα Βλαστοπούλου
Info: 05/06/2026 στις 22:00, Πειραιώς 260 (Β). Εισιτήρια εδώ.
Ακολουθήστε το OneMan στο Google News και μάθετε τις σημαντικότερες ειδήσεις.